Μίλτον Μπάμπιτ: ο σύγχρονος Αμερικάνος των Ευρωπαίων πρωτοπόρων

Μίλτον Μπάμπιτ: ο σύγχρονος Αμερικάνος των Ευρωπαίων πρωτοπόρων

Ο Μίλτον Μπάμπιτ ανήκει στην κατηγορία των Αμερικανών μεταμοντέρνων συνθετών που εξακολουθούμε να «αγνοούμε» στην Ελλάδα; Γιατί; Επειδή πρότεινε παρόμοιες λύσεις με αυτές του Ιάννη Ξενάκη ; Μα ούτε το έργο του Ξενάκη, πλην ολίγων μετρημένων στα δάχτυλα γνωρίζουμε στη χώρα που τον γέννησε! Επειδή ασχολήθηκε με την ηλεκτρονική μουσική κι εμείς προτιμούμε να την ακούμε δια χειρός Στοκχάουζεν, εμπιστευόμενοι τα δημιουργήματα της διαχρονικά αθάνατης Γερμανικής μουσικής υπερδύναμης; Ούτε αυτό συμβαίνει. Γνωρίζουμε το όνομα του Στοκχάουζεν (για την ακρίβεια το επώνυμο…) και η γνώση του  φίλα προσκείμενου στη Σύγχρονη Τέχνη Κοινού εξαντλείται σε λίγα έργα.

Ποιος είναι λοιπόν ο συμπαθής Αμερικανός  Μίλτον Μπάμπιτ, ο οποίος σπανίως παίζεται στην Ευρώπη, (ιδίως στην Ελλάδα!)  ενώ από τους Αμερικανούς θεωρείται «Εθνικός συνθέτης» ;

Σύντομο εισαγωγικό σημείωμα στον Μίλτον Μπάμπιτ

Γεννημένος το 1916 στη Φιλαδέλφεια,γιός μαθηματικού, ήλθε σε επαφή με τη μουσική ακούγοντας τα 3 κομμάτια για πιάνο,  του Σένμπεργκ. Αυτός ο νέος ήχος συνεπήρε τον νεαρό Μίλτον. Υπήρξε το βασικό κριτήριο για να αγνοήσει την περιρρέουσα, εκείνη την εποχή, μουσική του Άαρον Κόπλαντ και να επιλέξει να σπουδάσει σύνθεση στο Πρίστον με τον Ρότζερ Σέσιονς (Είχαν προηγηθεί σπουδές μαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, οι οποίες επίσης επηρέασαν τον μελλοντικό τρόπο σκέψης του ως συνθέτη).

Ο Σέσιονς πίστευε οτι η εκ του ασφαλούς γραφή του Κόπλαντ – άρρηκτα δεμένη με τα box offices και το star system στο χώρο της Λόγιας Μουσικής- δεν πρόκειται να δώσει κάτι καινούργιο. «Μόνο αν εγκαταλειφθεί η λογική του box office ο συνθέτης του 20ού αιώνα θα αποτολμήσει να αρθρώσει λόγο πρωτότυπο και μοναδικό».

Καθώς ο Σέσιονς δεν δίδασκε δωδεκάφθογγο, ο Μπάμπιτ το ανακάλυψε μόνος του! Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ‘40, καταθέτει και τη δική του πρόταση για τον ολοκληρωτικό σειραϊσμό, παράλληλα, χρονικά, με τις ζυμώσεις του Ντάρμσταντ από τους Μπουλέζ και  Στοκχάουζεν.

Στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας

Το 1949  κατατίθεται στην Ευρώπη το πρώτο έργο που  προτείνει να τεθούν σε ολοκληρωτική σειρά οι παράμετροι του ηχοχρώματος, της δυναμικής, του ύψους και της διάρκειας. Πρόκειται για το πιανιστικό Mode de valeurs et d’intensités του Ολιβιέ Μεσσιάν. Όμως, ένα χρόνο πριν, στην Αμερική,  o Μίλτον Μπάμπιτ γράφει το Σύνθεση για τέσσερα όργανα όπου προαναγγέλλει τον ολοκληρωτικό σειραϊσμό! Τις απόψεις του αυτές, τις καταθέτει ακόμα πιο συστηματοποιημένες και οργανωμένες στο αριστουργηματικό Σύνθεση για 12 όργανα (έργο επίσης του 1948! ).

Η παράμετρος «τεχνολογία» ως παρελκόμενο του Ψυχρού Πολέμου

Στη δεκαετία του 1950, η άνοδος και η αξιοποίηση της τεχνολογίας καθίσταται ανάγκη επιβίωσης για το Δυτικό Κόσμο. Λογικό παρελκόμενο η είσοδος της τεχνολογίας και στην εκπαίδευση. Ο Μίλτον Μπάμπιτ ξεκινά να εργάζεται στο Radio Corporation of America. Μια εταιρία που συνδέθηκε με τις μεγάλες ηλεκτρονικές ανακαλύψεις στην Αμερική και η οποία συνέδραμε τις Αμερικάνικές Μυστικές Υπηρεσίες κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το πανεπιστήμιο Columbia λίγα χρόνια αργότερα αναπτύσσει ένα από τα τελειότερα στούντιο ηλεκτρονικής μουσικής (ο «πρόγονος» του παγκοσμίως γνωστού σήμερα Columbia University Computer Music Center).  Το στούντιο αυτό στην αρχή λειτουργεί όπως το Γερμανικό στούντιο της Κολωνίας, το ορμητήριο του Κ. Στοκχάουζεν. Αργότερα όμως ενώνει τις δυνάμεις του με το πανεπιστήμιο του Princeton, ιδρύοντας το The Columbia – Princeton Electronic Music Center, όπου τη διεύθυνσή του αναλαμβάνει ο Μίλτον Μπάμπιτ.

Με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Ροκφέλερ, δημιουργείται και εγκαθίσταται στο Columbia – Princeton Electronic Music Center, το synthesizer «Mark II», το οποίο θεωρείται η Ναυαρχίδα στον τομέα της ηλεκτρονικής μουσικής της εποχής, παρέχοντας αμέτρητες λύσεις σε συνθέτες σχετικής εργογραφίας, τόσο σε επίπεδο προ-ηχογραφημένου ηλεκτρονικού ήχου αλλά και σε επίπεδο live electronics !

Έχοντας  ως αφετηρία το Μεταβεμπερνικό Σειραϊσμό και κινούμενος χρονικά παράλληλα με τον Στοκχάουζεν, o Μίλτον Μπάμπιτ από τη θέση του αυτή, αντιμετωπίζει τη  μουσική σαν έναν μετασχηματισμό πυκνοτήτων, ηχοχρώματος και υφής που μπορεί να ελεγχθεί με στατιστικά μέσα. Προτείνει μια διαδικασία που μόνη της μπορεί να γεννήσει νέες, πρωτότυπες «ανοιχτές»,  τυχαίες φόρμες ή και ολοκληρωτικά οργανωμένες μορφές.

Τα επόμενα βήματα – «Η Φιλομήλα», ένα χαρακτηριστικό έργο σταθμός

Ζώντας και δρώντας σε ένα αμιγώς ψηφιακό και νεωτεριστικό περιβάλλον, αρχίζει και παράγει έργα τα οποία γράφονται για «μικτό ήχο». Γράφονται δηλαδή για προηχογραφημένο υλικό (είτε συμβατικό είτε ψηφιακό) και ζωντανή μουσική. Χαρακτηριστικότερο αυτών είναι η σύνθεση Philomel. Πρόκειται για ένα έργο που γράφτηκε στο Columbia – Princeton Studio με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Φορντ και σκοπό να κάνει πρεμιέρα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (The Met). Η συνεργασία και ο συγχρωτισμός όλων των παραπάνω φορέων γύρω από τη μουσική του Μίλτον Μπάμπιτ προφανώς και αποτυπώνει την αποδοχή που τύγχανε ο τελευταίος στους Αμερικάνικους λόγιους κύκλους της εποχής του. Για το κείμενο συνεργάστηκε με το λιμπρετίστα John Hollander.

Εμπνεόμενος από την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, όπως τεκμηριώνεται από τον τίτλο του έργου, ο Μπάμπιτ καταθέτει μια συνθετική πρόταση η οποία εμπεριέχει τον ψηφιακό ήχο, τόσο σε προ-ηχογραφημένη μορφή όσο και σε ζωντανή εκτέλεση καθώς και  τον αναλογικό ήχο, (εν προκειμένω τη γυναικεία φωνή, επίσης προηχογραφημένο και live).

Ο Μίλτον Μπάμπιτ ομιλώντας για τη σύγχρονη μουσική (και η σύγχρονη μουσική ομιλώντας για τον Μίλτον Μπάμπιτ)

Τις απόψεις του για τη σύγχρονη μουσική σύνθεση την αποτύπωσε και μέσα από δύο εξαιρετικά γραπτά κείμενα. Το πρώτο είναι το Words About Music, (ed. Stephen Dembski and Joseph N Straus, Wiscoscin University Press,1987). Ακολούθησε το The Collected Essays of Milton Babbitt (ed. Stephen Peles, Princeton University Press,2003). Αμφότερα διατίθενται εύκολα μέσω ψηφιακών βιβλιοπωλείων και διαβάζονται με πολύ ενδιαφέρον από τους σημερινούς φοιτητές σύνθεσης.

Ο ίδιος δεν αποδεχόταν οτι η μουσική του άνηκε στην κατηγορία advanced music, μια μουσική δηλαδή άρρηκτα δεμένη με τα μαθηματικά και τη μουσική. Θεωρούσε οτι η μουσική του περισσότερο ακολουθεί τη μακρά παράδοση του Μπραμς, του Σέμπεργκ και του Βέμπερν.

Ο Gunther Schuller πάντα ανέφερε πόσο ενδιαφέρον ήταν να διευθύνει κανείς μια μουσική (εννοώντας του Μίλτον Μπάμπιτ) όπου τα δεδομένα είναι τόσα πολλά και πυκνά.

Ο Alex Ross είχε αναφέρει οτι η μουσική του Μίλτον Μπάμπιτ θα μπορούσε να είναι η τζαζ κάποιου άλλου πλανήτη.

Αυλαία και αποτίμηση

Ο Μίλτον Μπάμπιτ έφυγε από τη ζωή στις 29.1.2011 σε ηλικία 94 ετών.

Εκτός από τις πολυπληθείς εκτελέσεις έργων του, κυρίως στην Αμερικανική ήπειρο, βραβεύτηκε με τα εξής παράσημα και αριστεία:

1965 – Member of the American Academy of Arts and Letters
1974 – Fellow of the American Academy of Arts and Sciences (Anon. 2011a)
1982 – Pulitzer Prize, Special Citation, «for his life’s work as a distinguished and seminal American composer» (Columbia University 1991, 70; Anon. n.d.(c)
1986 – MacArthur Fellow
1988 – Mississippi Institute of Arts and Letters Award for music composition.
2000 – National Patron of Delta Omicron, an international, professional music fraternity (Klafeta & Beckner 2009; Anon. 2000)
2010 – The Max Reger Foundation of America – Extraordinary Life Time Musical Achievement Award

Ο Μίλτον Μπάμπιτ γράφοντας ηλεκτρονική μουσική.
Ο Μίλτον Μπάμπιτ γράφοντας ηλεκτρονική μουσική.

Βιβλιογραφία:


  • Mailman, J.B. (2016) ‘UPON THE OCCASION OF THE MILTON BABBITT (1916–2011) CENTENARY: AN INTERVIEW WITH BENJAMIN BORETZ’, Tempo, 70(278), pp. 29–44. doi: 10.1017/S0040298216000322.
  • Barkin, Elaine and Martin Brody (2001). «Babbitt, Milton (Byron)». The New Grove Dictionary of Music and Musicians, second edition, edited by Stanley Sadie and John Tyrrell. London: Macmillan Publishers; New York: Grove’s Dictionaries of Music
  • www.newmusicbox.org/articles/milton-babbitt-a-discussion-in-12-parts
  • Griffiths, Paul: Modern Music and After, Oxford University Press, 3rd Edition, 2011
  • Ross, Alex: The Rest Is Noise. Farrar, Straus and Giroux, New York, 2007

NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply