Σερκέι Ραχμάνινοφ: η ζωή μέσα από το έργο του (Μέρος Β’)

Είμαι ένας Ρώσος συνθέτης. Η γενέτειρά μου επηρέασε το ταλέντο μου και τις αντιλήψεις μου. Η μουσική μου είναι προϊόν της ψυχοσύνθεσής μου. Είναι μουσική Ρωσική.
Σεργκέι Ραχμάνινοφ

Η στροφή προς την όπερα

Ύστερα από τη σύνθεση του δεύτερου κοντσέρτου, ο Ραχμάνινοφ κάνει στροφή προς την όπερα. Αφορμή στέκεται η νέα επαγγελματική του συνεργασία ως μαέστρος της Όπερας Μπολσόι. Μέσα σε μια διετία γράφει τις όπερες Ο τσιγκούνης ιππότης και Η Φραντσέσκα του Ρίμινι. Αμφότερα τα έργα έτυχαν χλιαρής αποδοχής. Αυτό ήταν κάτι αρνητικά αναπάντεχο για το Ραχμάνινοφ, που θεωρούσε οτι ήταν εξαιρετικά καλογραμμένα. Οι συνθήκες εργασίας στη θέση αυτή έγιναν σταδιακά δυσανάλογα απαιτητικές και ψυχοφθόρες.Τα έσοδα γίνονταν όλο και πιο πενιχρά. Η πενία σε συνδυασμό με τις  εξελίξεις της εποχής στην πολιτική σκηνή της  σπαρασσόμενης Ρωσίας, αναγκάζουν το Ραχμάνινοφ να μετοικίσει στη Δρέσδη.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του στη Δρέσδη γράφει μερικές από τις ποιοτικότερες δουλειές του. Η  Συμφωνία αρ. 2 σε μι ελάσσονα έργο 27, η Σονάτα για πιάνο αρ.1 έργο 28, και το συμφωνικό ποίημα Το νησί των νεκρών έργο 29, συγκαταλέγονται στις κορωνίδες της εργογραφίας του Ραχμάνινοφ.

Ο συμβολισμός του θανάτου στο έργο του Ραχμάνινοφ

Ο θάνατος είναι ένα θέμα στο οποίο ο Ραχμάνινοφ κάνει συχνές αναφορές μέσα από το έργο του. Το θέμα του Dies Irae από τη Λατινική Νεκρώσιμη Ακολουθία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στον συνθετικό κορμό της εργογραφίας του. Αποτελεί το βασικό συνδετικό κρίκο σε όλες τις συνθετικές περιόδους του Ραχμάνινοφ. Η συνύπαρξή του Dies Irae μαζί με τις αυθεντικές μελωδικές γραμμές που ο ίδιος συνέθετε, αποτελούσε για το συνθέτη μια πιο εμφατική έκφραση των μεταφυσικών του ανησυχιών. Το θέμα αυτό το συνάντησε συχνά. Το μελέτησε ως πιανίστας και ως μαέστρος στα μουσικά κείμενα των Λιστ, Μπερλιόζ, Μούσοργκσκι και Τσαϊκόφσκι.  Η περίοπτη θέση που έχει το Dies Irae στην εργογραφία του Ραχμάνινοφ υποδηλώνει για τον ίδιο την αυταπόδεικτη αλήθεια, ότι η ανθρώπινη ευτυχία είναι εφήμερη, πεποίθηση που είχε καλλιεργηθεί από πολύ μικρή ηλικία μέσα στην ψυχή του.

Το «3ο Ραχμάνινοφ»

Κατά το διάστημα της παραμονής του στη Δρέσδη, η μοναδική επαφή που έχει ο Ραχμάνινοφ με τη Ρωσία είναι η διαμονή του στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών στο  εξοχικό στην  Ιβάνοβκα. Επισκέπτεται επίσης την Αγία Πετρούπολη για την παγκόσμια πρεμιέρα της Συμφωνίας αρ. 2, η οποία και πραγματοποιήθηκε υπό τη διεύθυνση του ιδίου. Στο εξοχικό της Ιβάνοφκα, το καλοκαίρι του 1909, σχεδιάζει το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε ρε ελάσσονα, έργο 30. Κίνητρο για τη σύνθεση ενός τόσο μεγάλης κλίμακας έργου στάθηκε η επικείμενη πρώτη του περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες το φθινόπωρο του ίδιου έτους, στη διάρκεια της οποίας και το πρωτοπαρουσίασε.

Ο Ραχμάνινοφ επιστρέφει στη Ρωσία

Μετά το τέλος της περιοδείας, ο Ραχμάνινοφ επιστρέφει το 1910 στη Ρωσία, δίνοντας οριστικό τέλος στην παρένθεση της Δρέσδης. Στα έργα που θα γράψει σημειώνεται μια αισθητική διαφοροποίηση. Μετακινείται από τον πομπώδη λυρισμό σε ένα σαφώς πιο λιτό ύφος στο οποίο δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη χρωματική κίνηση. Οι πρώτες εκφάνσεις αυτής της στιλιστικής μεταβολής είναι η Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έργο 31 για a capella μεικτή χορωδία, τα 13 Πρελούδια για πιάνο έργο 32 και το πρώτο σετ των Etudes-Tableaux έργο 33.

Εκείνη την περίοδο αρχίζει αλληλογραφία με μια νεαρή ανώνυμη θαυμάστριά του, η οποία υπογράφει ως Ρε. Αργότερα η ταυτότητα της γίνεται γνωστή και πρόκειται για τη νεαρή ποιήτρια Μαριέτα Σαγκινιάν. Μέσα από αυτή την αλληλογραφία, ο Ραχμάνινοφ ξεδιπλώνει για πρώτη φορά μέσα από γραπτά κείμενα πολύ προσωπικές σκέψεις του, συναισθήματα και υπαρξιακές φοβίες. Αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης σχέσης ήταν η σύνθεση του κύκλου 14 Τραγούδια έργο 34. Είναι ο ωριμότερος και πιο δημοφιλής κύκλος τραγουδιών που έγραψε. Μεταξύ των κομματιών περιλαμβάνεται ο περίφημος Βοκαλισμός.

Η θυελλώδης περίοδος 1915 – 1917

Την άνοιξη του 1915 ο Ραχμάνινοφ συγκλονίζεται από τον αιφνίδιο θάνατο του πρώην συμφοιτητή του και ετέρου πόλου δόξας και καταξίωσης εκείνα τα χρόνια στο Κονσερβατόριο. Το θάνατο του  Αλεξάντερ Σκριάμπιν. Την ίδια περίοδο χάνει και τον παλιό του δάσκαλο Σεργκέι Τανιέγιεφ. Η βαθιά οδύνη, η οποία επιτείνεται και από τον συνεχώς διογκούμενο πολιτικό-στρατιωτικό σπαραγμό που έχει αρχίσει να εξαπλώνεται σε όλη τη Ρωσία, τον οδηγεί σε συνθετική παύση ενάμιση έτους.

Εκείνη την περίοδο ο Ραχμάνινοφ πηγαίνει στον Καύκασο για διακοπές και πνευματική ανάταση. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την 22χρονη τραγουδίστρια Νίνα Κόσετζ. Η Νίνα ήταν η πρώτη φοιτήτρια της ακαδημίας της Μόσχας που στις απολυτήριες εξετάσεις έπαιξε κονσέρτο Ραχμάνινοφ, μετά τον ίδιο το Ραχμάνινοφ.  Ήταν μια ανερχόμενη μεγάλη ντίβα του τραγουδιού. Αργότερα καθηγήτρια της Μάρλεν Ντίτριχ στο Χόλιγουντ. Τρέφοντας απεριόριστο θαυμασμό ο ένας για τον άλλο, αναπτύσσουν μια σχέση θυελλώδη. Πνευματικός καρπός αυτής της σχέσης είναι τα Έξι Τραγούδια έργο 38 και το δεύτερο σετ των Etudes-Tableaux, έργο 39. Η σχέση αυτή φέρνει το γάμο του Ραχμάνινοφ στα πρόθυρα της διάλυσης και τελικά αποφασίζει να τη διακόψει στις αρχές του 1917.

Το 1917 αποτελεί κομβικό χρονικό σημείο για τη Ρωσία, σηματοδοτώντας πολιτικές εξελίξεις που δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη και τη ζωή του Ραχμάνινοφ. Το ξέσπασμα της επανάστασης και η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία αντιμετωπίζονται αρχικά με ενθουσιασμό από το συνθέτη. Σταδιακά όμως η γνώμη του μεταστρέφεται και αργότερα παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Η πρόσκληση για μερικές εμφανίσεις στη Σουηδία είναι η αφορμή που περίμενε. Στις 23 Δεκεμβρίου 1917 η οικογένεια Ραχμάνινοφ αναχωρεί από την Αγία Πετρούπολη με προοπτική να μην επιστρέψει ποτέ στη Ρωσία.

Η παρένθεση της Στοκχόλμης και η μετάβαση στην Αμερική

Για ένα χρόνο περίπου η οικογένεια ζει στη Στοκχόλμη, με μοναδικό τρόπο συντήρησης τα έσοδα του Ραχμάνινοφ από τις εμφανίσεις ως πιανίστα. Σε μια Ευρώπη που αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και που οι νέες αισθητικές αρχές της τέχνης έρχονται σε ευθεία ρήξη με αυτές προ του πολέμου, δεν υπάρχει χώρος πια για συνθέτες σαν τον Ραχμάνινοφ.
Ο μόνος τρόπος να επιβιώσει σε αυτές τις νέες συνθήκες είναι να στραφεί και πάλι προς την ερμηνεία του πιάνου και τη διεύθυνση ορχήστρας. Η μόνη γη στην οποία έχει την πιθανότητα να βρει τέτοια δουλειά στην παρούσα συγκυρία είναι η Αμερική. Η οικογένεια σαλπάρει από το Όσλο με προορισμό τη Νέα Υόρκη την 1η Νοεμβρίου του 1918. Η «δεύτερη συνθετική περίοδος» του Ραχμάνινοφ αποτελεί de facto παρελθόν.

Ο Σ. Ραχμάνινοφ στο πιάνο του.
Ο Σ. Ραχμάνινοφ στο πιάνο του.
Τα πρώτα βήματα στην Αμερική

Με την άφιξή του στην Αμερική, ο Ραχμάνινοφ εγκαθίσταται αρχικά σε ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης. Φίλοι και θαυμαστές της μουσικής του τον βοηθούν να οργανώσει τη νέα του ζωή. Από εδώ και στο εξής η καριέρα του θα συνεχιστεί με την ιδιότητα του ερμηνευτή. Το Δεκέμβρη του 1918, ξεκινάει τις εμφανίσεις του ως πιανίστας. Η ζωή του αλλάζει δραματικά. Οι ώρες μελέτης πάνω στο πιάνο είναι ατελείωτες. Στα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια θα πραγματοποιήσει πάνω από χίλιες εμφανίσεις. Οι κοσμογονικές εξελίξεις που συντελούνται στο χώρο της σύνθεσης δεν θα τον επηρεάσουν, αφού άλλωστε δεν έχει τη δυνατότητα να τις παρακολουθήσει καθώς εργάζεται υπερεντατικά σαν ερμηνευτής.

Για πάνω από δέκα χρόνια ο συνθέτης Ραχμάνινοφ σιωπά εντελώς. Σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό The Monthly Musical Record αναφέρει χαρακτηριστικά : «…Η συνεχής μελέτη και η χρονική πίεση που έχει η ζωή ενός σο­λίστα απομυ­ζούν όλη μου την ενέρ­γεια. Επιπλέον νιώθω ότι η μουσική που γράφω δεν είναι αποδεκτή σήμερα. Από τότε που άφησα τη Ρωσία, έχασα την επιθυμία να συνθέσω, έχασα τον εαυτό μου. Εδώ στην εξορία, όπου οι παραδόσεις μου και το μουσικό πε­ριβάλλον μου εκμηδενίστηκαν, έχασα και την επιθυμία για προ­σωπική έκ­φραση».

Το (για πολλούς) άγνωστο 4ο κοντσέρτο για πιάνο

Το 1926 ο Ραχμάνινοφ ανασύρει από τα ράφια του διαμερίσματός του στη Νέα Υόρκη το ξεχασμένο τετράδιο με τα σκίτσα του κονσέρτου για πιάνο. Το  είχε πάρει μαζί του φεύγοντας από τη Ρωσία το 1917. Επρόκειτο για μουσικές ιδέες οι οποίες σύμφωνα με την  αλληλογραφία Ραχμάνινοφ-Σιλότι χρονολογούνται περί το 1914. Ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής στη Δρέσδη, δίνει στο Ραχμάνινοφ την ευκαιρία να ασχοληθεί συστηματικότερα με το ξεχασμένο έργο και να το αναπλάσει. Το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.4 σε σολ ελάσσονα έργο 40, σηματοδοτεί την επιστροφή του Ραχμάνινοφ στη σύνθεση και την έναρξη της «τρίτης περιόδου» ως συνθέτη.

 

Η αγάπη για την Ελβετική φύση

Το καλοκαίρι του 1928, η οικογένεια Ραχμάνινοφ πηγαίνει για διακοπές στη Γαλλία. Εκεί ο Σεργκέι έχει πληθώρα συναντήσεων με παλιούς φίλους από τη Ρωσία. Ένας εξ αυτών, ο Όσκαρ φον Ρίζμαν, προτείνει στο Ραχμάνινοφ να γράψει τη βιογραφία του. Ο τελευταίος συμφωνεί και έτσι ξεκινά μια σειρά επαφών μεταξύ των δύο ανδρών. Στο πλαίσιο αυτών των επαφών, πραγματοποιείται και μια συνάντηση στο σπίτι του Ρίζμαν στην Ελβετία. Εκεί, οι δύο άνδρες διαφωνούν για τον τρόπο συγγραφής της βιογραφίας και η συνεργασία ματαιώνεται. Στο Ραχμάνινοφ όμως γεννιέται μια μεγάλη αγάπη για τη φύση της Ελβετίας! Αγοράζει μια έκταση στη λίμνη της Λουκέρνης και χτίζει μια βίλα την οποία και προορίζει για τελευταία του κατοικία, μόλις αποσυρθεί από την ενεργό καλλιτεχνική δράση. Στη βίλα δίνει το όνομα Σεναρ (ΣΕργκέι, ΝΑτάλια Ραχμάνινοφ). Στη βίλα Σέναρ, έμελλε να γραφούν μερικές από τις κορυφαίες σελίδες της τρίτης περιόδου του Ραχμάνινοφ.

Βιώνοντας έναν ακόμα παγκόσμιο πόλεμο

Την άνοιξη του 1938, ο Ραχμάνινοφ προγραμματίζει την επιστροφή του στο πόντιουμ σε μια συναυλία στη Βιέννη, όπου θα διευθύνει αποκλειστικά δικά του έργα. Τα εισιτήρια εξαντλούνται πολύ καιρό πριν. Ο κόσμος ανυπομονεί να δει το Ραχμάνινοφ να διευθύνει Ραχμάνινοφ. Οι πολιτικές εξελίξεις όμως θα επηρεάσουν και πάλι την καριέρα του. Στις 11 Μαρτίου τα Χιτλερικά στρατεύματα εισβάλουν στην Αυστρία και η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι πια ορατή. Η ιστορική συναυλία δεν έγινε ποτέ.
Ο Ραχμάνινοφ επιστρέφει στην ασφάλεια της πολιτικά ουδέτερης Ελβετίας, όπου και πραγματοποιεί μια τελευταία εμφάνιση στο φεστιβάλ της Λουκέρνης. Στη συνέχεια εγκαταλείπει για δεύτερη φορά στη ζωή του την Ευρώπη εξαιτίας ενός πολέμου. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος έχει πλέον ξεσπάσει.

Το κύκνειο άσμα

Το καλοκαίρι του 1940, κατά τη διάρκεια των διακοπών του στο Λονγκ Άιλαντ, ο Ραχμάνινοφ καταπιάνεται με ένα καινούργιο μεγάλο έργο, το οποίο έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του. Οι Συμφωνικοί Χοροί έργο 45. αποτελούν για το Ραχμάνινοφ κατάθεση ψυχής, την αυτοβιογραφία του μέσα από νότες. Μέσα από τα τρία μέρη του έργου παρελαύνουν οι τρεις περίοδοι που έζησε ως συνθέτης, οι εμπειρίες που αποκόμισε από τις τρεις του καλλιτεχνικές ιδιότητες, ως συνθέτης μαέστρος και πιανίστας, καθώς και οι τρεις τόσο διαφορετικές φάσεις που πέρασε στη ζωή του σαν άνθρωπος. Το πρώτο μέρος των Συμφωνικών Χορών τελειώνει με μια αναφορά-εξορκισμό στην καταστροφική πρεμιέρα της Πρώτης Συμφωνίας. Το δεύτερο μέρος είναι γεμάτο λάμψη και το έργο ολοκληρώνεται στο τρίτο μέρος (το οποίο έχει ενορχήστρωση αμιγώς «Αμερικανικής» υφής) με το Αλληλούια της Ρωσικής Λειτουργίας και βέβαια το Dies Irae, το θέμα της Λατινικής Νεκρώσιμης Ακολουθίας.

Η τελευταία συνέντευξη. Αυλαία.

Στην τελευταία συνέντευξη της ζωής του συνοψίζει τις απόψεις του περί σύνθεσης στις ακόλουθες φράσεις: «Η αδιάκοπη μου θέληση να συνθέσω μουσική είναι μια εσωτερική παρότρυνση του να εκφράσω μουσικά τα συναισθήματά μου, όπως η ομιλία για να προφέρω τις σκέψεις μου. Αυτή πρέπει να είναι και η λειτουργική σημασία της σύνθεσης στην ζωή κάθε συνθέτη. Δε συμπαθώ τους συνθέτες που γράφουν με βάση προκαθορι­σμένες θεωρίες ή υιοθετούν ένα στυλ, μόνο και μόνο επειδή είναι στη μόδα. Οι μεγάλες σελίδες της μουσι­κής ποτέ δε γράφτηκαν με αυτό τον τρόπο και τολμώ να πω πως ούτε πρόκειται. Η μουσική οφείλει να είναι η έκφραση της προσωπικότητας του συνθέτη, οφείλει να αντικατοπτρίζει  αγαπημένα συναισθή­ματα, τη θρησκεία του, τη γλώσσα του, τα βιβλία και τις εικόνες που αγάπησε και τον επηρέασαν, οφείλει να είναι το σύνολο των εμπειριών του. Μελετήστε τα αριστουργήματα των μεγάλων συνθετών και θα βρείτε κάθε πτυχή της προσωπικότητας και του περιβάλλοντός τους στη μουσική τους. Ο χρόνος μπορεί να αλλάξει τις τεχνικές που χρησιμο­ποιούνται στη μου­σική, δε θα αλλάξει όμως ποτέ την αποστολή της»

Ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ πέθανε, στις 28 Μαρτίου 1943 στο Μπέβερλυ Χίλλς. Μόλις λίγες εβδομάδες πριν το θάνατό του είχε πάρει την Αμερικανική υπηκοότητα. Αναπαύεται στο κοιμητήριο Κένσικο της Νέας Υόρκης.

 

Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος.

Σημαντική σημείωση: Απαγορεύεται αυστηρά η συνολική ή μερική αναπαραγωγή του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Το κείμενο είναι μελέτη του συγγραφέα και αυτή είναι η πρώτη δημοσίευση, το Artic.gr διατηρεί κάθε νόμιμο δικαίωμα.

 

Βιβλιογραφία


  • ·         Bertensonn, Sergei  – Leyda, Jay  (επανέκδοση 2009), Sergei Rachmaninoff: A Lifetime in Music, Russian Music Studies―Malcolm Hamrick Brown, Indiana University Press.
  • ·         Martyn, Barry (1990), Rachmaninoff: composer, pianist, conductor. Scolar Press, Hants.
  • ·         Norris, Geoffrey (1976, 2η έκδ. 1993), Rachmaninoff, Λονδίνο.
  • ·         Palmiri, Robert (1974), Sergei Vasil’yevisch Rakhmaninov A guide to research, Garlan publishing, Νέα Υόρκη.
  • ·         Piggot, Patrick (1974), Rachmaninov Orchestral Music, BBC Music Guides, Λονδίνο.
  • ·     Walker, Robert (1984, 2η έκδοση 1996) Rachmaninoff, Illustrated Lives of the Great Composer, Omnibus Press.
  • ·     Geoffrey Norris. «Rachmaninoff, Serge.» Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University Press.

 

Διαβάστε περισσότερα Μουσικά Αφιερώματα εδώ

 







Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή