Τα έργα για πιάνο του Ρίχαρντ Βάγκνερ – Β’ μέρος

Τα έργα για πιάνο του Ρίχαρντ Βάγκνερ – Β’ μέρος

Στα πρώτα πιανιστικά του έργα, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ συνεχίζει την παράδοση της σονάτας εκεί που την άφησε ο Μπετόβεν. Είναι μια περίοδος που υπάρχει η παγιωμένη αίσθηση ότι η μορφή της σονάτας έχει τελειώσει (κάτι που διέψευσε «εκκωφαντικά» ο εικοστός αιώνας).   Ωριμάζοντας συνθετικά ο Βάγκνερ εγκαταλείπει το γράψιμο για τη φόρμα της σονάτας, δεν εγκαταλείπει όμως το όργανο του πιάνου.
Προτιμά πλέον πιο μικρές και ανάλαφρες φόρμες χωρίς ωστόσο να εκλείπει η πολύ πλούσια αρμονική παλέτα που έχει πλέον αποκρυσταλλώσει.

Eine Sonate für das Album von Frau M.W.

Καθώς από το 1849 ο Ρίχαρντ Βάγκνερ διώκεται για τις πολιτικές του απόψεις, και την πολιτική αναταραχή της εποχής,  καταφεύγει στην διαχρονικά ουδέτερη Ελβετία. Ζει και δρα καλλιτεχνικά στη Ζυρίχη, όπου μελετά τη φιλοσοφική σκέψη του Σοπενχάουερ. Παράλληλα συγγράφει τα τέσσερα πλέον πολύ γνωστά μουσικο-φιλοσοφικά και κοινωνικο-πολιτικά συγγράμματα του. Την ίδια περίοδο ο Φρανς Λιστ διευθύνει ακατάπαυστα έργα Βάγκνερ στη Γερμανία μαζί με δικά του Συμφωνικά Ποιήματα. Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ τότε συντηρείται από αρκετούς θαυμαστές του, φιλότεχνους ευκατάστατους Ελβετούς. Η Ζυρίχη αγκαλιάζει το Βάγκνερ αρχικά ως μαέστρο της 7ης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Αργότερα υποδέχεται με ενθουσιασμό την πιανιστική μεταγραφή του Τανχόυζερ από το Λιστ. Μια βραδιά με έργα Βάγκνερ, ο έμπορος μεταξιού Ότο Βέζεντοκ του συστήνεται ως φανατικός θαυμαστής του. Μαζί του έχει και την 23χρονη σύζυγο του, Ματθίλδη. Το ζεύγος Βέζεντοκ ήταν ονομαστή οικογένεια στο χώρο των Τεχνών. Στο σπίτι τους είχαν διαμείνει πολλές καλλιτεχνικές προσωπικότητες της εποχής.

Η Ματθίλδη έτυχε να γίνει μία από τις γυναίκες που ενέπνευσαν στο Βάγκνερ κάποιες από τις συγκλονιστικότερες σελίδες του (Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούν μόνο όσα από αυτά τα έργα είναι γραμμένα για πιάνο και φέρουν το όνομα της ή/και είναι αφιερωμένα σε αυτή). Μέσα από την αλληλογραφία της Ματθίλδης Βέζεντοκ και του Ρίχαρντ Βάγκνερ  έχουν αντληθεί πολύτιμες πληροφορίες για πολλά άλλα έργα και βιογραφικά στοιχεία του συνθέτη.

Το 1853 ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, στρέφεται στο πιάνο ύστερα από μακρά συνθετική παύση και γράφει την αριστουργηματική Eine Sonate für das Album von Frau M.W. Σε αντίθεση με  τις προηγούμενες σονάτες του Βάγκνερ, η συγκεκριμένη διέπεται από μια εσωτερικότητα, έντονο λυρισμό και λεπτότητα. Είναι γραμμένη σε ένα μέρος. Ο Βάγκνερ εδώ δεν γράφει για να αποδείξει ότι κατέχει τα μυστικά του πιάνου ή τις ιδιαιτερότητες της φόρμας, όπως έκανε στις προηγούμενες νεανικές σονάτες του. Στo εξαιρετικό βιογραφικό πόνημα του Wolfgang Golther για τον Ρίχαρντ Βάγκνερ αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η άποψη του συνθέτη (για τη συγκεκριμένη σονάτα): «Μην ψάχνετε για ακατονόμαστα κίνητρα στη Σονάτα. Την υποσχέθηκα σε μια νεαρή όμορφη γυναίκα, σε αντάλλαγμα ενός αναπαυτικού καναπέ με ωραία μαξιλάρια, που κάποτε μου προσέφερε ».

Η ανάλυση της Σονάτας σε λα ύφεση μείζονα του Ριχαρντ Βάγκνερ

Το ήσυχο (Ruhig) πρώτο θέμα, στην λα ύφεση μείζονα, παρουσιάζεται σε γραφή απόλυτα εναρμονισμένη με τις εκφάνσεις Ρομαντισμού  της εποχής. Σταδιακά ο συνθέτης προσδίδει ένταση στο κομμάτι και με μια μετατροπία, από αυτές που  χαρακτήρισαν το γλωσσικό του ιδίωμα, το έργο έχει μεταφερθεί σε νέα τονικότητα και σε νέες συχνοτικές περιοχές. Τα σκοτεινά και συμπυκνωμένα μπάσα του πιάνου έχουν αντικατασταθεί από τις μεσαίες προς υψηλές περιοχές του πιάνου. Τονικά, το κείμενο βρίσκεται πλέον στη ντο μείζονα.

Ακολούθως, η επαναφορά των τεσσάρων υφέσεων στην ορθογραφία του κειμένου, συνοδεύεται από μια μεταστροφή προς την ασάφεια και  την αγωνία. Άρχεται η «ανάπτυξη» της Σονάτας (μέτρο 75). Οι χαμηλές περιοχές του πιάνου επανέρχονται και η γραφή ξαναγίνεται πυκνή.  Μέσα από συνεχή κίνηση δεκάτων έκτων το νέο θέμα Νach und nach waschende Bewegung, κινούμενο ανάμεσα στη φα ελάσσονα και στη λα ύφεση μείζονα, είναι σαφώς το πιο δεξιοτεχνικό τμήμα της σονάτας.

Η αποκλιμάκωση του μέρους αυτού οδηγεί στην επόμενη ενότητα. Το Erstes Zeitmass είναι επί της ουσίας η «ανακεφαλαίωση» της σονάτας.  Οι ιδέες του αρχικού Ruhig επανέρχονται, σαφώς σε πιο πλούσια μορφή και αρκετά παραλλαγμένες, οδηγώντας την ντελικάτη αυτή σονάτα σε ένα κλείσιμο χωρίς εξάρσεις, από αυτές που συνηθίζει ο Βάγκνερ στα έργα του. To έργο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1878.

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ γράφοντας (και πάλι) για τη Ματθίλδη Βέζεντοκ.

Στο ίδιο κλίμα και υπό τις ίδιες συνθήκες (παραμονή στους Βέζεντοκ, Ζυρίχη, 1853) γράφεται από το Ρίχαρντ Βάγκνερ και η μικροσκοπική Πόλκα σε Σολ μείζονα διάρκειας μισού λεπτού και έκτασης μόλις 29 μουσικών μέτρων. Και αυτή η πιανιστική σύνθεση  οφείλει την ύπαρξή της στο πάθος του Βάγκνερ για τη νεαρή Ματθίλδη.

Η Ζυρίχη, η παρουσία μιας γυναίκας και το πιάνο, εμπνέουν ξανά, ένα χρόνο αργότερα,  το Βάγκνερ για να γράψει το Züricher Vielliebchen-Walzer. Αφορμή για τη σύνθεση του χαρούμενου  Βαλς της Ζυρίχης στέκεται η επίσκεψη της Μαρί, αδελφής της Ματθίλδης. Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ αφιερώνει το σύντομο αυτό κομμάτι «στην καλύτερη χορεύτρια από τη Σαξονία».

Σύντομο και εύκολο ερμηνευτικά, το Σημείωμα για τη Ματθίλδη Βέζεντοκ  (Notenbrief für Mathilde Wesendonck)  έχει ως βασικό χαρακτηριστικό του τον αρμονικό πλούτο που χαρακτηρίζει εκείνη την περίοδο το  ύφος του συνθέτη.  Αν δεν υπήρχε η αφιέρωση θα μπορούσε να εκληφθεί και σαν ένα μικρό εγχειρίδιο τετράφωνης αρμονίας. Το έργο φέρει υπογραφή με ημερομηνία σύνθεσης 19 Δεκεμβρίου 1856.

RichardWagner
Τα εναρκτήρια μέτρα του Notenbrief
Το Τραγούδι δίχως λόγια για τον Εrnst Benedikt Kietz

Στον Ernst Benedikt Kietz (1815 – 1892) ανήκουν αρκετές απεικονίσεις του Βάγκνερ, άλλοτε σε απλά σκίτσα άλλοτε σε μορφή πινάκων. Στα πλαίσια της φιλίας των δύο ανδρών, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ έγραψε το Τραγούδι χωρίς λόγια, έργο 64, το Δεκέμβρη του 1840 στο Παρίσι, σε εκείνο το ιστορικό ταξίδι που γνώρισε τον Φρανς Λιστ. Γραμμένο στη μι μείζονα το μικρό αυτό κομμάτι έχει έκταση μόλις 34 μουσικά μέτρα.

RichardWagnerPortrait
Το πορτραίτο του Ρίχαρντ Βάγκνερ, όπως φιλοτεχνήθηκε ο Ernst Kietz το 1840.

Για την κυρία Betty Schott  

Η «πίστη» που έχαιρε ο Βάγκνερ από ισχυρούς οικονομικούς κύκλους για να επιχειρήσει τα καλλιτεχνικά του δρώμενα είναι επίσης μια παράμετρος που έχει εντυπωσιάσει τους βιογράφους του. Ενδεικτικά: το 1859 εκχωρεί τα πνευματικά δικαιώματα του Χρυσού του Ρήνου και της Βαλκυρίας έναντι 6.000 φράγκων στον Βέζεντοκ και τον αμέσως επόμενο χρόνο δίνει το δικαίωμα της εκτύπωσης των ίδιων έργων στον εκδότη του Franz Schott έναντι 10.000 φράγκων.

Το Ablumblatt fur Frau Betty Schott αποτελεί ένα «δώρο» του Βάγκνερ προς τη χήρα πλέον του εκδότη του, την κυρία Betty Schott, η οποία έπαιξε διακριτικό αλλά σημαντικό ρόλο στη ροή χρημάτων προς τον Ρίχαρντ Βάγκνερ. Γράφτηκε το 1875 στο Παρίσι, ένα χρόνο μετά την πρεμιέρα του Χρυσού του Ρήνου και ένα χρόνο πριν το πρώτο φεστιβάλ στο Μπαυρώυτ. Το θέμα, γραμμένο στη μι ύφεση μείζονα, είναι γεμάτο ακουστικές υπομνήσεις από τους Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης.

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ για την πριγκίπισσα Pauline Metternich

Γραμμένο για τη σύζυγο του Αυστριακού Πρέσβη στο Παρίσι, το σύντομο  πιανιστικό έργο Ein Albunblatt , είναι μια συμβολική κίνηση αβρότητας για την υποστήριξη, οικονομική και κοινωνική που παρείχε κατά τη διαμονή του συνθέτη στο Παρίσι η Παουλίν Μέτερνιχ κατά την περίοδο  1860- 1861. Μια χρονική περίοδο, όπου  τελικά ύστερα από ανυπέρβλητες δυσκολίες –και 160 πρόβες- ανέβηκε ο Τανχόυζερ!

H Ελεγεία σε λα ύφεση μείζονα

Η μόλις δύο λεπτών Ελεγεία, είναι ένα κομμάτι γύρω από το οποίο υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το πότε ακριβώς το έγραψε ο συνθέτης. Η υπογραφή «Παλέρμο 26 Δεκεμβρίου 1881» εγείρει ερωτηματικά, καθώς το κομμάτι  υφολογικά ταυτίζεται με το αρμονικό ιδίωμα που ο συνθέτης είχε αναπτύξει προς το τέλος του 1850. Η διάσωση του χειρογράφου, πιστοποιεί ότι πρόκειται για αυθεντικό κομμάτι για πιάνο του Ρίχαρντ Βάγκνερ.

Για την άφιξη των δύο μαύρων κύκνων

Το σύντομο αυτό πιανιστικό κομμάτι, έκτασης 88 μουσικών μέτρων, γράφτηκε το 1861 στο Παρίσι και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1897. Δεν είναι μόνο ο τίτλος του έργου που παραπέμπει ευθέως στον Πάρσιφαλ. Τα μοτίβα και τα θέματα το καθιστούν μια διασκευή, κάτι παραπάνω δηλαδή από απλή πιανιστική μεταγραφή- κάποιων βασικών ιδεών που ο συνθέτης έχει παραθέσει στον Πάρσιφαλ. Το έργο γράφτηκε για το Σαλόνι της  Κοντέσας Mélanie Renouard.

Αντί επιλόγου

Όλοι οι μεγάλοι συνθέτες στην ιστορία της μουσικής επιχείρησαν σε κάποια στιγμή της ζωής τους να γράψουν για πιάνο (ιδίως στην περίοδο  του Ρομαντισμού, όπου εντάσσεται το θέμα μας, το όργανο έχει λάβει σχεδόν την τελική του μορφή). Ακόμα και αν δεν είχαν παίξει ποτέ τους πιάνο οι ίδιοι οι συνθέτες,  το επιχείρησαν έστω και  παρά μόνο εμπιστευόμενοι τις ακαδημαϊκές τους γνώσεις, τα ακούσματά τους ή κάποιο συνεργάτη τους που ήταν σολίστ. Αυτό το έκαναν και γιατί οι ίδιοι γνώριζαν ότι ένας συνεπής συνθέτης  οφείλει να αφήσει τουλάχιστον  ένα πιανιστικό «αποτύπωμα» στο χρόνο και γιατί η  πιανιστική εργογραφία ενός συνθέτη, όσο μικρή και να είναι, παραμένει μια «ασφαλής» και πάντα ενδιαφέρουσα ένδειξη της γενικότερης ποιότητας του συνθέτη.

Πηγές


1.  Πρωτογενείς:
1.1 https://de.schott-music.com
1.2 http://imslp.org/wiki/Main_Page

2.1 Δευτερογενείς – βιβλία, επιστημονικά περιοδικά:
2.1.1.Deathridge, John, Dahlhaus Carhl: The New Grove Wagner, composer biography series, Norton 1984.
2.1.2. Vazsonyi, Nicholas:The Cambridge Wagner Encyclopedia. Cambridge University Press, Cambridge 2014.
2.1.3 Newman, S. William: Wagner’s Sonatas, Studies in Romanticism, Vol 7, no 3 (Spring 1968).
2.1.4.Newman, Enest: Life of Wagner, vol. 1, 1848 – 1860, Cambridge Library Collection – Music,  1976, Cambridge University Press.
2.1.5.Newman, Enest: The Life of Richard Wagner, vol. 2, 1848 – 1860, Cambridge Library Collection – Music, 1976, Cambridge University Press.
2.1.6 Dahlhaus, Carl: Η ιδέα του Συμφωνικού στο Λιστ, μετάφραση Βαγγέλης Μπιτσώρης, Τομέας Εκδόσεων Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 1996.

2.2. Διαδίκτυο:
2.2.1  The New Grove Dictionary of Music and Musicians, second edition, edited by Stanley Sadie and John Tyrrell. London: Macmillan Publishers.
2.2.2.Burbidge, Peter, and Richard Sutton, eds. The Wagner Companion. New York: Cambridge University Press, 1979.

 

Postludium


Μέρος Α’ αφιερώματος

NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply