Συνέντευξη της εικαστικού Δήμητρας Χανιώτη

Συνέντευξη της εικαστικού Δήμητρας Χανιώτη

«Ο τρώσας και ιάσεται», αυτή τη φράση του Απόλλωνα στον Τήλεφο από την Ιλιάδα επέλεξε πριν 2 μήνες περίπου η Δήμητρα Χανιώτη για να παρουσιάσει στον Τεχνοχώρο την πρώτη της ατομική έκθεση. Την επέλεξε ή η ίδια η φράση εμπεδώθηκε αυθόρμητα στην εντύπωση των θεατών; Μάλλον το δεύτερο. Όλη η δυναμική και φιλοσοφία των έργων αυτό κραύγαζε : την αποκατάσταση του λάθους από αυτόν που το προκάλεσε, την απόλυτη προσέγγιση της αυτογνωσίας σε επίπεδο κοινωνίας και έθνους. Κατά καιρούς έχω καταθέσει τις θετικές μου εντυπώσεις για πρωτοεμφανιζομενους σε ατομικές εκθέσεις καλλιτέχνες όπως την Πέγκυ Κλιάφα, την Αλίκη Παππά κλπ. Η Χανιώτη, με πολλά ένσημα σε ποικίλες εικαστικές δραστηριότητες (εικαστικός, παιδαγωγός, θεωρητικός) συμπορεύτηκε με αυτούς που δεν πήγαν στις μύτες των ποδιών στην πρώτη τους ατομική έκθεση. Τα έδωσαν όλα, είπαν πολλά, δούλεψαν αθόρυβα. Ήταν μεγάλη μου χαρά να καταφέρω να «διεισδύσω» περαιτέρω στη φιλοσοφία της μέσω αυτής της συνέντευξης. Η αντίληψη περί «κωφάλαλων» καλλιτεχνών που πρέπει να αφήνουν τα έργα τους να μιλάνε από μόνα τους δεν με αντιπροσωπεύει. Ένα θεωρητικό υπόστρωμα ξεθολώνει αυτό που βλέπουμε, ένα σχόλιο διαμορφώνει συνειδήσεις, ένας προβληματισμός διευρύνει περαιτέρω την οπτική μας.

 

Κυρία Χανιώτη ευχαριστώ για την αποδοχή της πρόσκλησης και συγχαρητήρια για την πρώτη σας ατομική δουλειά. Θα παρακάμψω το παρωχημένο εναρκτήριο ερώτημα για το «πως ξεκινήσατε κλπ» και θα εστιάσω στον τίτλο. Ποιος παίζει τελικά τον ρόλο του «Τρώσαντος», το σύνολο της κοινωνίας, αυτοί που «χειρίζονται» τον πολιτισμό από θεσμικές θέσεις, ή ο ίδιος ο πολιτισμός που έχει αναπλαστικές ιδιότητες διαχρονικά; 

 Θεωρώ ότι δεν πρέπει να εστιάσουμε στο ρόλο του τρώσαντα. Είναι εύκολο να ανιχνευτεί και να ταυτιστεί  ο κάθε ένας από εμάς με αυτόν, αφού στη σημερινή κοινωνία όλοι μας έχουμε τρωθεί ποικιλοτρόπως. Σημασία έχει νομίζω να εστιάσουμε σε μια υποτιθέμενη αχτίδα ελπίδας. Σκοπός λοιπόν, είναι  μέσα από τη  διαδικασία της έκθεσης και τα προσλαμβανόμενα από αυτήν ερεθίσματα, να ανακαλύψουμε τον δικό μας δρόμο προ την ίαση, ο οποίος φυσικά και επιβάλλεται να είναι τόσο μοναδικός όσο και πολύτιμος. Το ιδιαίτερο σημασιολογικό βάρος μετατοπίζεται στην ίαση και όχι στην άφθονη και διάχυτη τρώση, η οποία ούτως ή άλλως είναι συνυφασμένη με την ατελής ανθρώπινη ύπαρξη.

Χωρίς τίτλοΣε όλα σας τα έργα υπάρχει μικτή τεχνική. Στον κινηματογράφο και την αρχιτεκτονική τα πολλά ετερόκλητα στοιχεία απειλούν τη καθαρή φόρμα και τις έννοιες. Στη μαγειρική τα πολλά υλικά αυξάνουν τον κίνδυνο επικάλυψης των γεύσεων. Πώς κατaφέρατε να διαχειριστείτε τόσο αρμονικά τόσο διαφορετικά στοιχεία ; Η εμφανής τάση σας να φέρετε σε διάλογο τόσες φάσεις πολιτισμού σε ένα έργο, ήταν αναπόφευκτο να σας οδηγήσει σε αυτή τη τεχνική ;

Ήδη από την εποχή του Φειδία που πραγματοποίησε το μεγάλο άλμα ξεφεύγοντας από την αυστηρή Ανατολίτικη – Αιγυπτιακή τεχνοτροπία, δημιουργώντας τις βάσεις της μοναδικής κλασικής ελληνικής τέχνης, χρησιμοποίησε διαφορετικά υλικά και στοιχεία στο έργο του. Σημασία έχει για μένα όχι το υλικό που  χρησιμοποιείς, αλλά πως αυτά που θα χρησιμοποιήσεις μπορεί να υπηρετήσουν, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Τα ετερόκλητα υλικά και οι διαφορετικές τεχνικές με την πρώτη ματιά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν συνδυαστικά με σκοπό την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία στον καλλιτέχνη. Για μένα η διαρκής αναζήτησή μου  είναι σε σχέση με ποια εργαλεία – υλικά – τεχνικές θα πρέπει να επιλέξω ώστε να αποδώσω το επιθυμητό  αποτέλεσμα. Ή ύπαρξη δηλαδή σύγχρονων, κλασσικών ή πρωτοποριακών  υλικών και μέσων μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπηρετώντας  τον τελικό σκοπό, της πληρέστερης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Άρα δεν είναι το μέσον που θα κρίνει το έργο αλλά το μέσο υπηρετεί το έργο. Πάντα πειραματιζόμουν σε νέες τεχνικές και είμαι ανοιχτή σε νέα πράγματα αρκεί να υπηρετούν τον «υπέρτατο σκοπό» της καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης.

Χρησιμοποιείτε τη Γοργώ – Μέδουσα σε πολλά έργα σας. Στη Μυθολογία η Γοργώ, ακόμα και σκοτωμένη από τον Περσέα, πέτρωνε με το βλέμμα της όποιον τη κοίταζε. Μήπως αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από την έκφραση της ενδόμυχης επιθυμίας σας να «πετρώσουν» στοιχεία πολιτισμού που τείνουν να αλλοιωθούν ή εξαφανιστούν; Τα παιδικά βιώματα σε έναν ανεπιτήδευτο, μινιμαλιστικό και πρωτογενή πολιτισμό στη Πάρο που πλέον τείνει να μεταλλαχτεί σας ωθούν σε αυτό τον προβληματισμό; 

Το γλυπτό που έχω χρησιμοποιήσει, η Γοργώ, είναι αρχαϊκής περιόδου, από παριανό μάρμαρο και από τα λίγα πρωτότυπα και όχι ρωμαϊκά ή ελληνιστικά αντίγραφα που έχουν διατηρηθεί. Με αυτό το άγαλμα καταρχήν δηλώνω την πολιτισμική συνέχεια του τόπου από τον 7ο αί. π.Χ. έως και σήμερα. Μια πολιτιστική συνέχεια που προσδίδει δραματική κορύφωση η ίδια η  Γοργώ, με τον συμβολικό της ρόλο, ως διαχρονική και ακούραστη προστάτιδα. Έχει όμως ένα μειονέκτημα. Μπορεί να πετρώσει όλους και όχι μόνο τους εχθρούς. Οι αρχαίοι Έλληνες την χρησιμοποιούσαν στα τείχη θεωρώντας αυτονόητο ότι θα συμμαχήσει μαζί τους ενάντια στον κοινό  εχθρό τους. Επίσης όντας χθόνια θεότητα ο ρόλος της ήταν να προφυλάσσει ή να πλήττει ανάλογα με την επιθυμία του πιστού. Όμως στην σημερινή εποχή τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Ο εχθρός δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί. Ούτε καν αν βρίσκεται «εντός ή εκτός των τειχών».  Η Γοργώ προσπαθεί να προστατεύσει προς όλες τις κατευθύνσεις, αγέρωχη και ξάγρυπνη, όμως στην πραγματικότητα έχει κάποια δύναμη να χρησιμοποιήσει; Μπορεί να προστατεύσει; Ποιους και από τι; Στον σύγχρονο κόσμο που ζούμε, που η αλήθεια περιπλέκεται με τα ιδιωτικά συμφέροντα και την υποκειμενικότητα των πραγμάτων, δεν μπορεί να δοθεί μια κατηγορηματική απάντηση, αλλά ο κάθε ένας από εμάς πρέπει να δομήσει την δικιά του.

Σε ένα παλιό Art Athina μία ξένη καλλιτέχνιδα είχε φτιάξει μια εκπληκτική κατασκευή με πολύπλοκα μοτίφ κομμένα σε χαρτί. Αν πήγαινες και τα έβλεπες από κοντά παρατηρούσες ότι δεν ήταν τίποτα άλλο παρά κομμένες φωτογραφίες από παραστάσεις πορνό περιοδικών με έντεχνο τρόπο. Το ωμό στοιχείο συναντούσε το «elegant» σε έναν ενδιαφέροντα διάλογο. Εσείς χρησιμοποιείτε τη δαντέλα και την βάζετε να επικαλύπτει σκελετούς οικοδομών και σίδερα. Ποιος είναι ο λόγος αυτής της «εξομάλυνσης» του ωμού και βίαιου στοιχείου;

Η δαντέλα στα έργα μου χρησιμοποιείται με δύο τρόπους. Ο ένας είναι συμβολικός, με σκοπό  να αναδειχθεί η πολιτιστική συνέχεια από την κλασική αρχαιότητα μέχρι την σημερινή  νεοελληνική πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι η λαϊκή κουλτούρα που συμβολίζει το κέντημα, αποτελούσε ουσιαστικά την μοναδική πολιτιστική παραγωγή και έκφραση για τουλάχιστον 500 χρόνια, την εποχή των μέσων ιστορικών χρόνων, έως και την επανάσταση του ’21. Ήταν η μοναδική ουσιαστικά αυθόρμητη έκφραση, ανεπηρέαστη σε σημαντικό βαθμό από τον θρησκευτικό δογματισμό και τις  εκφυλιστικές, ακόμα και βίαιες πιέσεις κατακτητών.  Η κοινωνία του σίδερου, του μπετόν, του ελενίτ, και της μανίας για ανοικοδόμηση, που ήταν και πιστεύω είναι ακόμη στην κουλτούρα και στο DNA του Νεοέλληνα, αντιπροσωπεύει τον νεότερο ιστορικό σταθμό, με τον οποίο περνάμε στην εποχή της αφθονίας, του ατομικισμού και της επιδερμικής «άποψης ζωής». Εδώ έρχεται να επιτελέσει το κέντημα τον δεύτερο ουσιαστικό του ρόλο. Καλείτε λοιπόν στο  έργο μου να καλύψει, να καλλωπίσει τα αντιαισθητικά, αυθαίρετα πολεοδομικά στοιχεία όπως είναι οι σιδεριές, οι τσιμεντοκολώνες, τα ελενίτ. Προσπαθώ με αυτό τον τρόπο να τονίσω αυτή την επιδερμικότητα, βάση της οποίας, στόχος είναι όχι να τα ανατραπεί όπως θα έπρεπε, αλλά ενταγμένη και αλλοτριωμένη σε αυτή την ίδια την εκφυλισμένη πραγματικότητα, η δαντέλα προσπαθεί να  κουκουλώσει και να καλλωπίσει. Είναι διττός ο χαρακτήρας της λοιπόν, από τη μια εκφράζει την πολιτιστική συνέχεια  και από την άλλη την παγιωμένη, εύκολη σύγχρονη επιλογή ζωής  που οδηγεί στον εκφυλισμό τον δικό μας, αλλά και των έργων μας.

ΔΗΜΗΤΡΑ-ΧΑΝΙΩΤΗ-6Να πάμε σε ένα πονεμένο θέμα που τόσο έντεχνα σχολιάζετε στα έργα σας, την άναρχη οικοπεδοποίηση. Φαινόμενο κοινό και στον τόπο σας και τον δικό μου. Θεωρείτε ότι πέρα από τον αυτονόητο σαρκασμό που προκαλούν τα έργα σας, είναι αυτός αρκετός για την αντιμετώπιση κάποιων κοινωνικών φαινομένων όπως αυτό; Μήπως τελικά κάποια θέματα χρειάζονται ακτιβισμό και το όπλο παρά πόδας; To αναφέρω γιατί πολλοί συνάδελφοί σας αισθάνονται πλήρεις με τη συμμετοχή τους σε ομαδικές εκθέσεις που σχολιάζουν τέτοια θέματα παραπέμποντας στον ιδιαίτερο ρόλο της τέχνης.

Ο Σωκράτης που θεωρείται ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών δήλωνε πάντοτε στην αρχή της συζήτησής του στο συνομιλητή του ότι Ἓν οἶδα ὅτι ουδὲν οἶδα (Ένα ξέρω. Ότι τίποτα δεν ξέρω). Αυτό το αναφέρω γιατί θεωρώ ότι ο καλλιτέχνης για να μπορέσει να πάρει το όπλο στα χέρια του ή να προτείνει τόσο ξεκάθαρες λύσεις ώστε να είναι ακτιβιστικές, πρέπει να έχει μια σφαιρική εικόνα των πραγμάτων γύρω του από όλες τις απόψεις. Νομίζω ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες συμπεριλαμβανομένων για παράδειγμα του Πικάσο κ.α. προσπάθησαν μέσα από τα δικά τους μάτια να αποκρυπτογραφήσουν τα προσλαμβανόμενα μηνύματα της κάθε εποχής  και να προτείνουν λύσεις δευτερεύουσες, όχι δηλαδή άμεσες αλλά να αφήσουν το θεατή να αποφασίσει για το δρόμο μόνος του. Δεν είναι δουλειά του καλλιτέχνη να προτείνει εκβιαστικές λύσεις όπως οι πολιτικοί, δικηγόροι, επιστήμονες. Ο ρόλος του καλλιτέχνη είναι πολύ πιο ελαστικός απέναντι στον δέκτη της τέχνης του, δεν είναι ποτέ εκβιαστικός.  Η Τέχνη και ο Πολιτισμός γενικότερα πρέπει να σέβεται και να αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερο να αποφασίσει. Είτε με την ορθολογική, είτε με την ιδεολογική θεώρηση των πραγμάτων, επίκεντρο πρέπει να είναι ο άνθρωπος με στόχο την πνευματική του ακεραιότητα και αξιοπρέπεια. Δεν ξέρω εάν σε μια ατομική ή ομαδική έκθεση καταφέρνουμε σαν μέσα από καθρέπτη να δείχνουμε πως είναι η κοινωνία, όμως για μένα θα ήταν ανήθικο να εκβιάζουμε καταστάσεις και να οδηγούμε προ τετελεσμένων τον άνθρωπο θεατή – δέκτη.

Ο Γ. Τσαρούχης έλεγε ότι η αρχιτεκτονική δίνει αξία στο Ελληνικό τοπίο. Πόσο συμφωνείς με τα διθυραμβικά – επικοινωνιακά επίθετα των ακκιζόμενων πατριδοκάπηλων του τουρισμού για τα Ελληνικά νησιά όταν η συνθήκη του Τσαρούχη έχει καταργηθεί προ πολλού; Αρκεί το αρχέγονο (σχεδόν χαμένο πλέον) τοπίο και η ιστορικότητα του χώρου να δικαιολογήσουν αυτά τα σχόλια;

Αρχικά είναι πολύ σωστή η τοποθέτηση του Τσαρούχη. Το ελληνικό τοπίο έχει δικιά του αυτόνομη αξία, είναι πολύ όμορφο από τη φύση του, δεν χρειάζεται το πολεοδομικό στοιχείο να το ομορφύνει. Από εκεί και πέρα η ιδιαιτερότητα με το ελληνικό οικιστικό σύστημα ήταν ότι είχε περάσει στο DNA του η αρχαιοελληνική παράδοση και αυτό σχολιάζεται στα έργα μου. Η αντιπαράθεση του σύγχρονου με το παραδοσιακό υπάρχει πλέον έντονα και έχει επηρεάσει ριζικά το φυσικό και πολεοδομικό τοπίο. Από το χρυσό αιώνα του Περικλή μέχρι και τα μέσα του 20ου αι.,  το σπουδαίο επίτευγμα της  οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα είναι η δημιουργία σε ανθρώπινη κλίμακα και η  ύπαρξη αρμονίας και μέτρου. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά που  ξεχώριζε τον Ελληνικό από τους υπόλοιπους πολιτισμούς: ο ανθρωποκεντρισμός. Αυτό άλλαξε κατά πολύ στην Ελλάδα και όχι μόνο από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Η οικιστική εξάπλωση που προήλθε από τα χρηματικά αποθέματα που είχαν οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί κλπ, αποτυπώθηκε μοιραία στο φυσικό περιβάλλον, υλοποιώντας μια άνευ προηγουμένου νέου τύπου οικιστική – πολεοδομική επίθεση σε βάρος του φυσικού αλλά και του υφιστάμενου, πλήρως ενταγμένου στο φυσικό, παραδοσιακό πολεοδομικό δημιούργημα. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχει αλλοιωθεί σε βάθος το τοπίο γύρω μας  και σε πολλές περιπτώσεις ανεπανόρθωτα. Ο τρώσας και ιάσεται , στην προκειμένη περίπτωση είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι προφανές ότι μόνο εμείς που πληγώσαμε για μια ακόμα φορά το περιβάλλον πρέπει και να το σώσουμε, από αυθαιρεσίες ή από κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων μας όπως είναι η πώληση μιας παραλίας που δεν ανήκει σε κανέναν παρά μόνο στις μελλοντικές γενιές. Αυτή τη στιγμή το μέλημα είναι καίριο πρέπει να σωθεί ότι είναι δυνατόν να σωθεί.

Θέλω να κάνετε μια αναφορά στο εικαστικό εργαστήριο του δήμου Πάρου, μια και η συμμετοχή σας τόσο στη δημιουργία όσο και τη λειτουργία του ήταν καθοριστική.

Το εικαστικό εργαστήριο του δήμου Πάρου είναι μια μεγάλη ιστορία που με πληγώνει βαθύτατα. Τι εννοώ. Το νησί είναι μια ιδιαίτερη περιοχή που δεν έχει εύκολη πρόσβαση σε μεγάλα αστικά κέντρα. Έτσι για εξειδικευμένη παιδεία όπως ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και πολύ περισσότερο για το γραμμικό και ελεύθερο σχέδιο, έπρεπε να μεταβείς στην Αθήνα.   Από μικρή λοιπόν, είχα όνειρο να μπορέσουν τα παιδιά του νησιού, να έχουν  αυτό το οποίο εγώ δεν είχα, δηλαδή δικαίωμα επιλογής και πρόσβασης στην εικαστική παιδεία,  μέσω ενός θεσμού όπως το εικαστικό εργαστήριο. Η δημιουργία ενός χώρου τέχνης και δημιουργίας όπως ενός εικαστικού εργαστηρίου αποτελούσε ένα όραμα για εμένα. Αυτό που έλειψε  σε εμένα, ώστε να αξιοποιήσω το ταλέντο μου, ήθελα τουλάχιστον να το έχουν οι επόμενες γενεές στο νησί. Μου ζητήθηκε και μου δόθηκε η δυνατότητα να ιδρύσω το εικαστικό εργαστήριο ως καλλιτεχνική διευθύντρια, μέσα από μια μακρά και επίπονη διαδικασία  σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και το μουσείο σύγχρονης τέχνης της Γαλλίας J. Pompidou. Το 2002 ιδρύθηκε το εικαστικό εργαστήριο στο νησί, την πρώτη χρονιά πειραματικά και εθελοντικά ώστε να δούμε την ανταπόκριση του κόσμου. Mε πολύ προσωπικό αγώνα, μιας και εκείνη τη χρονιά ήμουν στο Λονδίνο με υποτροφία του ΙΚΥ, αλλά μετέβαινα  συχνά στο νησί για να καθοδηγώ τις διαδικασίες για την ίδρυση και την καθιέρωσή του, καταφέραμε να ανταποκριθούμε στις δυσκολίες και να εξασφαλίσουμε την τελική έγκριση και ταυτόχρονα επιδότηση από το ΥΠ.ΠΟ. και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αποσπώντας πολύ θετικά σχόλια. Σαν επιστέγασμα αυτής της θετικής αποδοχής ήταν και η επιλογή μου σε συνεργασία με το Pompidou  και το ΥΠ.ΠΟ. να παρουσιάσουμε κάποιοι από τους εικαστικούς διευθυντές  ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα, που παρουσιαζόταν στην Γαλλία και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Παρ’ όλες λοιπόν  τις δυσκολίες, σε συνεργασία με τους συνεργάτες- διδάσκοντες που είχα επιλέξει για να στελεχωθεί το εργαστήριο, ξεκίνησε με τμήματα για παιδιά προσχολικής, σχολικής ηλικίας, ενήλικες, αλλά και προπαρασκευαστικό τμήμα για Α.Σ.Κ.Τ. και σχολές Πολυτεχνείου. Με 150 μαθητές κατά μέσο όρο τα 5 πρώτα χρόνια, το εργαστήριο ακολούθησε μια ανοδική και επιτυχημένη πορεία. Για το διάστημα αυτό επιδοτούνταν από το Δήμο και από το ΥΠ.ΠΟ. Μετά το πέρας της επιδότησης ξεκίνησε και η φθίνουσα πορεία του. Αρχικά δηλώνοντάς μου ότι λόγω έλλειψης χρημάτων δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την συνεργασία μαζί μου και στην πορεία του χρόνου το εργαστήριο έκλεισε πηγαίνοντας χαμένη όλη η προσωπική προσπάθεια αλλά κυρίως αφήνοντας ξεκρέμαστα τόσα άτομα που είχαν ήδη μια υποδομή και θέληση να συνεχίσουν.

Από την ανταπόκριση του κόσμου φάνηκε ότι ήταν ένας από τους θεσμούς που η τοπική κοινωνία είχε αγκαλιάσει, που βοήθησε πολλά νέα παιδιά να μπουν στο Πολυτεχνείο και στην ΑΣΚΤ, σχολές που απαιτούνταν εξειδικευμένες γνώσεις σχεδίου, πράγμα αδιανόητο για τα προηγούμενα χρόνια στο νησί. Ο Πολιτισμός γενικότερα και η πολιτισμική κουλτούρα με την ευρύτερη έννοια του όρου, είναι ένα πεδίο που δεν μπορεί να κατακτηθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, χρειάζονται γενεές για να  αλλάξει η νοοτροπία και να καλλιεργηθεί μια  κουλτούρα που να επηρεάσει όχι επιδερμικά αλλά σε βάθος τις πλατιές μάζες του πληθυσμού, με αποτέλεσμα να αλλάξει τον τρόπο σκέψης και δράσης σε μια κοινωνία. Αυτός για μένα είναι ο πραγματικός και υψηλός ρόλος της ύπαρξης του εικαστικού εργαστηρίου σε μια τοπική κοινωνία και ταυτόχρονα αυτή είναι η προσφορά του σε αυτήν. Ας μην ξεχνάμε ότι ο κυκλαδικός χώρος είναι γνωστός για σημαντικούς πολιτισμούς όπως ο Κυκλαδικός και ο πολιτισμός του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης. Το ίδιο θα συμβεί και στο μέλλον, θα κριθούμε όλοι από το επίπεδο και την διάρκεια του πολιτισμού και όχι από δεδομένα αλλώτρια, όπως για παράδειγμα κατά πόσο απέφερε κέρδος ή όχι ένα εικαστικό εργαστήριο ή ακόμα περισσότερο, πόσοι τουρίστες επισκέφτηκαν ένα νησί και ποιοι πλούτισαν από αυτή την διαδικασία.

Το εικαστικό εργαστήρι για μένα ήταν ζωτικής σημασίας και έπρεπε να συνεχίσει να δουλεύει με την (μικρή) οικονομική ενίσχυση του Δήμου, γιατί μέσω της διαδικασίας και με σύμμαχο τον χρόνο θα άλλαζε ριζικά την πολιτιστική κουλτούρα συνολικά του τόπου. Αυτός είναι και ο ρόλος των εργαστηρίων. Σε μία ανεπτυγμένη ή αναπτυσσόμενη κοινωνία για να επηρεαστούν όλα τα κοινωνικά στρώματα πολιτιστικά χρειάζεται χρόνος. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν έχουμε την υπομονή, την επιμονή, τη συνέχεια και την συνέπεια που χρειάζεται για να ωφεληθεί  ο κόσμος, διότι το μόνο μέλημα μας είναι το εύκολο και γρήγορο κέρδος.

Θεωρούσα πάντα αδιανόητη και παρωχημένη την δέσμευση ενός σύγχρονου ζωγράφου στα φορμαλιστικά πλαίσια κάποιου ρεύματος (μινιμαλισμό, σουρεαλισμό, εξπρεσιονισμό κλπ) κατά τη διάρκεια της δημιουργίας. Ωστόσο, η κατηγοριοποίηση στα στεγανά μιας τεχνικής είναι ακόμα στοιχείο σχολιασμού από τεχνοκριτικούς και το ευρύ φιλότεχνο κοινό. Επιβεβαιώστε ή όχι την αυτονομία σας στην επιλογή της τεχνικής και πείτε μου αν μπορείτε εσείς οι καλλιτέχνες να κάνετε κατανοητό ότι εδώ και χρόνια τα πρότυπα αναφοράς για την κριτική ενός εικαστικού έχουν αλλάξει.

Αρχικά το να εντάσσεται ένας καλλιτέχνης στην μία ή την άλλη τεχνοτροπία ή καλλιτεχνικό ρεύμα είναι διαδικασία υποκειμενική και συνήθως δουλειά των τεχνοκριτικών ή των ιστορικών ώστε μέσω των ομαδοποιήσεων αυτών να μπορούμε σχηματικά να κατανοήσουμε βασικές αρχές, ομοιότητες και διαφορές. Αυτό συμβαίνει ευρύτερα και όχι μόνο στον καλλιτεχνικό  χώρο. Ιδιαίτερα στον χώρο της ιστορίας είναι σύνηθες και μπορώ να πω επιβεβλημένο.   Θεωρώ όμως πως δεν αποτελεί κομμάτι των καλλιτεχνικών ανησυχιών – και προσωπικά εμένα με αφήνει αδιάφορη- το που θα ενταχθεί από τεχνοκριτικούς και συλλέκτες. Ο καλλιτέχνης πρέπει να γνωρίζει τα καλλιτεχνικά ρεύματα , τα μέσα του, να κατανοεί το θέμα του, τις τεχνικές κλπ., ώστε μετά ελεύθερος από οποιαδήποτε δέσμευση , και αυτό είναι το μεγάλο όπλο της τέχνης, να επιλέγει τα μέσα που θεωρεί, είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας είτε λόγω θέματος, εξυπηρετούν καλύτερα το έργο του. Πρέπει δηλαδή τα πράγματα, στην προκειμένη περίπτωση τα καλλιτεχνικά πρότυπα, να τα αντιμετωπίζουμε και να τους προσδίδουμε την πραγματική τους διάσταση. Ο σκοπός της ύπαρξής των ομαδοποιήσεων αυτών είναι να μας βοηθήσουν στην καλύτερη μελέτη, την σε βάθος κατανόηση της πολυμορφίας της τέχνης, και όχι την εκ προοιμίου επιρροή στην καλλιτεχνική δημιουργία. Ο ρόλος τους δηλαδή είναι επικουρικός – βοηθητικός στην τέχνη και όχι κύριος και ουσιαστικός.   Σε καμία περίπτωση δεν με απασχολούν τα παλιά ή τα νέα πρότυπα αναφοράς , αξιολόγησης του εικαστικού έργου άλλωστε αυτά τα πρότυπα δεν ήταν ποτέ σταθερά. Με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει η κατανόησή τους και η ανάλυσή τους στο επίπεδο της σφαιρικής γνώσης της τέχνης, άλλωστε προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και το θεωρητικό μεταπτυχιακό που έχω ολοκληρώσει. Μην ξεχνάμε τέλος  ότι τα πλαίσια αυτά  μεταβλήθηκαν στο παρελθόν και είναι βέβαιο ότι θα μεταβληθούν  και στο μέλλον όταν μεταβληθούν οι κοινωνικοί, οικονομικοί, πολιτικοί πολιτιστικοί  παράγοντες που τα επηρεάζουν.

Πολλοί αναρωτιούνται σε ποιο σημείο βρίσκεται η σύγχρονη τέχνη και πολύ περισσότερο, που πάει. Αν και είναι πάντα πολύ ριψοκίνδυνο να δίνεται ένα γενικό στίγμα, συμφωνείτε ότι αρχίζει και ξεφεύγει από την εννοιολογική «δικτατορία», ότι επανερχόμαστε στην κατάθεση της τεχνουργίας και ότι υπάρχει μαζική ροή προς τον δημόσιο χώρο; Τι άλλες διαπιστώσεις έχετε να κάνετε;

Από την εποχή που τα στοιχεία λαϊκής κουλτούρας αναγνωρίστηκαν και ενσωματώθηκαν στην  λεγόμενη υψηλή πολιτιστική κουλτούρα, (ενώ μέχρι και τα μέσα του προηγούμενου αιώνα θεωρούνταν στοιχεία χαμηλότερης κουλτούρας) διευρύνθηκαν κατά πολύ τα όρια της τέχνης. Είναι αν μη τι άλλο αδόκιμο να συζητάμε και να τονίζουμε κάποιες σχετικά μικρές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στην τεχνοτροπία, στην θεματολογία ή στην παρουσίασή της τέχνης όταν έχει προηγηθεί πριν από λίγα μόνο χρόνια επαναστάσεις όπως για παράδειγμα η pop art.  Η τέχνη έχει πλέον στους κόλπους της μια ποικιλία μέσων και τεχνικών  πολλές φορές ετερόκλητων οι οποίες ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος της ταυτόχρονης χρήσης τους, για διαφόρους μία προβάλετε περισσότερο σε βάρος κάποιας άλλης, χωρίς να πραγματοποιείτε κάποια ουσιαστική ρήξη στην σχέση μεταξύ τους. Η τέχνη έκανε πάντοτε βήματα προς διάφορες κατευθύνσεις. Η σύγχρονη ειδικότερα τέχνη  μεταβάλλεται και μεταλλάσσεται πολύ πιο ευέλικτα και αντιφατικά από ότι στο παρελθόν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνει βήματα  προς τα εμπρός ή προς τα πίσω. Δεν θεωρώ λοιπόν ότι είναι πισωγύρισμα όταν επανερχόμαστε σε υλικά και μέσα του παρελθόντος με δεδομένο ότι αυτά επανέρχονται μέσα από μια νέα ματιά με σκοπό να υπηρετήσουν την τέχνη και όχι να επαναληφθούν ή να μιμηθούν παλαιότερες τεχνοτροπίες. Στην φάση που βιώνουμε τώρα, θεωρώ ότι  υπάρχει μια τάση κορεσμού που οδηγεί στην χρησιμοποίηση παλαιότερων στοιχείων για διάφορους λόγους και από διάφορους καλλιτέχνες. Βέβαια στη σύγχρονη τέχνη που είναι πολλή πιο ανοιχτή και ανεκτική στο διαφορετικό και στο πρωτότυπο, ενυπάρχουν διαφορετικά είδη τέχνης και τεχνικής. Ανάλογα με τις κοινωνικό οικονομικές συγκυρίες έχει περισσότερη ή λιγότερη απήχηση στους καλλιτέχνες, δεν σημαίνει ότι το ένα θα είναι τελικός νικητής μιας και δεν μιλάμε για πόλεμο ή μάχη, αλλά για τον καλλιτέχνη και πως προσλαμβάνει τα μηνύματα του περιβάλλοντος του. Οι καλλιτέχνες για διάφορους λόγους που μπορεί να είναι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί κλπ επιλέγουν το Α ή Β τρόπο να αποδώσουν τα έργα τους.

Διπλή ΓοργώΣε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω ένα γενικό σχόλιο σχετικά με την τέχνη και την πίεση που δέχεται με σκοπό να παρουσιάσει συνεχώς κάτι διαφορετικό, πρωτότυπο και ταυτόχρονα υψηλό και εκλεπτυσμένο. Στην εποχή της κοινωνικής δικτύωσης του διαδικτύου και φυσικά του συνεχούς βομβαρδισμού μηνυμάτων, εικόνων και απόψεων από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εθιστεί σε αυτή την «κινηματογραφική ταχύτητα», απαιτώντας την ύπαρξη της σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, ακόμα και από την τέχνη. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι στην σύγχρονη εποχή υπάρχουν μορφές τέχνης εφήμερες, φθαρτές αλλά γρήγορες και ενταγμένες σε αυτή την παγκόσμια φιλοσοφία. Όμως η απαίτηση για γρήγορα, άμεσα και ανατρεπτικά αποτελέσματα στην τέχνη, έτσι απροκάλυπτα και απαιτητικά όπως αρθρώνονται από την σύγχρονη παγκόσμια κοινή συνιστώσα – προβολή ζωής, είναι για μένα ένα τεράστιο πρόβλημα που επηρεάζει και διαβρώνει την τέχνη σε βάθος, μετατρέποντάς την σε κυνηγό του ακραίου και του διαφοροποιημένου, σε βάρος της μελέτης και της ωρίμανσης των ιδεών που συνδέονται με την τέχνη γενικότερα.

Και ένα δίλημμα που ενδεχομένως να σας δυσκολέψει. Επειδή είστε μία αξιόλογη παιδαγωγός και έχετε ήδη εμπειρία σε αυτό το χώρο σε ένα δύσκολο περιβάλλον, αν μπορείτε απαντήστε μου τι θα επιλέγατε σε περίπτωση που έπρεπε να κάνετε ένα από τα δύο. Τον ρόλο της μάχιμου εκπαιδευτικού ή της εικαστικού; Τα κριτήρια θα ικανοποιούσαν κοινωνική προσφορά ή προσωπική πλήρωση;

Δεν ξέρω εάν μπορώ να απαντήσω στη συγκεκριμένη ερώτηση γιατί είναι σαν να μου ζητούν να επιλέξω ένα κομμάτι του εαυτού μου και να απορρίψω κάποιο άλλο. Το να δουλεύεις στο σχολείο και να βλέπεις την αγάπη των παιδιών και τη χαρά της δημιουργίας στο πρόσωπό τους, είναι η μια όψη του νομίσματος, ασύγκριτη και μοναδική. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι η βαθιά ανάγκη της  καλλιτεχνικής δημιουργίας την οποία είχα, έχω και θεωρώ ότι θα έχω πάντοτε. Από τη μία έχουμε λοιπόν την χαρά της δημιουργίας και της μετάδοσης των γνώσεών και των εμπειριών σου, σε συνδυασμό με την  απέραντη ανεπιτήδευτη αγάπη  που εισπράττεις από τα παιδιά και από την άλλη, την βαθιά ανάγκη να εκφραστείς σαν καλλιτέχνης, μια ανάγκη η οποία νομίζω ότι θα με «στοιχειώνει» ανεξάρτητα πέρα και πάνω από εμένα. Γι’ αυτό θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να μπω σε εκβιαστικά διλήμματα για το ποιο να διαλέξω, αφού και τα δύο είναι κομμάτια της προσωπικότητάς μου. Είναι αυτονόητο ότι συνεχίζω όπως κάνω τόσα χρόνια και το έχω αποδείξει και προς τις δύο κατευθύνσεις, γιατί πιστεύω ότι εάν χρειαστεί να αποχωριστώ κάποιο από τα δύο  δεν θα είμαι πλέον το ίδιο άτομο, το ίδιο πρόσωπο.

Σας ευχαριστώ για την τιμή να μοιραστείτε μαζί μου αυτές τις σκέψεις.

Παραμένει ανεξίτηλη η εικόνα των τσιμεντένιων σκελετών στους πίνακες. Βίωμα καθοριστικό και από τον δικό μου τόπο. Ζωγραφισμένοι όμως τόσο όμορφα με γκουάς. Ποιος είπε ότι μια αισθητική απόκλιση δεν έχει την εικαστική της αξία. Το σύνδρομο του Νέρωνα είναι πάντα παρόν στη τέχνη. Αρκεί να είναι μέρος της ίασης και όχι της εντύπωσης. Η Δήμητρα Χανιώτη το κατάφερε χωρίς ενδοιασμούς, την ευχαριστούμε.

NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply