Η μυρωδιά της ασπλαχνίας: Καϊάφας του Νίκου Αδάμ Βουδούρη

Η μυρωδιά της ασπλαχνίας: Καϊάφας του Νίκου Αδάμ Βουδούρη

Ολιγοσέλιδο είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Αδάμ Βουδούρη Καϊάφας (εκδ. Πατάκη, 2016) μα αναδεικνύει με τρόπο πρωτότυπο ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που κυμαίνονται από την κρίση ταυτότητας των σύγχρονων αστών μέχρι το κρυμμένο παιδί μέσα μας. Η πλοκή στρέφεται γύρω από την απροσχεδίαστη περιήγηση ενός μοναχικού άντρα στην δυτική Πελοπόννησο μέσα από ερημότοπους και παραλίες, αρχαιολογικούς χώρους και κάθε λογής καταλύματα. Συμπρωταγωνιστής είναι το συμπαθητικό αδέσποτο ονόματι Σαμψών που ο αφηγητής συναντά τυχαία και επιλέγει ως σύντροφο στο ιδιότυπο αυτό road trip που αποδίδεται με όρους ιλαροτραγωδίας.

Ο αφηγηματικός μονόλογος του πρωταγωνιστή περιορίζεται σε περιγραφές εξωτερικών καταστάσεων και συχνά τα κίνητρα και συναισθήματά του παραμένουν σκοτεινά. Εντούτοις, οι πράξεις του προδίδουν πως η αστική κανονικότητα και, ειδικότερα, η εργασιακή ρουτίνα σε δουλειά γραφείου προκαλούν την εσπευσμένη φυγή του από την Αθήνα (βλ. τις σπασμωδικές κλωτσιές στο σακάκι της δουλειάς).

On the Road 

Στην Πελοπόννησο πλέον θα αναζητήσει ένα καινούργιο, νωχελικότερο modus vivendi σε στενή επαφή με την φύση και με αρκετή παιγνιώδη διάθεση, που φαίνεται να ισοδυναμεί με απώθηση της ενήλικης ταυτότητάς του. Είναι αξιοσημείωτο πως η υπαρξιακή κρίση που τον ταλανίζει και η απόδραση η ίδια δεν αφορμάται μόνο από την ασφυκτική πίεση του άστεως, αλλά κυρίως πηγάζει από την οικογενειακή απόρριψη. Κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού ξετυλίγεται ο καταθλιπτικός του ψυχισμός και μια συχνά ανεπαίσθητη νοσταλγία για την παιδική ηλικία και την στοργική μητρική φιγούρα [βλ. «Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Γιάννη Ματζώρο … να τους πω να πάρουν την μαμά μου, να μου τη φέρουν εδώ» (σ. 76)]. Η αναζήτηση αυτή αισθητοποιείται κυρίως μέσα από γκροτέσκα στοιχεία παιδικότητας στο σώμα ενός ενήλικα και τον εξωραϊσμό της πραγματικότητας για να ξορκίσει τους φόβους του. Εύλογα οι συμπεριφορές αυτές που «σαν παιδάκι [κι’ αυτός]» (σ. 75) επιτελεί (αναίτια γέλια, κοινωνική αφέλεια, εξωτερίκευση των ενδόμυχων σκέψεων) τον καθιστούν αλλότριο, περιθωριακό και υψώνουν τείχος στην σύναψη νέων διαπροσωπικών σχέσεων.

Οι προσπάθειες του αφηγητή να κατορθώσει επαφές ή έστω και έναν σύντομο διάλογο με τους ανθρώπους που εμφανίζονται στο δρόμο του είναι αδέξιες ή κωμικοτραγικές και απολήγουν στον χλευασμό ή μένουν ημιτελείς μεστώνοντας τη μοναξιά μέσα του. Σε τέτοια σημεία ο Βουδούρης επιδέξια αμβλύνει τον μελοδραματισμό με το αστείρευτο μαύρο χιούμορ του αφηγητή ο οποίος, για να συστηθεί τους ξένους, σκαρφίζεται φανταστικές ιστορίες (ονόματα και ιδιότητες) μέσω των οποίων αναδέχεται πολλαπλές εναλλακτικές ταυτότητες.

Νίκος Αδάμ Βουδούρης

Φρούδες ελπίδες;

Η ανάγκη αγάπης και αποδοχής που χαρακτηρίζει το θλιμμένο παιδί μέσα του φαίνεται να καλύπτεται όταν ο αφηγητής συναντά τον κατατονικό σκύλο Σαμψών, ο οποίος όπως και η ετυμολογική προέλευση του ονόματός του σημαίνει, αναλαμβάνει να «φωτίσει» τη ζωή του. Παρά την αρχική αμηχανία, μαζί του αναπτύσσει σχέση συντροφικότητας, ομοτιμίας, ενσυναίσθησης, που εγγυάται το είδος σταθερής προστασίας που ο αφηγητής έχει ανάγκη. Το προσεγμένο εξώφυλλο δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει καλύτερα την παλινδρομική αυτή κίνηση και σχέση φροντίδας. Εντούτοις, οι «ωραίες κανονικές μέρες» ή η εξισορρόπηση των καταθλιπτικών τάσεων του πρωταγωνιστή μέσω μιας κατ’ επίφαση φυσιολογικότητας που εγγυάται η προστασία και στοργή του Σαμψών δεν είναι παρά διάτρητη. Αυτοκαταστροφικές σκέψεις (όπως ο αυτοτραυματισμός ή η ευθανασία) και οι λυγμοί συχνά διαρρηγνύουν τις στιγμές χαράς και το νόημα της νέας κανονικότητας, κατοπτρίζοντας τις βαθιές εντάσεις και συναισθηματικά ελλείμματα του πρωταγωνιστή.

Από τεχνική σκοπιά το μυθιστόρημα είναι μάλλον άρτιο καθώς παρουσιάζει αρκετές προσημάνσεις (όπως την υποτονικότητα και αδιαθεσία του Σαμψών που παραπέμπουν σε κάποια ασθένεια) και προετοιμάζουν για το τέλος του κειμένου. Πάντως, ο Βουδούρης σε αρκετά σημεία υπονομεύει την αληθοφάνεια της αφήγησης, αποκαλύπτοντας σταδιακά την αναξιοπιστία του εσωδιηγητικού αφηγητή, του οποίου η αντίληψη της πραγματικότητας είναι διαστρεβλωμένη. Αυτός αναδέχεται υποθετικούς εαυτούς και ξετυλίγει εναλλακτικά σενάρια σε μελλοντικό χρόνο διανοίγοντας μια υποθετική συνθήκη η οποία συγχέει τα όρια πραγματικού –φανταστικού και συνάμα αναδεικνύει την αφήγηση ως κατασκευή. Αυτό καθίσταται σαφέστερο στο πρώτο κεφάλαιο, στο οποίο ο Βουδούρης στήνει ένα φευγαλέο μεταμοντέρνο σκηνικό για το μυθιστόρημα, με τον αφηγητή να απευθύνεται ειρωνικά στον αναγνώστη ως «θεατή», προσκαλώντας τον να περιηγηθεί το μυθοπλαστικό σύμπαν.

O Καϊάφας είναι καλογραμμένο κείμενο, αλλά έχω την αίσθηση πως όλα γίνονται με έναν τόνο συγκρατημένο: πυροδοτούνται αλλεπάλληλες ματαιώσεις και η συγκίνηση ενδύεται τη φάρσα, αφήνοντας μια γεύση πικρής αμηχανίας. Με την αφήγηση να διαγράφει κυκλική πορεία (νοηματικά), το υπαρξιακό αδιέξοδο του αφηγητή επισφραγίζεταιŸ έτσι, παρά την γραμμική αφήγηση πιστεύω πως ο Καϊάφας διαβάζεται ως ανεστραμμένο bildungsroman[1]—όχι μυθιστόρημα διάπλασης ή παγίωσης ταυτότητας αλλά στασιμότητας ή παλινδρόμησης.

 

[1] Το θέμα των μυθιστορημάτων «bildungsroman» είναι η διαμόρφωση του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή μέσα από μια σειρά από κομβικά γεγονότα και εμπειρίες που σηματοδοτούν την μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα/ενηλικίωση.

 

Πληροφορίες για το βιβλίο «Καϊάφας»


  • Τίτλος: Καϊάφας
  • Συγγραφέας: Νίκος Αδάμ Βουδούρης
  • ΕκδόσειςΠατάκη
  • ISBN: 978-960-16-6900-7
  • Σελίδες152
  • Τιμή:7,70

NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply