Ελιά – ακολουθώντας τη διαδρομή της από την αρχαιότητα έως σήμερα (Μέρος...

Ελιά – ακολουθώντας τη διαδρομή της από την αρχαιότητα έως σήμερα (Μέρος Β’)

Η ελιά, ο καρπός του ελαιόδεντρου, που αξιοποιείται από το φύλλο μέχρι και το κουκούτσι της, εδώ και χιλιάδες χρόνια, ταΐζει, φωτίζει και ζεσταίνει τον άνθρωπο από γενιά σε γενιά.
Η ελιά, ο καρπός του ελαιόδεντρου, που αξιοποιείται από το φύλλο μέχρι και το κουκούτσι της, εδώ και χιλιάδες χρόνια, ταΐζει, φωτίζει και ζεσταίνει τον άνθρωπο από γενιά σε γενιά.

Η ελιά (Ελαία ή Olea στη λατινική) αποτελεί από την αρχαιότητα σύμβολο ομορφιάς, σοφίας, υγείας και αφθονίας για τους λαούς της Μεσογείου, ιδιαίτερα της Ανατολικής. Η ελιά, ο καρπός του ελαιόδεντρου, που αξιοποιείται από το φύλλο μέχρι και το κουκούτσι της, εδώ και χιλιάδες χρόνια, ταΐζει, φωτίζει και ζεσταίνει τον άνθρωπο από γενιά σε γενιά. Είναι το δέντρο που αγαπά τη θάλασσα και τον ήλιο της Μεσογείου. Αντέχει στους ανέμους και σε συνθήκες ανομβρίας. Μεγαλώνει ακόμη και σε άγονα ή πετρώδη εδάφη. Η ελιά έχει συντροφέψει τους ανθρώπους τόσο σε περιόδους αφθονίας και ευμάρειας, όσο και στις δύσκολες περιόδους της λιτότητας και της στέρησης. Κάθε μεσογειακός λαός την έχει τιμήσει και συμπεριλάβει στην πολιτισμική του παράδοση. Έχοντας αφήσει πίσω μας την πορεία της ελιάς στην αρχαία Ελλάδα, θα ακολουθήσουμε τη διαδρομή της στη ρωμαϊκή εποχή. Από εκεί θα οδηγηθούμε στα βυζαντινά χρόνια και μετέπειτα στην εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, με σκοπό να φτάσουμε σιγά σιγά στις μέρες μας.

Μέρος Α’ | Ελιά – ακολουθώντας τη διαδρομή της από την αρχαιότητα έως σήμερα

Η διάδοση της ελιάς στη ρωμαϊκή εποχή

Γνωρίζουμε πως οι Έλληνες ιδρύοντας τις πρώτες αποικίες τους στη Σικελία, μετέφεραν μαζί τους την καλλιέργεια της ελιάς. Το ίδιο συνέβη και στις πρώτες αποικίες στη νότια Γαλλία και τη δυτική Ισπανία. Η ελιά και το ελαιόλαδο θα γίνουν γνωστά σε αυτές τις περιοχές του δυτικού κόσμου κάπου στον 7ο αιώνα π.Χ. Η καλλιέργεια όμως θα γίνει συστηματική με τη συμβολή των Ρωμαίων. Αναγνωρίζοντας τη σημασία του ελαιόλαδου και του ελαιόκαρπου στην τροφή, την καθαριότητα, το φωτισμό και φυσικά, την παλαίστρα, συνέτειναν στην εξάπλωση της καλλιέργειας στα εδάφη της αυτοκρατορίας τους. Φρόντιζαν μάλιστα να μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες λαδιού σε περιοχές όπου οι άνθρωποι το στερούνταν. Την εποχή αυτή παρατηρείται μεγάλη πρόοδος στη διάδοση των ελαιοκομικών γνώσεων.

Οι Ρωμαίοι ήταν επίσης αυτοί που διέδωσαν την καλλιέργεια της ελιάς στις εύφορες κοιλάδες της Τυνησίας, της Αλγερίας και του Μαρόκο. Αξίζει να σημειωθεί πως στην αρχή δεν καλλιεργούν ελιές στην ίδια την Ιταλία, αλλά στηρίζονται σε καλλιέργειες απομακρυσμένων επαρχιών, αυξάνοντας έτσι το εμπόριο του ελαιόλαδου με τις κατακτημένες χώρες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στην Ισπανία για παράδειγμα, οι ελαιώνες της Ανδαλουσίας απλώνονταν από τη Σιέρα Μορένα ως τον ποταμό Γουαδαλκιβίρ, στον οποίο απευθύνεται ο Ρωμαίος ποιητής Μαρτιάλης ως εξής: «Θεϊκέ ποταμέ, µε τα μαλλιά στεφανωμένα από στεφάνι ελιάς». Μετά την κατάκτηση του συνόλου της Μεσογείου και την εξάλειψη της ελληνικής δύναμης, οι Ρωμαίοι άρχισαν την καλλιέργεια της ελιάς και στην Ιταλία.

ελαιόδεντρα σε ελαιώνα
Με την ίδρυση των πρώτων αποικιών τους στη Σικελία, οι Έλληνες μεταφέρουν την καλλιέργεια της ελιάς περί τον 7ο αιώνα π.Χ. Οι Ρωμαίοι θα την καθιερώσουν λίγους αιώνες αργότερα.
Η ελαιοκαλλιέργεια στη μεσαιωνική εποχή

Με την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 5ο μ.Χ. αιώνα και την εισβολή των βαρβάρων, η καλλιέργεια της ελιάς μειώθηκε. Η δυτική Ευρώπη μπαίνει στο Μεσαίωνα, αλλά η ελαιοπαραγωγή συνεχίζεται στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δηλαδή στο Βυζάντιο. Οι ελαιοπαραγωγικές περιοχές διατηρήθηκαν (Συροπαλαιστινιακές ακτές, Κύπρος, Κρήτη, Πελοπόννησος, νησιά) με σημαντικές όμως διακυμάνσεις στην παραγωγή κάθε περιοχής. Η ανάγκη για φως (φωτισμός ναών, ανακτόρων, οικιών), σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες χρήσεις του ελαιόλαδου, δημιουργούσε όλο και μεγαλύτερες ανάγκες που καθιστούσαν την Αυτοκρατορία επανειλημμένα ελλειμματική σε ελαιόλαδο. Έτσι, παρά το γεγονός ότι έκανε τη μεγαλύτερη εξαγωγή λαδιού στον τότε κόσμο, συχνά οι αρχές την απαγόρευαν.

Οι βάρβαροι και οι πρώτες αραβικές επιδρομές όμως, θα σημάνουν το τέλος της «καλής περιόδου» για την ελαιοκαλλιέργεια. Το ελαιόλαδο θα αποκτήσει ξανά την παλιά του αίγλη στην εποχή των Σταυροφοριών. Γύρω στο 13ο αιώνα, το εμπόριο του ελαιόλαδου έχει μετατραπεί ξανά σε κερδοφόρα επιχείρηση. Οι εξελίξεις μάλιστα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βοήθησαν στην ανάπτυξη του εμπορίου και διευκόλυναν την ανάπτυξη των μεταφορών, ιδιαίτερα των θαλασσινών. Το λάδι άρχισε να βρίσκει ανοιχτούς δρόμους προς τη δυτική Ευρώπη. Την εποχή εκείνη δόθηκε έμφαση στη μαγειρική χρήση του ελαιόλαδου που ήταν άγνωστη ως τότε στις μη ελαιοπαραγωγικές περιοχές, αλλά και στο φωτισμό και τη σαπωνοποιία. Κατά το 18ο αιώνα σχεδόν όλες οι ποσότητες εξάγονταν στη Μασσαλία που είχε εξελιχθεί σε δυναμικό βιομηχανικό κέντρο παραγωγής σαπουνιού.

σαπούνι Μασσαλίας
Κατά τον 18ο αιώνα σχεδόν όλες οι ποσότητες ελαιόλαδου εξάγονταν στη Μασσαλία που είχε εξελιχθεί σε δυναμικό βιομηχανικό κέντρο παραγωγής σαπουνιού.
Η ελιά ταξιδεύει στον υπόλοιπο κόσμο

Ήδη από το 16ο αιώνα, οι Ευρωπαίοι φτάνουν στην Αμερική και μεταφέρουν την ελιά στο Νέο Κόσμο. Σήμερα υπάρχουν ελαιοκαλλιέργειες στην Καλιφόρνια, το Μεξικό, το Περού, τη Χιλή και την Αργεντινή. Ο σημερινός παγκόσμιος πληθυσμός ελαιοδέντρων ανέρχεται σε περίπου 800 εκατομμύρια. Σε παγκόσμιο επίπεδο, παραγωγοί ελαιόλαδου δηλώνουν 47 χώρες. Η συντριπτική πλειοψηφία των δέντρων βέβαια βρίσκεται στις χώρες της Μεσογείου (το 95% του συνολικού πληθυσμού).

Στην Ελλάδα τα ελαιόδεντρα καλλιεργούνται ευρέως και πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο οπωροφόρο δέντρο. Αντιστοιχούν στο 75% της συνολικής μας δενδροκομίας και καλύπτουν το 15% της γεωργικής μας γης. Η βασικότερη ελαιοπαραγωγική περιοχή της χώρας είναι με διαφορά η Πελοπόννησος (Καλαμάτα, Αργολίδα, Λακωνία) και κατ’επέκταση η Κρήτη, με το λάδι Σητείας να είναι εξαιρετικά δημοφιλές. Ακολουθούν σε απόσταση η Κεντρική Ελλάδα και η Μακεδονία. Περίπου 35 είδη ελιάς ευδοκιμούν στην περιοχή της Μεσογείου. Τα σημαντικότερα από αυτά τα συναντάμε στην Ελλάδα με κυριότερους εκπροσώπους στη βρώσιμη ελιά την Κονσερβοελιά, Καλαμών, Μεγαρίτικη και Χαλκιδικής ενώ στις λαδοελιές την Κορωνέικη, Κοθρέικη και Βαλανοελιά.

ελιά και ποικιλίες
Περίπου 35 είδη ελιάς ευδοκιμούν στην περιοχή της Μεσογείου. Τα σημαντικότερα από αυτά τα συναντάμε στην Ελλάδα με κυριότερους εκπροσώπους στη βρώσιμη ελιά την Κονσερβοελιά, Καλαμών, Μεγαρίτικη και Χαλκιδικής ενώ στις λαδοελιές την Κορωνέικη, Κοθρέικη και Βαλανοελιά.
Ελιά, παράδοση, επιστήμη και πολιτισμός

Το στεφάνι από αγριελιά, ο περίφημος κότινος, ήταν στην αρχαιότητα το έπαθλο των ολυμπιονικών. Οι κριτές των Ολυμπιακών αγώνων (Ελλανοδίκες) τα προσέφεραν στους νικητές. Το κλαδί προερχόταν από το ιερό άλσος «’Αλτις» που βρισκόταν κοντά στο χώρο των αγώνων, στην Ολυμπία. Στον τομέα της ιατρικής, το ελαιόλαδο χρησιμοποιούταν για τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Στον Ιπποκράτειο Κώδικα υπάρχει αναφορά σε περισσότερες από 60 φαρμακευτικές χρήσεις του. Εκτός από το λάδι της ελιάς, αξιοποιήθηκαν τόσο τα φύλλα, όσο και τα άνθη της για θεραπευτικούς σκοπούς.

Φτάνοντας στη νεότερη ελληνική παράδοση, με τη γέννηση ενός παιδιού φυτεύεται μια ελιά. Η ελιά και το παιδί θα μεγαλώσουν ταυτόχρονα και όταν το παιδί θα γίνει 6 χρονών, η ελιά θα δώσει τους πρώτους της καρπούς. Θα μεγαλώσει με την οικογένεια, θα επιζήσει και θα βρίσκεται εκεί πολλές γενιές αργότερα για να θυμίζει τη συνέχιση και την εξέλιξη της ζωής. Μάλιστα, μια κρητική παροιμία έχει ως εξής: «Αμπέλι από δικού σου κι ελιές απ’ του κυρού σου». Δηλαδή, τα αμπέλια μεγαλώνουν γρήγορα και καρποφορούν. Αντίθετα, για να βγάλει κανείς εισόδημα από τις ελιές πρέπει να τις κληρονομήσει από τους γονείς του. Η ελιά εξακολουθεί να έχει κυρίαρχη παρουσία στην ιδιωτική και δημόσια ζωή των Ελλήνων και όχι μόνο. Στην Πορτογαλία υπάρχουν προσευχές για να διώξουν το δαιμόνιο. Σε αυτές αναφέρεται το ελαιόλαδο σαν μέσο που εξαγνίζει το κακό. Σε αρκετές αγροτικές περιοχές της Μεσογείου, οι άνθρωποι πετούν λάδι στο έδαφος για να έχουν καλή σοδειά ή για να ευχαριστήσουν για τη σοδειά που είχαν.

Η ελιά επηρεάζει και τη σύγχρονη ζωγραφική. Χαρακτηριστικά είναι τα Ελαιόδεντρα του Vincent Van Gogh (Olive Trees). Ο Ολλανδός ζωγράφος δημιούργησε πάνω από 18 πίνακες που απεικονίζουν ελαιόδεντρα. Το «Λιομάζωμα» του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ είναι μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις που εικονογραφούν την ελληνική λαϊκή παράδοση και ιστορία.

olive-trees-van-gogh-yellow-sky
Τα Ελαιόδεντρα του Vincent Van Gogh. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Ολλανδός ζωγράφος συνέθεσε πάνω από 18 πίνακες που απεικονίζουν ελαιόδεντρα στην ύπαιθρο.
Η διατροφική αξία της ελιάς

Το ελαιόδεντρο είναι γένος της οικογένειας Oleaceae, στη γλώσσα μας, ελαιοειδή. Βασικό «στέλεχος» της μεσογειακής διατροφικής πυραμίδας, ο καρπός της ελιάς, παρ’ ότι μικρός στο μάτι, είναι εξαιρετικά θρεπτικός και ωφέλιμος για την υγεία μας. Αναφορικά με τη θερμιδική αξία της ελιάς, 3 μεγάλες ελιές (ή 5 μικρές) μας «φορτώνουν» με περίπου 45 θερμίδες. Τόσες θερμίδες αντιστοιχούν επίσης, σε ένα κουταλάκι του γλυκού ελαιόλαδο. Η διατροφική αξία της ελιάς μεταφράζεται κατ’ αρχάς σε βιταμίνες (A σε μεγάλες ποσότητες, ενώ B1, B6 και B12 σε μικρότερες). Πιο συγκεκριμένα, η βιταμίνη A βοηθά τον οργανισμό στην ανάπτυξη, την όραση και την αναπαραγωγή. Σε σχέση τώρα με το αγνό παρθένο ελαιόλαδο, ο καρπός της ελιάς υστερεί σε βιταμίνη E, την οποία περιέχει σε αμελητέα ποσότητα. Η βιταμίνη E είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην καταπολέμηση της οστεοπόρωσης.

Τα ιχνοστοιχεία του καρπού είναι κάλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο, φώσφορο και σίδηρος. Οι ελιές που διατηρούνται σε άλμη περιέχουν μεγάλες ποσότητες νατρίου. Για το λόγο αυτό, καλό είναι να μειώνεται η κατανάλωσή ειδικά των δεύτερων, από άτομα που πάσχουν από υπέρταση, έλκος και χρόνια γαστρίτιδα. Η ελιά περιέχει ακόμη λινολεϊκό οξύ, που είναι απαραίτητο να λαμβάνεται από τα βρέφη κατά το θηλασμό (ανεπαρκής πρόσληψη του οξέος συνδέεται με δερματικές ασθένειες και προβλήματα ανάπτυξης). Το χλώριο, που επίσης εμπεριέχεται στον καρπό, βοηθά στην καλή λειτουργία του ήπατος. Συντελεί δηλαδή στον καθαρισμό του οργανισμού από τα «απόβλητα». Ευεργετικές επίσης είναι οι ιδιότητες των πολυφαινολών, οι οποίες έχουν προληπτική δράση κατά ορισμένων μορφών καρκίνου. Εύλογα λοιπόν προκύπτει και το συμπέρασμα. Όχι μόνο η χαρακτηριστική γεύση και το άρωμα της ελιάς, αλλά και τα διατροφικά της πλεονεκτήματα, έχουν συνδράμει στο να αποτελεί ανέκαθεν βασική γαστρονομική προτίμηση του ανθρώπου και όπως είδαμε, όχι μόνο γαστρονομική.

ελιά, διατροφική αξία και ευεργετικές ιδιότητες
Η ελιά περιέχει λινολεϊκό οξύ, το οποίο είναι απαραίτητο να λαμβάνουν τα βρέφη κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

 

Ελιά – ακολουθώντας τη διαδρομή της από την αρχαιότητα έως σήμερα (Μέρος Α)

 

Βιβλιογραφία:


  • Η ελιά και το λάδι από την αρχαιότητα έως σήμερα: Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, 1-2 Οκτωβρίου 1999, Μέγαρον Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα
  • Η ελιά και το λάδι στο χώρο και το χρόνο: Πρακτικά Συμποσίου, 24-26 Νοεμβρίου 2000, Θεοφάνειος Σχολή, Πρέβεζα
  • Ελαιοσοδεία: Μελέτες για τον πολιτισμό της ελιάς / Συλλογικό έργο: Αικατερίνη Πολυμέρου – Καμηλάκη, Παναγιώτης Β.Φάκλαρης, Βασιλική Σταματοπούλου, Δέσποινα Χατζή – Βαλιάνου, Συμεών Παρχαρίδης, Δημήτρης Τσουγκαράκης, Ν.Ε. Καραπιδάκης, Ευαγγελία Μπαλτά, Ersin Gülsoy, Παναγιώτης Καμηλάκης, Γιάννης Σακελλαράκης · επιμέλεια: Αικατερίνη Πολυμέρου – Καμηλάκη. – 1η έκδ. – Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών, 2004
  • ΕΣΤΙΑ – Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης Χαροκοπείου Πανεπιστημίου (estia.hua.gr)
  • Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (www.tovima.gr)
  • OliveOilTimes (www.oliveoiltimes.com)
  • ypaithros.gr – Ηλεκτρονική εφημερίδα για την αγροτική ανάπτυξη

NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply