David Cronenberg: Ένα αλλιώτικο σκηνοθετικό ταλέντο…

David Cronenberg: Ένα αλλιώτικο σκηνοθετικό ταλέντο…

david cronenberg photoΜια σκηνοθετική φιγούρα που κατάφερε να ταξιδεύσει τους θεατές σε τόπους πέραν της κοινής ανθρώπινης φαντασίας είναι ο ανεπανάληπτος και ανορθόδοξα εφευρετικός David Cronenberg. O εν λόγω σκηνοθέτης, γεννημένος στο Toronto του Καναδά το 1943, είναι πάντα διατεθειμένος να στηρίξει την εγχώρια αγορά, επιλέγοντας συνήθως να γυρίζει τις ταινίες του στα πάτρια εδάφη. Με πατέρα δημοσιογράφο και μητέρα μουσικό, η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη  προς τις τέχνες. Όντας  πάντα γοητευμένος από την λογοτεχνία (γράφοντας  μικρά διηγήματα) ,τη μουσική( παίζοντας κιθάρα μέχρι την ηλικία των 12)  και τον κινηματογράφο, ασχολήθηκε με όλα αλλά η σκηνοθεσία τον κέρδισε. Η θεματολογία των σεναρίων του είναι πάντα πρωτότυπη , ενδιαφέρουσα και ίσως σοκαριστική για το συντηρητικό μάτι και τον απαίδευτο νου. Οι προβληματικές του σκηνοθέτη έχουν μια ενδιαφέρουσα ποικιλία αλλά περιστρέφονται γύρω από τον χαώδη διαχωρισμό σάρκας και νου. Η πένα του Cronenberg έχει αγκαλιάσει τον άνθρωπο προσπαθώντας να δείξει πόσο η τεχνολογία αλλάζει την ψυχοσύνθεση, την κοινωνία και, σε ένα (όχι και τόσο) μακρινό τρομακτικό μέλλον, τον βιολογικό μας κώδικα. 

 

 

videodrome photoΒέβαια οι παλαιότερες ταινίες του όπως το  “The Brood” (1979) που ακολουθεί ένα λάθος της επιστήμης αφού μια στρατιά μικρών ανθρωποειδών με τερατογενέσεις κατακλύζουν μια μικρή πόλη στο Καναδά, είναι ιδιαιτέρως ανατριχιαστικές δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα για τις άρρωστες φαντασιώσεις του κυρίου Cronenberg. To αποκορύφωμα της εξωπραγματικής του δημιουργικότητας ενσαρκώνεται στο υπέρτατο cult Videodrome (1983). Η ταινία περιστρεφόταν γύρω από έναν τηλεοπτικό παραγωγό ενός , τρίτης διαλογής , καναλιού με βασικό θέμα τις αισθησιακές ταινίες. Η αλληλεπίδραση του πρωταγωνιστή με την virtual reality και τις απολαύσεις που προσφέρει η (κατά κύριο κυριολεκτική) διείσδυση στον σκοτεινό κόσμο της μικρής οθόνης είναι αρχικά ίσως λίγο ενοχλητική αλλά στη συνέχεια εθιστική. Στην εποχή που έκανε την έξοδο της στις αίθουσες αποτέλεσε μια τεραστία αποτυχία αφού οι θεατές έφευγαν αηδιασμένοι η απλά αποσβολωμένοι μακριά από την υποχθόνια επίδραση της. Ο James Woods και η Deborah Harry έφεραν εις πέρας ένα σενάριο που όχι μόνο ήταν ολοκληρωτικά εναλλακτικό αλλά έμελλε να ανοίξει τον δρόμο για τις ταινίες που ασχολούνται με τον λεγόμενο “body horror”.

 the fly photoΗ ρευστότητα της ανθρώπινης σάρκας αλλά και η σύνδεση σεξ και θανάτου είναι οι βασικές συνοριακές γραμμές στο νου του σκηνοθέτη. Οι προβληματισμένοι πρωταγωνιστές του Cronenberg οδηγούνται σε διχασμό όταν αντιλαμβάνονται την δυνατότητα μετάλλαξης και παραβίασης του κορμιού τους και των απολαύσεων που μπορεί να τους προσφέρει εάν απεγκλωβιστούν από το κλουβί του. Βέβαια, στα δύσκολα χρόνια της διαμόρφωσης  του στυλ του, τα συνθετικά προσθετικά και τα ειδικά εφέ αποτέλεσαν ένα μεγάλο μέρος της αριστουργηματικής του διαστροφής. Η εμμονή του με την ανθρώπινη σάρκα και με τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να διαστρεβλωθεί  συνέχισε να ισχύει και στις μελλοντικές του ταινίες όπως στο κορυφαίο “The Fly” με τον Jeff Goldblum και το “Scanners” οπού ο νους είναι ένα πολύ επικίνδυνο όπλο. Ο εφιάλτης του Cronenberg κτιζόταν σταδιακά  και σταθερά μέσα από τις προγενέστερες ταινίες του “The Fly”. Οθόνες που παράγουν αισθησιακούς ήχους και αντικείμενα που ενσωματώνονται στα κορμιά των πρωταγωνιστών συνθέτουν το ιδανικό διαστρεβλωμένο πρόσφορο έδαφος. Οι “Scanners” με τη σειρά τους δημιούργησαν μια τελείως καινούργια διάσταση στην έννοια “mind control” αφού ο πόνος και η αποσύνθεση που προκαλούν είναι εξοντωτική για τα θύματα τους.

Φυσικά,  η σκηνοθετική του ικανότητα, η σεναριακή του πένα και η μαγεία του μοντάζ καλλιεργήθηκαν πρωτύτερα σε low budget παραγωγές αλλά προοδευτικά cult classics όπως το “Shivers”(1975) και το “Rabid” (1977). Στερούμενο τα ειδικά εφέ, το “Shivers” πέτυχε να είναι τρομακτικό και αγωνιώδες χωρίς να έχει υπερβολικά στιλιζαρισμένες σκηνές και ασταμάτητα εφέ. Η όλη μαγεία κρύφτηκε πίσω από σκηνές που δείχνουν μέσα στο σκοτάδι φευγαλέα τα μικρά παράσιτα. Αυτά τα ίσως αηδιαστικά όντα που μολύνουν τους ανθρώπους μιας μικρής πόλης και τους μετατρέπουν σε ασταμάτητα σεξουαλικά μανιώδη ζώα , είναι υπαίτιοι της διατήρησης της απρόσμενης ατμόσφαιρας. Από την άλλη πλευρά το “Rabid”  έχει ως βασική ηρωίδα μια γυναίκα που αρέσκεται στο ανθρώπινο αίμα μετά από μια αποτυχημένη πλαστική και σπέρνει τον τρόμο κάνοντας τους πάντες αιμοβόρα ζόμπι. Η αρχή του τέλους έρχεται αφού μια ασταμάτητη επιδημία είναι στο κατώφλι της πόλης.

crash posterΗ τελευταία ταινία του που δημιούργησε αντιδράσεις είναι το “Crash” (1996) που προέκτεινε και πάλι τους ορίζοντες των θεατών προβάλλοντας τον πόνο ως την υπέρτατη πρόκληση απόλαυσης και ηδονής. Το κορμί πια δεν είναι μέρος του ανθρώπου αλλά αποτελεί το ναό της διατροφικής ευχαρίστησης. Οι ήρωες χάνοντας το νόημα της καθημερινότητας, αναζητούν λύτρωση στο πόνο. Βέβαια,  τα ακρωτηριασμένα η απλά τραυματισμένα κορμιά και το  σεξ δεν συνδυάζονται καν αλλά ο Cronenberg είναι ικανός να κάνει τα δυο άκρα να ταιριάζουν υπέροχα. Η ηδονή που λαμβάνει αυτό το ξεχωριστό club είναι απερίγραπτη και ο θεατής ακολουθεί την πορεία των πρωταγωνιστών με μια συνεχή αίσθηση σοκ και δέους.  Οι μεταγενέστερες ταινίες του, εννοώντας τη δεκαετία του ’90, άρχισαν να εξερευνούν περισσότερο τον ψυχολογικό κόσμο ιδιαιτέρων προσωπικοτήτων και ο σκηνοθέτης οδηγήθηκε σε πιο εσωτερικά μονοπάτια όπως  το “Spider” (2002), “The history of  violence”(2005) ,το άρτιο “Eastern Promises”(2007) και το ευρέως αποδεκτό “Cosmopolis”(2012). Οι χαρακτήρες αυτών των ταινιών έχοντας παραμορφωθεί ψυχικά και ίσως σωματικά στο παρελθόν , προσπαθούν να συλλέξουν τα κομμάτια τους για να προχωρήσουν στη ζωή τους. Η επιρροή των νέων τεχνολογιών και η πεζότητα της ζωής τους οδήγησε στον εγκλωβισμό και στον προβληματικό ψυχισμό τους.

cronenberg moviesΟ David Cronenberg ,μέσα από τις επιβλητικές σκιές του και τις ανορθόδοξες γωνίες λήψεις, προσπαθεί να εισάγει τον θεατή σε νέες εμπειρίες. Οι ανατριχιαστικές σιωπές του αλλά και οι ατμοσφαιρικές μουσικές συνθέσεις που ενσωματώνει στις δημιουργίες του, διαμορφώνουν το τέλειο σκηνικό. Όλες οι ταινίες του βασίζονται στην αναγωγή απλών καθημερινών πραγμάτων και συνηθειών σε σουρεαλιστικά απόκοσμα εργαλεία πόνου, ευχαρίστησης και διχασμού. Οι μυημένοι στο κόσμο του σκηνοθέτη θα νιώσουν νοσταλγία και θα επισκεφτούν ξανά την φιλμογραφία του.  Αυτοί που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή θα βαδίσουν δυσπιστώντας (όχι για πολύ) σε ένα σύμπαν «που ελέγχει το νου και επηρεάζει τη σάρκα»  αναπαράγοντας τη χαρακτηριστική ατάκα του “Videodrome”.

NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply