Θεατρικές κριτικές

Ο Μουνής από τους 4frontal
Ο Μουνής της Λ. Κιτσοπούλου, από την ομάδα 4Frontal, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη

«Ο Μουνής», η παράσταση που είναι βασισμένη στο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου, από την ομάδα 4Frontal και τον Παντελή Δεντάκη, επέστρεψε μετά από δύο χρόνια απουσίας και παρουσιάστηκε στα πλαίσια του 10ου Bob Theatre Festival, το οποίο εντάχθηκε στις προφεστιβαλικές εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. Μετά την χειμερινή επιτυχή σύμπραξη μεταξύ του Παντελή Δεντάκη και της ομάδας 4Frontal, με τίτλο Σοφία Λασκαρίδου, μια αγάπη μεγάλη στο Θέατρο 104, το δηκτικό διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου επανέρχεται επί σκηνής. Ένας από τους σταθμούς της πολυαναμενόμενης αυτής «αναβίωσης» ήταν στην Κρήτη, όπου ανέβηκε για δύο παραστάσεις στο θέατρο της Πύλης Βηθλεέμ στο Ηράκλειο, την Τετάρτη 9 και Πέμπτη 10 Αυγούστου.

Η ακραία, απόκοσμη και ηδονικά διαιωνιζόμενη Βία

Ένα υπέροχο χωριό της ελληνικής επαρχίας κάπου στην δεκαετία της Αλλαγής, στη δεκαετία του ’80, ένα παρ’ ολίγον φονικό του Αργύρη του Παντζαρά του κοντοκουρεμένου, ένας βιαστικός γάμος του Κωστή του ανάπηρου με την Κωλαθηνά, μια τελετή ενηλικίωσης του μικρού Λαζάρ του γιου του Μπερδούλια, ένα αυτί απλωμένο στο σκοινί της μπουγάδας της Παντζάραινας και η μεγάλη απόφαση της τσαχπίνας της Ανθής συνθέτουν το σκηνικό της παράξενης ιστορίας του Μουνή.

Τα ονόματα αποτελούν παρελθόν, αφού όλοι έχουν ένα μοναδικό παρατσούκλι που έχουν αποκτήσει με βάση τη σχέση σημαίνοντος-σημαινόμενου. Ο Μουνής, σημείο αναφοράς αλλά και άνθρωπος-κλειδί στο μεγαλύτερο μέρος των παρασκηνίων των γεγονότων που περιγράφονται, είναι ένα «παράξενο τρένο». Η σιωπή του δίνει λαβές στο χωριό ώστε οι φήμες να οργιάζουν. Γύρω απ’ το όνομά του εμπλέκονται και σχετίζονται ένοχα μυστικά, ανομολόγητοι πόθοι και κρυφά απωθημένα τεσσάρων οικογενειών.

Ο Μουνής - Σκηνή από την παράσταση
Ο Μουνής – Σκηνή από την παράσταση

Τα πρόσωπα του χωριού, βαθιά προκατειλημμένα απέναντι στον συνάνθρωπο, αλλά και φοβισμένα απέναντι σε οτιδήποτε μπορεί να διαταράξει την φαινομενικά ηθική κοινωνική τους εικόνα, αντιστέκονται αδιάκοπα και παλεύουν να νικήσουν τον μοναδικό πραγματικό έχθρο: την αλήθεια. Αλλοιώνοντας και αποκρύπτοντάς την, εθελοτυφλούν απέναντί της, θεωρώντας τους εαυτούς τους άτρωτους. Κυρίαρχο όπλο στην αέναη αυτή προσπάθειά τους, η βία. Ακραία, απόκοσμη και ηδονικά διαιωνιζόμενη, η βία αποτελεί το ένοχο κοινό μυστικό όλων. Η βία και η υποκριτικά λαξευμένη «λεβεντιά» των Ελλήνων κυριαρχούν έναντι των γυναικόπαιδων που βρίσκονταν εξ ορισμού σε θέση κατώτερη και ήταν συνεπώς αναγκασμένοι να υποτάσσονται στον βίαιο καταπιεστή. Αυτή η δύναμη και η εξουσία απέναντι στα αδύναμα μέλη της οικογένειας όμως, ήταν αυτό που κυρίως οδηγούσε στον καθορισμό και προσδιορισμό της ατομικότητάς τους, αλλά και της θέσης τους στον κοινωνικό περίγυρο.

«Τη φρίκη καμιά φορά οι άνθρωποι θέλουν να την κοιτάζουνε…»

Το διήγημα της Κιτσοπούλου ακολουθεί με γλώσσα ωμή και ρεαλιστική την πορεία των οικογενειών αυτών, της φαινομενικά «αγνής» και «αθώας» ελληνικής υπαίθρου. Στο διήγημα γίνεται έκδηλο το πώς στα ασφυκτικά πλαίσια της κοινωνίας της εποχής αυτής, οι θεσμοί, οι παραδόσεις, και οι κοινωνικοπολιτικές και ιστορικές διεργασίες συντελούν στη διαμόρφωση χαρακτήρων, συνειδήσεων και στάσεων ζωής. Υπό αυτή την έννοια, ο Μουνής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ηθογραφία, καθώς δεν αρκείται σε μία απλή καταγραφή των ηθών και εθίμων της υπαίθρου με τη γραφική και απλουστευτική έννοια του όρου. Τα υπερρεαλιστικά στοιχεία που υπεισέρχονται στις περιγραφές, τις εμπλουτίζουν και χαρίζουν περισσότερη δυναμική στη ρεαλιστικότητα που διατρέχει κατά κύριο λόγο το κείμενο.

Θανάσης Ζερίτης
Ο Μουνής, με τους Σταύρο Γιαννουλάδη, Θανάση Ζερίτη, Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αριστέα Σταφυλαράκη.
Η παράσταση

Η δηκτική γραφή της Κιτσοπούλου βρίσκει σκηνικό έρεισμα στην σκηνοθετική δεινότητα του Παντελή Δεντάκη, ενώ η απαγγελτική δεινότητα της ομάδας, σε συνδυασμό με τη σωματικότητά τους, συνθέτουν ένα άρτιο σκηνικό αποτέλεσμα, με ρυθμικά σφιχτή δομή και ένταση. Το έργο είναι διαποτισμένο από παιγνιώδες χιούμορ, το οποίο βρίσκεται σε συνεχή εναλλαγή με την βαθιά τραγικότητα που αποπνέουν τα περιστατικά βίας, η κατ’ επίφαση αρμονική συμβίωση με τους συγχωριανούς και η σταδιακή αποδόμηση της αψεγάδιαστης και ιδανικά πλασμένης εικόνας του «λεβέντη» Έλληνα.

Ο επαναλαμβανόμενος πανηγυριώτικος χορός που χορεύουν πιασμένοι στην πλατεία του χωριού και η εναλλαγή στατικών αφηγήσεων και σωματικής αναπαράστασης εμπλουτίζουν τη δράση και κρατούν αμείωτη την προσοχή των θεατών. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα, συμπληρώνουν καίρια τη σχέση σημαίνοντος-σημαινόμενου της παράστασης αλλά και τη συνολική της ατμόσφαιρα, καθώς οι υποταγμένες και σεμνές (ή μάλλον σεμνότυφες) γυναίκες είναι παρόμοια ντυμένες και με έναν τόνο κιτς, ενώ οι άντρες έχουν μία λαϊκότροπη, ειρωνικά ακαλαίσθητη «μάτσο» εμφάνιση.

Οι ερμηνείες

Οι ηθοποιοί της ομάδας 4Frontal, με την άριστη υποκριτική σχέση μεταξύ τους, έχουν προσδώσει ιδιαίτερη σπιρτάδα, ταμπεραμέντο αλλά και την απαραίτητη ειρωνική χροιά στους ποικίλους ρόλους που υποδύονται. Οι τρεις γυναίκες ηθοποιοί υποστηρίζουν ψυχή τε και σώματι όλους τους ρόλους, σε ερμηνείες πηγαίες και σφοδρές στο ρυθμό τους. Η Αριστέα Σταφυλαράκη ξεχωρίζει για τον άριστο χειρισμό των ταχύτατων μετατοπίσεων της αφηγηματικής πυξίδας, η Νεφέλη Μαϊστράλη είναι απολαυστική ως παπαδιά και η Ελένη Κουτσιούμπα συγκινητική στο ρόλο της τσαχπίνας Ανθής. Ο Θανάσης Ζερίτης πέρα από την προσγειωμένη εκφραστικότητα και την αμεσότητά του, προσδίδει στους ρόλους που υποδύεται ένα σαρδόνιο χαμόγελο, που καταδεικνύει άριστα τις σχέσεις υποκρισίας μεταξύ των συγχωριανών. Ο Σταύρος Γιαννουλάδης διαθέτει άριστο χειρισμό της λαϊκής διαλέκτου και της ειρωνικής υπογράμμισής της μέσω κάποιον επιτονισμών και αδιάπτωτη ενέργεια.

Συνολικά, η καθηλωτική αυτή παράσταση δίνει με κάθε δυνατό τρόπο «φωνή» στον σιωπηλό Μουνή ως μεμονωμένο χαρακτήρα, αλλά και στο ομώνυμο διήγημα εν γένει.

Trailer

** Ο «Μουνής» είναι ένα διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου από τη συλλογή με τίτλο  «Μεγάλοι δρόμοι» (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Συντελεστές παράστασης Ο Μουνής

  • Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
  • Επιμέλεια Κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
  • Σκηνικά/Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
  • Μουσική: Κώστας Νικολόπουλος
  • Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
  • Φωτογραφίες: Κάλλι Χαρόβα
  • Βοηθοί Σκηνοθέτη: Πάνος Τοψίδης, Αγάπη Κουρομπλή
  • Ερμηνεύουν: Σταύρος Γιαννουλάδης, Θανάσης Ζερίτης, Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αριστέα Σταφυλαράκη.
  • 4Frontal: Site | Facebook Page
  • Ο Μουνής: Facebook Page

Άλκηστη - Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Άλκηστη - Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος), Γιάννης Φέρτης (Φέρης) [Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης]

Η Άλκηστη αποτελεί την παρθενική κάθοδο της νεαρής και πολυπράγμονος σκηνοθέτιδας, Κατερίνας Ευαγγελάτου, στην Επίδαυρο και την δεύτερη παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, μαζί με την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη στο Φεστιβάλ Επιδαύρου για φέτος. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος), ο Γιάννης Φέρτης (Φέρης), η Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη) και ο Κώστας Βασαρδάνης (Απόλλων) υποδύονται τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ενός δυνατού θιάσου. Η μετάφραση είναι του Κώστα Τοπάζη, τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα.

Η παράσταση που προσέλκυσε πλήθος κόσμου στο αργολικό θέατρο έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή 28 Ιουλίου, όπου παρουσιάστηκε για δύο παραστάσεις και στη συνέχεια θα περιοδεύσει σε συγκεκριμένους σταθμούς ανά την Ελλάδα. Το Εθνικό Θέατρο αφιερώνει την παράσταση στη μνήμη του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου. (20.10.1940 – 24.1.2017).

Ένας στιβαρά δομημένος «κλαυσίγελος»

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έκανε το ντεμπούτο της στο Φεστιβάλ Αθηνών 2014, με το έργο του γερμανού συγγραφέα Ρόλαντ Σίμελπφενιχ, «Ιδομενέας», το οποίο επαναδιαπραγματεύεται έναν αρχαιοελληνικό μύθο. Σε ένα σχετικό κείμενο για την παράσταση, είχα αναφέρει χαρακτηριστικά πως, «Η Κατερίνα Ευαγγελάτου αποτελεί μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις σκηνοθετών στη χώρα μας, που μπορούν να μετατρέψουν τη σκηνή σε ένα ζωγραφικό πίνακα [….]» και πως, «φαίνεται πως κέρδισε το στοίχημα με το ντεμπούτο της στο Φεστιβάλ Αθηνών καθώς, αποφεύγοντας τις περιττές φαμφάρες και τις σκηνοθετικές υπερβολές προς χάριν της καινοτομίας, έστησε μία παράσταση με ουσία, ρυθμό και τις κατάλληλες κορυφώσεις, χαρίζοντας στο κοινό ένα καίριο αισθητικό αποτέλεσμα γεμάτο ποιητικότητα, που θα χαρακτεί για χρόνια στις μνήμες αρκετών θεατών.»

Άλκηστη - Σκηνή από την παράσταση
Η Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη) και ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος) σε σκηνή από την παράσταση Άλκηστη σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου [Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης]
Τρία χρόνια μετά, τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και επεκτείνονται και στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Μετά την ενασχόλησή της με τον «Ρήσο» του Ευριπίδη [;] για το Φεστιβάλ Αθηνών 2015, φέτος καταπιάνεται με το πρώτο από τα σωζόμενα ευριπίδεια έργα (438 π.Χ.). Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου από μόνη της αποτελεί ένα σημαντικό τόλμημα, δεδομένης της δυσκολίας της ειδολογικής του κατάταξης.

Η τοποθέτησή του ως το τέταρτο έργο της πρώτης τριλογίας του Ευριπίδη, η οποία δεν έχει διασωθεί («Κρήσσες», «Αλκμέων δια Ψωφίδος», «Τήλεφος») και η μορφή του παραπέμπουν στο σατυρικό δράμα, ενώ θεματικά, η ύπαρξη των θρήνων, της θυσίας και των χορικών τονίζουν την άμεση συγγένειά του με το είδος της τραγωδίας. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου κατόρθωσε να συνταιριάξει και να συνυφάνει τα δύο είδη που με τρόπο ομαλό, δημιουργώντας έναν «κλαυσίγελο» δομημένο πάνω σε έναν στέρεο δραματουργικό καμβά.

Το αναπόδραστο του θανάτου

Ο Ευριπίδης τείνει να αναδεικνύει στα έργα του το ηρωικό ανάστημα όχι τόσο στους θρυλικούς ήρωες, όσο σε «ταπεινότερα» πλάσματα, όπως οι γυναίκες. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Άλκηστη, η αυτοθυσία της οποίας που χαρίζει τη ζωή στον άντρα της, βασιλιά Άδμητο, είναι ιδωμένη ποικιλοτρόπως στο έργο. Η πατριαρχική κοινωνία την οδηγεί σε αυτήν την πράξη και παρά την αποδοχή της να προσφέρει τη ζωή της ώστε να ζήσει ο αγαπημένος της, στοιχείο που παραπέμπει σε παραμυθικής υφής θεματολογία, ιδεολογικά προδίδει μία πράξη αντίστασης. Η ηθελημένη και άμεση απόφασή της να πεθάνει για τον Άδμητο, σε αντίθεση με την άρνηση των ίδιων των γονιών του, δεν προτάσσει την ερωτική αγάπη έναντι της γονεϊκής, αλλά της γυναικείας γενναιότητας έναντι της ανδρικής δειλίας. Η σιωπή της κατά την επαναφορά της από τον Άδη σηματοδοτεί την ηρωική αντίστασή της στα προτάγματα της πατριαρχίας.

Είτε από δειλία απέναντι στον θάνατο είτε από αίσθηση καθήκοντος απέναντι στον λαό του, ο Άδμητος αφήνει τη γυναίκα του να πεθάνει στη θέση του, αφήνοντας τα παιδιά του ορφανά από μάνα. Η εξαργύρωση της ζωής του θα πληρωθεί με τον όρκο της αιώνιας πίστης που υπόσχεται στην αγαπημένη του λίγο πριν χαθεί στον Άδη. Βέβαια, η κατοπινή συνειδητοποίηση της έλλειψης αγάπης και συντροφικότητας τον καθιστά μετέπειτα συναισθηματικά ανάπηρο. Ανίκανος να πια να σηκώσει το βάρος μιας ζωής δυστυχισμένης και να γαληνεύσει, γίνεται άστεγος στον ίδιο του τον τόπο, ξένος ανάμεσα σε ξένους, ένας υποτακτικός στο μέρος που ο ίδιος διαφεντεύει.

Άλκηστη - ο Χορός
Άλκηστη – Σκηνή από την παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου [Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης]
Άδμητος – Άλκηστη: Οι ερμηνείες

Η ερμηνεία του Άδμητου από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο αποτυπώνεται με βάση την ίδια την ειδολογική κατάταξη του έργου: ιλαροτραγικά. Η σκηνή των παρακλήσεων και υποσχέσεων μεταξύ των δύο συζύγων, αλλά και ο «αγώνας λόγων» μεταξύ αυτού και του Φέρη παρουσιάζουν έναν Άδμητο-περίγελο για την δειλία και την απανθρωπιά του να δεχθεί τη θυσία της γυναίκας του για σωτηρία της ζωής του. Βέβαια, συχνά έχει προβληματίσει τους κριτικούς το γεγονός ότι ο Ευριπίδης δεν έκανε την θυσία της Άλκηστης εν αγνοία του Άδμητου. Σε μεταγενέστερες διασκευές του μύθου, το ενδιαφέρον στράφηκε ακριβώς στην απόκρυψη της θυσίας από τον Άδμητο. Η εν γνώση του όμως αυτοθυσία της γυναίκας του τον καθιστά μία ιλαροτραγική φιγούρα, τρωτή, αδύναμη, έως και αποκρουστική.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, πιστός στο αίτημα της σκηνοθεσίας, αποδίδει έναν Άδμητο που διαθέτει αρχικά ποικίλα ιλαρά και φαρσικά στοιχεία, πράγμα που δραματουργικά βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το κείμενο, ενώ σκηνοθετικά αποτελεί μία ευφυή κατάδειξη-κατάρριψη του πατριαρχικού μοντέλου. Η αυτογνωσία και η απόλυτη δυστυχία που επιφέρει ο χαμός της γυναίκας του θα αποτελέσουν όμως σταδιακά, φωτεινούς οδοδείκτες της μεταστροφής του. Ο σπαρακτικός κομμός του καθηλώνει και κατορθώνει με χαμαιλεοντική ακρίβεια να περάσει από την καυστική σάτιρα στην σπαρακτική τραγικότητα. Προσωποποιεί επάξια τον κλαυσίγελο που παρουσιάζει η παράσταση στο σύνολό της.

Η Άλκηστη της Κίττυς Παϊταζόγλου διαθέτει ένα ιδιαίτερο κράμα ευαισθησίας και δυναμισμού όπως αρμόζει στην ηρωίδα. Ίσως ως σκηνική παρουσία να μην έχει το απαραίτητο τραγικό μέγεθος, όμως σαν φιγούρα και ιδίως στην τελική, σχεδόν άψυχη εμφάνισή της, κυριαρχεί μέσω της σημαίνουσας σιωπής της. Συγκινητική η σκηνή του αποχαιρετισμού με τα δύο παιδιά της, όπου σωστά έχουν επιλεγεί δύο μικρά εκφραστικά παιδιά.

Ο Γιάννης Φέρτης στον ρόλο του Φέρη αναδεικνύει με την απολαυστικά ειρωνιική έως και αλαζονική του διάθεση τη σαθρότητα των επιχειρημάτων του Άδμητου, διατηρώντας τις σωστές κορυφώσεις χωρίς υπερβολές.

Η αποδυνάμωση των τραγικών τόνων

Τα φαρσικά στοιχεία της παράστασης εντοπίζονται ήδη από την αρχή του έργου, καθώς ο θεός Απόλλων εκθέτει την «προϊστορία» του δράματος με σχεδόν κωμική γλαφυρότητα, φορώντας ένα ροζ κοστούμι (Κώστας Βασαρδάνης). Η ρήση του Απόλλωνα που σώζει τον ξενιστή του από τον θάνατο και ο προσεχής «αγώνας λόγου» με τον Θάνατο (Σωτήρης Τσακομίδης) λαμβάνει ειρωνικά σύγχρονες διαστάσεις συζήτησης περί εμπορικών συνδιαλλαγών, δεδομένης της ενδυμασίας του Θανάτου ως businessman με δερμάτινο χαρτοφύλακα που διαχειρίζεται τις ανθρώπινες ζωές σαν άλλες χρηματιστηριακές μονάδες.

Άλκηστη του Ευριπίδη στην Επίδαυρο
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, την Άλκηστη του Ευριπίδη.

Η σκηνοθετική προσέγγιση της αποδυνάμωσης των τραγικών τόνων με την ενσωμάτωση ιλαρών-φαρσικών στοιχείων εδραιώνεται άμα τη εμφανίσει της γνωστής ιλαρής φιγούρας του αρχαίου δράματος, Ηρακλή. Η κλοουνίστικη εμφάνισή του με το βαμμένο πρόσωπο και την εντυπωσιακή γούνα, που συνταιριάζεται άψογα με την αδηφάγα, αχόρταγη και «σατυρική» φύση του, σε συνδυασμό με την θεαματική είσοδό του στη σκηνή, συνθέτουν την εικόνα του Ηρακλή. Ο Δημήτρης Παπανικολάου υποστηρίζει άριστα την εικόνα αυτή, χωρίς να μένει στο ιλαρό μόνο κομμάτι αυτής, αλλά προσδίδοντας κι έναν τόνο βαθιάς συγκίνησης και ανθρωπιάς στο άκουσμα της θυσίας της Άλκηστης και την απόφασή του να παλέψει για να την επαναφέρει στη ζωή. Ο Ηρακλής και η ακαταμάχητη θέλησή του να επαναφέρει την Άλκηστη στη ζωή, έρχεται σε ειρωνική αντίθεση με την ανενδοίαστη απάθεια και παθητικότητα του Άδμητου.

Η παράσταση

Η σκηνοθετική προσέγγιση βρίσκει τη χρυσή τομή ως προς την ισορροπία και την άρτια εναλλαγή τραγικού και ιλαρού, ενώ εισαγάγει το πολιτικό στοιχείο, ενδυναμώνοντας τις εννοιολογικές προεκτάσεις του έργου. Ο Χορός, που αποτελείται από Γέρους των Φερών, εναλλάσσει τις μηχανιστικές-στρατιωτικού τύπου κινήσεις με έναν ξέφρενο χορό συμπαράστασης στο σπαρακτικό θρήνο του Άδμητου. Στέκεται δίπλα στον βασιλιά με αίσθημα ειρωνικού (;) θαυμασμού για τη μεγαλοψυχία του, αλλά και απόλυτης υποταγής. Οι κινήσεις των παλλόμενων σωμάτων τους υπό τον ρυθμό της εξαίρετης μουσικής σύνθεσης του Γιώργου Πούλιου τον καθιστούν μάλιστα μία προέκταση του ίδιου του Άδμητου, δημιουργώντας μία συγχώνευση ή ενδεχομένως, ταύτιση του ιδιωτικού με το δημόσιο, του μικρόκοσμου με τον μακρόκοσμο. Το πολιτικό στοιχείο είναι έκδηλο και στην ενδυματολογική επιλογή (Βασιλική Σύρμα) των στρατιωτικών στολών, ιδίως ως προς τον Άδμητο, που θυμίζει αρχηγό κάποιου ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Η σκηνογραφία της Εύας Μανιδάκη χαρακτηρίζεται από λιτότητα και καίριο συμβολισμό. Η τρύπα που ανοίγουν στην άμμο στο κέντρο της σκηνής πριν ακόμη ξεκινήσει η παράσταση σηματοδοτεί την είσοδο στον κόσμο των νεκρών, που άξαφνα εισέρχεται και «καταλαμβάνει» τον κόσμο των ζωντανών. Ένα δέντρο ορθώνεται και γεμίζει την τρύπα αυτή, συμπίπτοντας με την επαναφορά της Άλκηστης στη ζωή και με τα γεμάτα τραγική ειρωνεία λόγια του Άδμητου, «Οι νεκροί δεν ξανάρχονται».

Συνολικά, η Άλκηστη αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες και καίρια δουλεμένες παραστάσεις αρχαίου δράματος της φετινής χρονιάς, όπου η σκηνοθετική μαεστρία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, σε συνδυασμό με την υποκριτική δεινότητα του θιάσου συνθέτουν μία θεατρική εμπειρία που αξίζει να βιώσουμε σε έναν από τους επόμενους σταθμούς της.

Trailer

Συντελεστές παράστασης Άλκηστη του Ευριπίδη

  • Κείμενο: Άλκηστις του Ευριπίδη
  • Μετάφραση: Κώστας Τοπούζης
  • Σκηνοθεσία – Επεξεργασία Μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου
  • Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
  • Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
  • Κίνηση: Πατρίσια Απέργη
  • Μουσική: Γιώργος Πούλιος
  • Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής
  • Μουσική Διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
  • Βοηθός Σκηνοθέτη: Δήμητρα Δερμιτζάκη
  • Β’ Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δημήτρης Οικονομίδης, Μαριλένα Κουτρουλάκη
  • Βοηθός Χορογράφου: Ειρήνη Καλαϊτζίδη
  • Βοηθός Ενδυματολόγου: Ειρήνη Γεωργακίλα
  • Βοηθοί Σκηνογράφου: Θάλεια Μέλισσα, Μυρτώ Μεγαρίτου
  • Διανομή: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος), Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη), Γιάννης Φέρτης (Φέρης), Δημήτρης Παπανικολάου (Ηρακλής), Ερρίκος Μηλιάρης (Υπηρέτης), Κώστας Βασαρδάνης (Απόλλων), Σωτήρης Τσακομίδης (Θάνατος), Σπύρος Γουλιέλμος, Νικόλ Φαλτσέτα (παιδιά), Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Γιώργος Ζυγούρης, Στάθης Κόικας, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Αντώνης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Νούσης, Χρήστος Ξυραφάκης, Στέλιος Παυλόπουλος, Δημόκριτος Σηφάκης, Περικλής Σκορδίλης, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης, Βαλάντης Φράγκος (χορός)
  • Μουσικοί επί σκηνής: Κωνσταντίνος Κωστίδης, Κωνσταντίνος Τσιώλης,Θοδωρής Σοφόπουλος
  • Φωτογράφος Παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας
  • Βία: Καθόλου
  • Γυμνό: Καθόλου
Πληροφορίες

  • Τοποθεσία: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
  • Παραστάσεις: Παρασκευή 28 και Σάββατο 29 Ιουλίου 2017
  • Ώρα: 21:00
  • Πρόγραμμα Περιοδείας:

Δευτέρα 21 Αυγούστου – Ηράκλειο, Δημοτικό Κηποθέατρο Νίκος Καζαντζάκης

Πέμπτη 24 Αυγούστου – Ρέθυμνο, Θέατρο Ερωφίλη

Σάββατο 26 Αυγούστου – Χανιά, Θέατρο Ανατολικής Τάφρου

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου – Θεσσαλονίκη, Θέατρο Δάσους

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου – Ελευσίνα, Παλαιό Ελαιουργείο

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου – Αθήνα, Ωδείο Ηρώδου Αττικού

 

Κύκλωπας
Παρακολουθήσαμε την παράσταση Κύκλωπας στην Μικρή Επίδαυρο (Φωτογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου)

Το Σάββατο 22 Ιουλίου 2017 παρακολουθήσαμε στην Μικρή Επίδαυρο την παράσταση Κύκλωπας σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη. Το μοναδικό σωζόμενο σατυρικό δράμα ανέβασε ο Παντελής Δεντάκης με εξ ολοκλήρου γυναικείο θίασο και τις λαμπρές Στεφανία Γουλιώτη, Άννα Καλαϊτζίδου και Αλεξάνδρα Αϊδίνη. Η παράσταση χρησιμοποίησε τη νέα μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα αλλά και αποσπάσματα από την Ομηρική Οδύσσεια και το ειδύλλιο ΙΑ του Θεόκριτου.

Το έργο

Ο Σιληνός και οι γιοι του, οι Σάτυροι, βγαίνουν στο πέλαγος για να κυνηγήσουν τους Τυρρηνούς ληστές που έκλεψαν τον Διόνυσο, αλλά ναυαγούν στο νησί των Κυκλώπων. Έτσι, από υπηρέτες του Βάκχου γίνονται βοσκοί και οικονόμοι του Πολύφημου.

Η ζωή τους κυλάει βασανιστικά, μέχρι που εμφανίζεται στην ακτή ένα ελληνικό καράβι, με τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Ο Σιληνός υποδέχεται θερμά τους ταξιδιώτες και ανταλλάσσει με κρασί, τα τυριά και τα κρέατα του αφέντη του. Όμως, μπροστά στον Πολύφημο, ο Σιληνός θα ισχυριστεί πως έχει πέσει θύμα κλοπής και άγριου ξυλοδαρμού από τους Έλληνες. Μάταια ο Οδυσσέας θα προσπαθήσει να πείσει τον Πολύφημο για το αντίθετο, ζητώντας του να σεβαστεί τους νόμους της φιλοξενίας. Ο Κύκλωπας θα οδηγήσει τους ξένους στην σπηλιά του και θα καταβροχθίσει δύο από αυτούς. Ο Οδυσσέας, μπροστά στον κίνδυνο, οργανώνει ένα σχέδιο εκδίκησης, που καταλήγει στην τύφλωση του Πολύφημου.

Ο Κύκλωπας, τυφλός πια, βγαίνει από τη σπηλιά απειλώντας να σκοτώσει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, που έχουν ήδη σαλπάρει παίρνοντας μαζί τους και τους Σατύρους.

Κύκλωπας
Ο Χορός των Σατύρων δεσμεύει τον Κύκλωπα (Φωτογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου)
Το κείμενο της παράστασης

Ο Κύκλωπας του Ευριπίδη είναι ένα έργο που δεν ανεβαίνει συχνά, οπότε είναι θετικό το ότι ανέβηκε φέτος και μάλιστα με καινούργια μετάφραση από τον Παντελή Μπουκάλα. Η σύγχρονη μετάφραση δεν προσπαθεί να συγκαλύψει τα φαλλικά στοιχεία ούτε να εντοπίσει μία ποιητικότητα στο δράμα. Το κείμενο της παράστασης μπολιάστηκε από την Ομηρική Οδύσσεια, με αποσπάσματα που αναφέρονται στον Πολύφημο, ενώ η παράσταση τελειώνει με μία «ποιητική Έξοδο» του Κύκλωπα, με διακείμενο το Ειδύλλιο ΙΑ’ του Θεόκριτου. Σε αυτό το απόσπασμα ο Πολύφημος εξομολογείται τον έρωτά του για την Γαλάτεια, αναδεικνύοντας μία ανθρωπιά του μη ανθρώπου Κύκλωπα που δεν εντοπίζεται ούτε στον Όμηρο ούτε στον Ευριπίδη. Αν το βασικό θέμα του σατυρικού δράματος είναι η ανθρωποφαγία σε όλες τις εκφάνσεις –άρνηση φιλοξενίας, σεξουαλική κακοποίηση, σωματικά βασανιστήρια, κανιβαλισμός, πλουτοκρατία- με την επιλογή του εν λόγω αποσπάσματος του Θεόκριτου, λογίζεται κι ο Έρωτας ως κανιβαλισμός.

Η αναβίωση του σατυρικού δράματος

Η παράσταση Κύκλωπας ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες παραστάσεις αρχαίου δράματος του φετινού καλοκαιριού γιατί είναι και η μόνη παράσταση σατυρικού δράματος που είχαμε. Ο Κύκλωπας συνήθως ανεβαίνει «αριστοφανικά», ενώ τείνει να λησμονιέται η ιδιοτυπία του είδους που τοποθετείται ανάμεσα στην τραγωδία, την αρχαία κωμωδία αλλά και τις γιορτές προς τιμήν του Διονύσου. Η διάθεση της παράστασης ήταν «βουκολική» και «διονυσιακή», με τον χορό των Σατύρων να γλεντοκοπά, να κατευθύνεται από την επιθυμία για κρασί και σεξ, να λέει χοντροκομμένα αστεία και να προτάσσεται το θυμικό του λογικού. Με την καθοριστική παρουσία της ενδυματολόγου (Γεωργία Μπούρδα), οι σάτυροι παρουσιάζονται με γιλέκα προβιών, κέρατα (ξεχωριστά για κάθε ηθοποιό), βράκες και μπότες που μοιάζουν ποιημένα στο χέρι με τομάρια ζώων.

Το ασκί με το κρασί έχει κεντρική θέση στην δραματουργία της παράστασης. Σε όλη αυτή την προσπάθεια αναβίωσης του σατυρικού δράματος, τον κεντρικό ρόλο –συμπληρωματικό των κοστουμιών- παίζει η μουσική του Βενιάδη που συνδυάζει μία πληθώρα μουσικών επιρροών, κυρίως λαϊκών τραγουδιών και της κέλτικης μουσικής. Το κρασί και η μουσική φαίνεται να «υπνωτίζουν» τους σατύρους και να τους κάνουν να τιμούν τον Βάκχο. Για να δούμε εποπτικά το φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου, στον Κύκλωπα του Δεντάκη είδαμε την βακχεία που δεν είδαμε στις Βάκχες του Λυγίζου μία εβδομάδα πριν.

Η παράσταση

Η παράσταση του Κύκλωπα ξεκινάει πριν την έναρξη της παράστασης. Μπαίνοντας στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επίδαυρου, οι θεατές ακούνε λαϊκά τραγούδια με θέμα την δουλειά –προνόμιο των αντρών- με σατυρική διάθεση («Η δουλειά κάνει τους άντρες», «Τζαμάικα» κ.ά.), βλέπουν τον καταπράσινο διάκοσμο του σκηνικού (Γεωργία Μπούρδα) και τον Σιληνό (Αλεξάνδρα Αϊδίνη) να επιδίδεται σε οικιακές δουλειές και να επιδεικνύει τον φαλλό του. Λαϊκά τραγούδια που είχε τραγουδήσει κι ο Γιάννης Καλατζής που αποδήμησε πρόσφατα. Αυτή η δράση διήρκεσε τα 45’ εισόδου των θεατών στο θέατρο.

Αλεξάνδρα Αϊδίνη - Σιληνός
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη υποδέχτηκε το κοινό ως Σιληνός (φωτογραφία για το Artic.gr: Αναστάσης Πινακουλάκης)

Η σκηνογραφική απόδοση του έργου σε συνδυασμό με την υποκριτική γραμμή της παράστασης, λειτούργησαν με έντονο τον ψευδαισθητικό χαρακτήρα. Το σκηνικό οικοδόμημα –Παρασκήνιο- σύντομα «πέρασε» ως η σπηλιά του Πολύφημου. Τα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα ήταν εξαιρετικής δημιουργικότητας και σε διαλεκτική με το έργο. Τα κορμιά των ηθοποιών φαίνονταν αλειμμένα με χώμα και αίμα, επικοινωνώντας με την γη και αναδεικνύοντας την πρωτόγονη καταγωγή των σατύρων.

«Η παράσταση Κύκλωπας είναι από τις παραστάσεις που αξίζει να μνημονεύονται πολύ μετά το χειροκρότημα.»

Ο σκηνοθέτης αξιοποίησε στο έπακρο τον σκηνικό αλλά και τον μη σκηνικό χώρο, μεγεθύνοντας την θεατρική εμπειρία. Εκτός από την είσοδο με τον Σιληνό μπροστάρη που αναφέραμε, όπου αξιοποιήθηκε η γέφυρα, από την ίδια γέφυρα μπήκαν κι ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, αλλά κι έφυγε. Το σκηνικό οικοδόμημα αναπαριστούσε την σπηλιά του Πολύφημου, και μερικοί στίχοι του έργου ειπώθηκαν από εκεί μέσα. Ένα άλλο επίπεδο του σκηνικού χώρου, έδινε ο ξύλινος κύβος –βράχος στο δράμα- όπου σκαρφάλωναν οι σάτυροι και δημιουργούσαν ενδιαφέρουσες σκηνικά εικόνες. Η κίνηση του Ερμή Μαλκότση έπαιξε σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή την εναλλαγή σκηνικών επιπέδων.

Η παράσταση τελείωσε με τον μονόλογο της Στεφανίας Γουλιώτη, όπου ο Κύκλωπας δεμένος στον βράχο και τυφλός πια, απαγγέλλει το Ειδύλλιο προς την Γαλάτεια (Θεόκριτος) στην πιο ποιητική στιγμή της παράστασης. Στο φινάλε της παράστασης, πυροτεχνήματα απελευθερώθηκαν στον αέρα, δίνοντας την αίσθηση του Οδυσσέα που το σκάει από το νησί με το καράβι του.

Ζητήματα φύλου – Shemale θίασος

Κύκλωπας
Φωτογραφία από την παράσταση (Δομνίκη Μητροπούλου)

Το ατού της παράστασης Κύκλωπας –όπως είχε διαφημιστεί- ήταν ο γυναικείος του θίασος σ’ ένα έργο αμιγώς αντρικών ηρώων. Το αρχαίο δράμα παραδοσιακά «σηκώνει» τέτοιες σκηνοθετικές επιλογές και δεν είναι καθόλου σπάνιο ν’ ανατρέπονται τα φυλετικά στερεότυπα ενός έργου. Η Στεφανία Γουλιώτη άλλωστε που ερμηνεύει τον Κύκλωπα, ήταν Προμηθέας Δεσμώτης το 2014 στο ίδιο θέατρο. Ωστόσο, για τον θεατρόφιλο θεατή, ήταν ωραία η κριτική ματιά πάνω στην Μήδεια του Καραντζά με αντρικό θίασο και τον Κύκλωπα του Δεντάκη με γυναικείο θίασο, και οι δύο παραστάσεις βασισμένες σε έργο του Ευριπίδη μπολιασμένο με διακείμενα.

Η επιλογή του Παντελή Δεντάκη ν’ ανεβάσει τον Κύκλωπα αποκλειστικά με γυναίκες ηθοποιούς δεν ήταν όμως απλώς μία τύποις επιλογή, αλλά ένα ουσιαστικό ερμηνευτικό και σκηνικό πεδίο. Μπαίνοντας οι θεατές στον χώρο του θεάτρου, βλέπουν την Αλεξάνδρα Αϊδίνη ως Σιληνό να επιδεικνύει τον φαλλό του κοστουμιού της. Καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, οι γυναίκες-σάτυροι γλεντοκοπάνε και χορεύουν ενδεδυμένοι ως άντρες, αλλά με τα στήθια τους ορατά. Θα πρότεινα λοιπόν να χαρακτηρίσουμε τον θίασο όχι «γυναικείο», αλλά «shemale», ανοίγοντας την συζήτηση γύρω από το διεμφυλικό ζήτημα. Οι ηθοποιοί πουθενά δεν «δηλώνουν» πως είναι γυναίκες, αλλά δεν το κρύβουν κιόλας.

Το ζήτημα φύλου περιπλέκεται περαιτέρω στην σκηνή όπου ο Κύκλωπας (Γουλιώτη) παίρνει στα χέρια του τον γέρο Σιληνό (Αϊδίνη) όταν μεθυσμένος από το κρασί θέλει να τον βιάσει σεξουαλικά. Η εικόνα που διαγράφεται σκηνικά παραπέμπει στην κουλτούρα βιασμού, με τον γέρο Σιληνό ν’ αντιστέκεται, με τον φαλλό του γυρισμένο ανάποδα. Στην εξέλιξη της παράστασης, η Αϊδίνη επιστρέφει ως το βουβό θύμα του Κύκλωπα και με το κοστούμι της ανάποδο.

Κύκλωπας
Βακχευμένος Χορός Σατύρων (φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου)
Οι ηθοποιοί

Όσα κι αν είπαμε για την σκηνογραφία και την μουσική της παράστασης Κύκλωπας, η παράσταση πάντα είναι οι ηθοποιοί της. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη καταχειροκροτήθηκε για την απενοχοποιήμενη ερμηνεία της ως Σιληνός. Η ηθοποιός ανέλαβε τον πιο απαιτητικό ρόλο στην συγκεκριμένη παράσταση, την υποδοχή του κοινού και το «ζέσταμά» του. Με την χαρακτηριστική της θεατράλε φυσιογνωμία, «γλέντησε» τον Σιληνό τόσο για την αρσενική του κοψιά, όσο και για την καταπιεσμένη του θηλυκότητα. Διαφορετικές ποιότητες έδωσε στην ερμηνεία της στη συνέχεια υπό την επήρεια του κρασιού, για να κορυφωθεί η ερμηνεία της μετά τον βιασμό του Σιληνού από τον Κύκλωπα.

Ο Χορός των Σατύρων (Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου) είχε τον δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση. Η Γεωργία Μπούρδα φρόντισε πολύ σχολαστικά την ενδυματολογική και σκηνική οντότητα του καθενός μέλους του Χορού, καταφέρνοντας και να μοιάζουν μία μάζα και να διατηρεί η κάθε ηθοποιός την διαφορετικότητά της. Οι Σάτυροι, κατευθύνονταν σε αγέλη, αλλά ήταν σε θέση να κατακτούν ο καθένας (ή η καθεμία ηθοποιός) τον δικό του σκηνικό χώρο.

Η Στεφανία Γουλιώτη και οι αντρικοί ρόλοι

Τον ομώνυμο ρόλο του σατυρικού δράματος, τον Κύκλωπα, υποδύθηκε η Στεφανία Γουλιώτη, μία ηθοποιός που έχει επανειλημμένα δοκιμαστεί στους αλλόφυλους ρόλους καταφέρνοντας να καταργήσει τα φυλετικά τους στερεότυπα (Ο Καλός Άνθρωπος του Σετσουάν, Προμηθέας Δεσμώτης, Ευμενίδες, Σονέτα του Σαίξπηρ). Η χαρισματική ηθοποιός κατάφερε ν’ αποδώσει την μεγαλοφάνεια του Κύκλωπα ακόμα κι εκτός σκηνής, ενώ όταν ήταν επί σκηνής κέρδιζε τον μεγαλύτερο σκηνικό χώρο χωρίς να το επιδιώξει. Όσον αφορά το κοστούμι που φορούσε, φάνηκε –συγκριτικά με τα υπόλοιπα της παράστασης- υπερβολικά εύτακτο και περιποιημένο, δεδομένου ότι έχουμε έναν γίγαντα και μάλιστα άξεστο βοσκό.

Κύκλωπας
Η Στεφανία Γουλιώτη ως Κύκλωπας (φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου)

Η απόδοση του Οδυσσέα (Άννα Καλαϊτζίδου) ήταν αυτό που με απασχόλησε περισσότερο. Ο σχεδιασμός της κόμμωσης της ηθοποιού, φαινόταν ένα «αξεσουάρ» ξένο και υπερβολικά στυλιζαρισμένο για τον ναυαγό Οδυσσέα, όπως κι η υπόλοιπη αντρική της φορεσιά. Η ηθοποιός ωστόσο κατάφερε ν’ αποδώσει το νεύρο και την πολυμήχανη σκέψη του ήρωα, και ν’ αναμετρηθεί ισόβαθμα με τον Κύκλωπα της Γουλιώτη, έως ότου κυριαρχήσει αυτού.

Συμπερασματικά, η παράσταση Κύκλωπας που σκηνοθέτησε αριστοτεχνικά ο Παντελής Δεντάκης, για όλους τους παραπάνω λόγους, αποτελεί κατά την γνώμη του γράφοντος την πιο ολοκληρωμένη αισθητική άποψη για την πρόσληψη του αρχαίου δράματος και ειδικότερα του λιγότερο διαδεδομένου σατυρικού δράματος. Το Φεστιβάλ Επιδαύρου παρέδωσε μία μεγάλη στιγμή –που δεν είναι ένα ακόμα πυροτέχνημα- και νομίζω πως η συγκεκριμένη παραγωγή θα έπρεπε ν’ ανοίξει το Φεστιβάλ το επόμενο καλοκαίρι στην (μεγάλη) Επίδαυρο, για να διευρύνει το κοινό της. Η μουσική του Βενιάδη, η μετάφραση του Μπουκάλα, τα κοστούμια και τα σκηνικά της Γεωργίας Μπούρδα, ο εξαίρετος θίασος έγιναν όλα στην σκηνοθεσία του Δεντάκη. Η παράσταση Κύκλωπας είναι από τις παραστάσεις που αξίζει να μνημονεύονται πολύ μετά το χειροκρότημα.

 Συντελεστές παράστασης Κύκλωπας

  • Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
  • Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
  • Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
  • Επιμέλεια κίνησης: Ερμής Μαλκότσης
  • Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
  • Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
  • Βοηθοί σκηνοθέτη: Έφη Ρευματά, Θανάσης Ζερίτης
  • Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Μυρτώ Κοσμοπούλου
  • Κατασκευή Σκηνικού: Νίκος Δεντάκης
  • Ερμηνεύουν: Στεφανία Γουλιώτη (Κύκλωπας), Άννα Καλαϊτζίδου (Οδυσσέας), Αλεξάνδρα Αϊδίνη (Σιληνός), Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου (Σάτυροι), Έφη Ρευματά (Κομπάρσος)
  • Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity Productions / Γιολάντα Μαρκοπούλου, Βίκυ Στρατάκη
  • Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου
Trailer

 

Πληροφορίες

  • Τοποθεσία: Θέατρο Δάσους Θεσσαλονίκη
  • Πρεμιέρα: Πέμπτη 13 Ιουλίου στις 21.15
  • Τοποθεσία: Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου
  • Παραστάσεις: Παρασκευή, 21 & Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017 / με αγγλικούς υπέρτιτλους στις 21:30
  • Site Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Άρης Σερβετάλης
Ο Άρης Σερβετάλης στην performance του Δημήτρη Κουρτάκη, Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου

Στην Πειραιώς 260, λίγο πριν τη λήξη του Φεστιβάλ Αθηνών 2017 στον εν λόγω χώρο, φιλοξενείται για τρεις παραστάσεις (18 έως 20 Ιουλίου) η multimedia performance του Δημήτρη Κουρτάκη, Αποτυχημένες Απόπειρες Αιώρησης στο Εργαστήριο μου. Με ένα επιτελείο σημαντικών διεθνών συνεργατών και τον Άρη Σερβετάλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Δ. Κουρτάκης ανατρέχει στο πεζογραφικό έργο του κορυφαίου Ιρλανδού δραματουργού, Σάμιουελ Μπέκετ.

Μάταιη Αναμονή / Μάταιη Λαχτάρα

Ένας περφόρμερ, αποχωρισμένος από τον κόσμο, απομονωμένος στη μοναξιά του εργαστηρίου του, χρησιμοποιεί το σώμα του ως υλικό και πεδίο για πείραμα, σ’ έναν χώρο στον οποίο προσπαθεί, διαρκώς και μάταια, να κατοικήσει. Ένα επιβλητικό ολόλευκο διώροφο «οικοδόμημα» από αφρολέξ έχει κυριεύσει τη σκηνή. Χωρισμένο σε δύο τμήματα, με ένα μικρό κενό που επιτρέπει την είσοδο και την εισχώρηση του Άλλου. Την είσοδο που επιτρέπουμε εμείς στον Άλλον. Χωρισμένος σε δύο επίπεδα-κόσμους, ο χώρος αυτός αποτελεί ουσιαστικά έναν μη-τόπο, που διαθέτει μία ακατανίκητη ελκτική αλλά και ταυτόχρονα, απωθητική δύναμη προς το υποκείμενο.

Άλλοτε ως καταφύγιο κι άλλοτε ως κλουβί για το «θηρίο», συνιστά τον μικρόκοσμό του. Ο άνθρωπος στέκεται μεταξύ του άπειρα μικρού και του άπειρα μεγάλου. Ο δικός του μικρόκοσμος προβάλλεται στις επιφάνειες του κτίσματος, απ’ όπου οι θεατές, καθισμένοι εκατέρωθέν του, γίνονται μάρτυρες ή μάλλον, συμμέτοχοι της συνθήκης αυτής. Τίθενται έτσι αυτόματα σε μία θέση μάταιης αναμονής, μία λαχτάρα ανακάλυψης και αυτο-παρατήρησης μέσω της παρατήρησης του ατόμου, που με τη σειρά του παρακολουθεί τον εαυτό του και τις αέναες μεταβολές αυτού.

Το φως και το σκοτάδι βρίσκονται σε μία διαρκή εναλλαγή, προσπαθώντας να προσδώσουν μία ταυτότητα και να ορίσουν τον άμορφο και ακαθόριστο αυτό τόπο, και κατ’ επέκταση το ίδιο το σώμα που κινείται μέσα σε αυτόν. Από το εκτυφλωτικό φως στο αναβόσβημα, κι από το αμυδρό φως στο σκοτάδι, ο περφόρμερ βρίσκεται να παρακολουθείται από έξι κάμερες, ενώ συχνά καταγράφει ο ίδιος τις κινήσεις του. Η ευφυής αυτή συνθήκη της παρατήρησης του «έσω» και η μεταφορά του προς του θεατές με τη μορφή άριστων αισθητικά και έγκυρων νοηματικά εικόνων μέσω της κάμερας, αποτελεί μία εναλλακτική αποτύπωση του μπεκετικού σύμπαντος ως ένα εικαστικό δημιούργημα με πολλαπλές αναγνώσεις και εννοιολογικές προεκτάσεις.

Από τον φιλοσοφικό νομιναλισμό στην «ονειρική σιωπή»

Σε αντίθεση με το δραματουργικό έργο του Μπέκετ, όπου επικρατεί ένα είδος φιλοσοφικού νομιναλισμού και οι ήρωες πιάνονται από τα ονόματα και τις λέξεις ώστε να επιβιώσουν, αλλά και να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους, ο χαρακτήρας αυτός προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από τις λέξεις, να τις αποτινάξει και να αποδεσμευτεί από το κυνήγι αυτών. Η ανικανότητά τους να παράσχουν μία επαρκή εικόνα της πραγματικότητας, τις καθιστά άσκοπες. Όλος αυτός ο «μπουχός από λέξεις» φαντάζει ανοίκειος έως και τρομακτικός, καθώς τον ωθεί περισσότερο προς την αποσταθεροποίηση, παρά την εγκαθίδρυση μίας ορισμένης ταυτότητας και τον ορισμό του Εαυτού.

Ο Άρης Σερβετάλης στις Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου
Ο Άρης Σερβετάλης στις Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου | Μια παράσταση εμπνευσμένη από το μπεκετικό σύμπαν

Μέσα από την «ονειρική σιωπή» που αποζητά, επιδιώκει να μεταφερθεί στο κενό και να προσδιορίσει ή έστω να προσεγγίσει την ουσία του. Ο αέναος χωρικός μετεωρισμός σηματοδοτεί μία υπαρξιακή μετατόπιση, η οποία συχνά αποτυγχάνει. Η επαναλαμβανόμενη προσπάθεια όμως, συνεπάγεται μία επαναλαμβανόμενη αποτυχία, που αν μη τι άλλο, επιβάλλει μία κυκλική πορεία φαινομενικά μάταιη, μα βαθιά ενθαρρυντική και –ίσως- αισιόδοξη.

Η καταβύθιση στα θραύσματα του Εαυτού

Στο δοκίμιό του για τον Προυστ, ο Μπέκετ είχε επισημάνει το πρόβλημα της συνεχώς μεταβαλλόμενης ταυτότητας του εαυτού, το οποίο διατρέχει και το ίδιο του το έργο εν γένει. Σε έναν χώρο αόριστα μεταβαλλόμενο, απροσδιόριστο, αχαρτογράφητο, ο χαρακτήρας που με φροϋδικούς όρους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως Εγώ, προσπαθεί, κρίνοντας και αποφασίζοντας για τον εαυτό του, να κινηθεί στο κάτω επίπεδο (Εκείνο). Σε αυτό κυριαρχούν τα κατώτερα ένστικτα και η αρχή της απόλαυσης. Όσο όμως εισέρχεται στην κοινωνία, αρχίζει να επιδιώκει την «άνοδο», την ηθική και πνευματική του ανάβαση σε ένα ανώτερο επίπεδο –και κυριολεκτικά, στον άνω όροφο του κτίσματος. Τότε αρχίζει η κυριαρχία του Υπερεγώ, με τους κανόνες και τα αισθήματα ενοχής όταν οι πράξεις του αποκλίνουν από την νόρμα. Στο επίπεδο αυτό, οι κινήσεις του επιβάλλεται να είναι ακριβείς και σαφώς καθορισμένες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η performance κλείνει λακανικά, καθώς το άτομο απαρνείται τον ευνουχισμό που του προκαλούν οι λέξεις και, ανίκανο να τις διαχειριστεί, αποδέχεται τη μία αλήθεια: τα ποικίλα θραύσματα του Εαυτού του. Η συγκλονιστική καταβύθιση στα αμέτρητα θραύσματα του εαυτού έρχεται σε μία εξαίσια εικονική αντιστοιχία με αυτήν της Ουίννυ των Ευτυχισμένων Ημερών.

Η σημαίνουσα χωρική ρευστότητα

Η εξονυχιστική έρευνα του Δημήτρη Κουρτάκη εντοπίζεται σε κάθε κίνηση, βήμα και «αιώρηση» του Άρη Σερβετάλη. Ο λόγος περιορίζεται σε ορισμένα καίρια αποσπάσματα του πεζογραφικού μπεκετικού έργου, όπως ο «Μολλόυ» και ο «Ακατανόμαστος». Απενδυόμενη την σπουδαιότητα του λόγου αυτού καθ’ αυτού, η performance αναπτύσσει μία ενδιαφέρουσα σημειολογία, ενώ το ευφυές σκηνογραφικό σύμπαν με έκδηλες τις μπεκετικές επιρροές της αφαίρεσης, δημιουργεί μία καίρια σύζευξη ανάμεσα στη χωρική και την υπαρξιακή ρευστότητα. Τα κυρίως ξύλινα σκηνικά αντικείμενα με τα οποία συνδιαλέγεται, αντιμάχεται, περιεργάζεται και χρησιμοποιεί ως οχήματα-βοηθήματα της προσωπικής του «αιώρησης», ποικίλλουν: ένα καβαλέτο, ένα τραπέζι με καρέκλα, μία ντουλάπα που μετατρέπεται σε μεταθανάτια κλίνη, αλλά και ένα αιωρούμενο στρώμα που παραπέμπει στο ίδιο το αιωρούμενο, άψυχο κουφάρι του χαρακτήρα.

Άρης Σερβετάλης
Ένας περφόρμερ, κλεισμένος στο εργαστήριό του, αποχωρισμένος από τον κόσμο, χρησιμοποιεί το σώμα του ως υλικό και πεδίο για πείραμα, μέχρι την οριστική διάλυση του Εαυτού.

Η παράσταση, που αναζητά συγγένειες και παραλληλίες με τη σύγχρονη Ελλάδα σε μια μεταιχμιακή και οριακή ισορροπία, συνομιλεί με εικαστικούς όπως οι Bruce Nauman, Vitto Acconci, Terry Fox, Gordon Matta-Clark, Rachel Whiteread κ.ά.

Το «ομιλούν» σώμα

Η εννοιολογική και σκηνική πραγμάτωση του εγχειρήματος αυτού όμως, θα ήταν αδύνατη χωρίς τον Άρη Σερβετάλη. Ο ίδιος, μία καθ’ όλα μπεκετική φιγούρα, σωματοποιεί την υπαρξιακή αγωνία του χαρακτήρα, προσδίδοντας στην κάθε του κίνηση νόημα και ουσία. Με το «ομιλούν» σώμα του ελίσσεται, σέρνεται, πάλλεται, βυθίζεται και αιωρείται στα διαφορετικά επίπεδα, λαγούμια, κενά, κατώφλια, σκάλες του κτίσματος, μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε μία απροσδιόριστη, ρευστή και συνεχώς μεταβαλλόμενη μορφή, όντας σε μία μεταιχμιακή κατάσταση. Χειρίζεται άριστα τις μπεκετικές σημαίνουσες σιωπές, ενώ επιχειρεί ιδιαίτερους –σχεδόν απόκοσμους- φωνητικούς χρωματισμούς και διαφοροποιημένες διακυμάνσεις, που συνάδουν απόλυτα με τους ψυχικούς κραδασμούς και μετατοπίσεις του χαρακτήρα.

Η performance του Δημήτρη Κουρτάκη, Αποτυχημένες Απόπειρες Αιώρησης στο Εργαστήριο μου, αποτελεί μία ενδελεχώς εμπεριστατωμένη σκηνική έρευνα, μία πραγματεία γύρω από τη ρευστότητα και την πολλαπλότητα του Εαυτού, την πολυπλοκότητα προσδιορισμού του μέσω των λέξεων, σε ένα μπεκετικό σύμπαν που προτρέπει στο ότι «Πρέπει να συνεχίσεις. Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω.»

Αποτυχημένες Απόπειρες Αιώρησης στο Εργαστήριο μου | Trailer

Συντελεστές της παράστασης Αποτυχημένες Απόπειρες Αιώρησης στο Εργαστήριο μου

  • Σύλληψη – Σκηνοθεσία – Σκηνικά: Δημήτρης Κουρτάκης
  • Δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Κουρτάκης, Ελένη Παπάζογλου, Αναστασία Τζέλλου
  • Βίντεο: Jérémie Bernaert
  • Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
  • Καλλιτεχνική συνεργασία: Έφη Μπίρμπα
  • Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Τριανταφύλλη
  • Βοηθός σκηνογράφου: Βάσια Λύρη
  • Εκτέλεση παραγωγής: Ντένια Σαφαρή
  • Ερμηνεία: Άρης Σερβετάλης
Πληροφορίες

Βάκχες Λυγίζου
Χρήστος Στέργιογλου και Αννέζα Παπαδοπούλου στις Βάκχες

Παρακολουθήσαμε την παράσταση Βάκχες του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου στην Επίδαυρο την Παρασκευή 15 Ιουλίου 2017. Είναι η δεύτερη σκηνοθετική-ερμηνευτική προσέγγιση του Λυγίζου πάνω στη μοναδική σωζόμενη τραγωδία με διονυσιακό περιεχόμενο, μετά την παράσταση του στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το 2013, εκεί σε διασκευή με τρεις ηθοποιούς (Λυγίζος, Μοθωναίος, Μπαλής). Στη νέα του προσέγγιση, έχουμε οκτώ αφηγητές που φαντασιώνονται την βακχεία. Η παράσταση χρησιμοποιεί την μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά.

Υπόθεση

Ο θεός Διόνυσος φτάνει στην πόλη με ανθρώπινη μορφή και ο βασιλιάς Πενθέας παλεύει να οχυρώσει εαυτόν και το άστυ απέναντι στην έλευση μιας θρησκείας που εξισώνει τους πάντες –νυν και πρώην βασιλιάδες, θεούς και δούλους, μάντεις και αγγελιοφόρους, γυναίκες και άνδρες– σε έναν κόσμο συμφιλίωσης του ανθρώπου με τα πιο ζωώδη, αλλά και αγνά του ένστικτα. Πρόκειται για τη μοναδική σωζόμενη τραγωδία όπου ο Διόνυσος συμμετέχει ως πρόσωπο του δράματος, αλλά και ως παντεπόπτης σκηνοθέτης- συγγραφέας.

Η παράσταση

Βάκχες Λυγίζου
«Ο Λυγίζος κάνει τις Βάκχες παράσταση οκτώ αφηγητών»

Ο Έκτορας Λυγίζος διασκευάζει σκηνικά τον μύθο της ευριπίδειας τραγωδίας, έχοντας οκτώ αφηγητές που άλλοτε επονομάζονται έναν εξατομικευμένο ήρωα του δράματος, άλλοτε σε διφωνίες κι άλλοτε σε συντονισμένα (βακχευμένα) ερμηνευτικά σύνολα. Στην παράσταση Βάκχες απουσιάζουν οι μεγαλειώδεις διαστάσεις του μύθου, η «κάθοδος» του Διονύσου, ο Χορός των Βακχών, το κεφάλι του Πενθέα, οπότε όλα αυτά καλούνται οι αφηγητές να τα φαντασιωθούν ως επιμηκυμένοι Άγγελοι ενός φαντασιακού κόσμου και μαζί τους να τα φαντασιωθούν κι οι θεατές.

Αυτή η φαντασίωση έχει μία συνενοχή, με τους θεατές πρώτα να βλέπουν μία εντελώς άδεια σκηνή, και στη συνέχεια να βλέπουν τους ηθοποιούς της παράστασης να στήνουν ένα μοβ ύφασμα τυλιγμένο σε ρολό στο έδαφος οριοθετώντας τον σκηνικό τους χώρο. Οι αφηγητές όταν θέλουν να εκφέρουν τα λόγια κάποιου από τους ήρωες, δηλώνουν υποθετικά το όνομα του ήρωα (Αν ήμουν ο Πενθέας θα έλεγα…) και συνεχίζουν με τα λόγια του. Η συνενοχή πιάνει αμέσως γιατί ο Λυγίζος είναι σα να έκανε μία παράσταση δωματίου στο θεόρατο ανοιχτό θέατρο της Επιδαύρου.

Αυτή την συνθήκη κατάφερε να την μεταφράσει άψογα σκηνογραφικά η Κλειώ Μπομπότη. Το μοναδικό σκηνικό αντικείμενο της παράστασης είναι το μοβ πανί, που φέρνουν στην σκηνή οι ηθοποιοί της παράστασης τυλιγμένο στο ρολό για να το στήσουν αμέσως καλύπτοντας όλο το έδαφος. Έτσι το κυκλικό σχήμα της σκηνής γίνεται αμέσως τετράγωνο. Οι ηθοποιοί είναι ντυμένοι με λευκές φόρμες και πάνω από αυτές γιλέκα με πολύχρωμες κλωστές. Το ξεκούμπωμα και το ρίξιμο των γιλέκων-προβιών στο έδαφος, είναι βασικό κλειδί στην σκηνοθεσία της παράστασης.

Βάκχες Λυγίζου
Το στήσιμο του σκηνικού της Κλειώς Μπομπότη από τους ηθοποιούς στην έναρξη της παράστασης
Οι ερμηνείες

Η παράσταση Βάκχες του Λυγίζου φέρνουν ένα νέο κώδικα ανάγνωσης της πολυπαιγμένης και πολυδιαβασμένης ευριπίδειας τραγωδίας που διαφοροποιείται αισθητά από τις «καθιερωμένες επιδαυρικές» ερμηνείες. Ο Αργύρης Πανταζάρας «περπατάει» γήινα τον Διόνυσο και δεν έχει απειλητικό χαρακτήρα ο λόγος του, δεν προμηνύει τη θεϊκή οργή, αλλά την αφηγείται σαν κάτι λογικό να συμβεί. Ο Πενθέας μάλιστα (Βασίλης Μαγουλιώτης) φαίνεται να θαυμάζει και σχεδόν να έχει ομοφυλοφιλικές διαθέσεις για τον Διόνυσο. Θέλει να πλησιάσει και να «δοκιμάσει» τον θηλύμορφο θεό και δεν αργεί να παρασυρθεί από τις προτροπές των περίοικων του αφηγητών. Λειτουργούν πολύ αρμονικά στην παράσταση τα διφωνικά σχήματα της παράστασης (Μπαλής-Ευστρατιάδου, Στέργιογλου-Παπαδοπούλου, Πρωτόπαππα-Παπαδοπούλου), που δείχνουν πως το ατομικό γίνεται συμμετοχικό και συλλογικό. Ο Στέργιογλου δίνει έναν ευφρόσυνο χαρακτήρα στο ξανάνιωμα του Τειρεσία μέσα από την βακχεία, έναν μάντη που συνομιλεί με την διεμφυλικότητα του Διονύσου.

Συμπερασματικά, φεύγοντας από την παράσταση Βάκχες, διερωτώμαι κατά πόσο μία παράσταση των Βακχών μπορεί να επιδράσει στον θεατή χωρίς τον ζωώδη χαρακτήρα του, χωρίς τις Βάκχες, χωρίς το μαίνος της Αγαύης με ορατό το κεφάλι του Πενθέα. Την απάντηση την δίνει ο έξοχος σχεδιασμός της ψευδαισθητικής αφήγησης του Έκτορα Λυγίζου και η εμπλοκή θιάσου και θεατών σε αυτόν.

Συντελεστές της παράστασης Βάκχες

  • Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
  • Διασκευή – Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
  • Σκηνικό – Κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη
  • Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
  • Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου
  • Αγγλικοί υπέρτιτλοι: Λύο Καλοβυρνάς
  • Βοηθός σκηνοθέτις: Εύα Βλασσοπούλου
  • Βοηθός σκηνογράφου: Στεφανία-Ηλέκτρα Πανταβού
  • Δραματολογική συνεργασία: Κατερίνα Κωνσταντινάκου
  • Σωματική προετοιμασία-Τεχνική Alexander: Βίκυ Παναγιωτάκη
  • Φωνητική προετοιμασία: Ρηνιώ Κυριαζή
  • Παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Έκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Άρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου
  • Διάρκεια παράστασης: 75’
  • Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου και ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας

 

*Η παράσταση Βάκχες θα παρουσιαστεί για μία τελευταία φορά στο Αρχαίο Θέατρο της Επίδαυρο απόψε Σάββατο 16 Ιουλίου στις 21:00.

 

Ορκισμένη Παρθένα
Γιώργος Παπαπαύλου & Παρθενόπη Μπουζούρη στην Ορκισμένη Παρθένα

Την Πέμπτη 13 Ιουνίου παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της παράστασης Ορκισμένη Παρθένα σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι στο Κτίριο Η της Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φεζολλάρι πρότεινε το συγκεκριμένο έργο με το οποίο συνδέεται και προσωπικά λόγω καταγωγής, αλλά φέτος η πρόταση έγινε δεκτή στο Φεστιβάλ. Πρωταγωνίστρια της παράστασης είναι η Παρθενόπη Μπουζούρη σε μία συλλεκτική –θα λέγαμε- ερμηνεία.

Το έργο

Η Elvira Dones έγραψε την Ορκισμένη Παρθένα (Sworn Virgin) το 2014, ενώ το 2015 διασκεύασε μαζί με την Laura Bispuri το έργο για την κινηματογραφική του εκδοχή στην Ιταλία. Η συγγραφέας έχει ασχοληθεί επισταμένα με ζητήματα φύλου, κοινωνικής αποδοχής, σεξουαλικής ταυτότητας τόσο με τα γραπτά της (πεζά, ποίηση, θέατρο) όσο και με τα ντοκιμαντέρ της. Αν δεν κάνω λάθος είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται έργο της στην Ελλάδα.

Υπόθεση

Η ορκισμένη παρθένα Χάνα/Μαρκ, μια ιδιόμορφη βαλκάνια Αντιγόνη, διαμαρτυρόμενη ενάντια στον ανορθολογισμό της εξουσίας αιώνες μετά από εκείνη την κόρη-σύμβολο, αποφασίζει να θάψει όχι το σώμα ενός νεκρού αδελφού, αλλά το δικό της σώμα, στα πέτρινα τοπία της Σκόδρας, στη Βόρεια Αλβανία. Το γυναικείο σώμα διωκόμενο, θαμμένο ζωντανό στον «πέτρινο τάφο» του, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του σύγχρονου μύθου. Η Χάνα δέχεται να αποποιηθεί τη γυναικεία της φύση, να ουδετεροποιηθεί πίσω από το ανδρικό της όνομα Μαρκ, για να εξασφαλίσει το ελάχιστο που οφείλεται σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και στην ελευθερία.

Υιοθετώντας αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο για να παρακάμψει τη βία ενός πατριαρχικού, ολοκληρωτικού καθεστώτος όπως της Αλβανίας του Χότζα, δομεί τελικά μια καθ’ όλα διακριτή και σεβαστή ταυτότητα. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η «προοδευτική» Δύση «απελευθερώνει» αυτά τα σώματα; Ταξιδεύοντας στην Αμερική για να ξαναβρεί τους αγαπημένους της, η ηρωίδα θα έρθει αναπόφευκτα αντιμέτωπη με τη σύγκρουση ανάμεσα στη φύση της και την αρσενική φυλακή στην οποία κλείστηκε.

Ορκισμένη Παρθένα
Πομπή νύφης με κεκαλυμμένο το πρόσωπο
Το έθιμο των Ορκισμένων Παρθένων

Οι virgjinesha είναι γυναίκες που απαρνήθηκαν την έγγαμη ζωή και ζουν σαν άντρες στα βουνά της Αλβανίας. Αυτό συνέβη είτε γιατί προέρχονται από οικογένειες χωρίς αρσενικούς απογόνους είτε γιατί θέλησαν ν’ απαρνηθούν έναν επιβεβλημένο γάμο. Με τον όρκο τους λοιπόν, εγκαθιδρύουν για τον εαυτό τους μία ελευθερία, που για το ευρύ σύνολο θεωρείται  «ταμπού». Ντύνονται και καπνίζουν σαν άντρες, είναι «κύριες» του εαυτού τους, ζουν στα βουνά ελεύθερες, μα δεν συνάπτουν ερωτικές σχέσεις και κατά κάποιο τρόπο αποκόβονται από την οικογένειά τους. Τον όρκο αυτό δεν μπορούν να τον αθετήσουν.

Η Χάνα, η πρωταγωνίστρια του δράματος της Dones, (την υποδύεται η Π. Μπουζούρη) είναι κι αυτή μία virgjinesha που ζει πια με αντρικό όνομα (Μαρκ). Ήδη από τα παιδικά της χρόνια ήξερε πως η γυναίκα πρέπει να ζει υπό την σκιά ενός άντρα, πρώτα του πατέρα της κι ύστερα του συζύγου της. Στην εξέλιξη του δράματος, ακούμε ένθετες διάφορες τέτοιες ηθογραφικές διηγήσεις που ζωγραφίζουν τον λευκό καμβά των τραυματικών βιωμάτων των γυναικών της Αλβανίας.

Ένα αλληγορικό παραμύθι προς «διδακτισμό» των γυναικών

Χαρακτηριστικό το αλληγορικό παραμύθι προς «διδακτισμό» των γυναικών, με την γυναίκα που χτίζεται για να στεριώσει η ανοικοδόμηση του κάστρου που οληνυχτίς γκρεμιζόταν (κάτι σαν το δικό μας Γιοφύρι της Άρτας). Η τίμια αυτή γυναίκα του παραμυθιού, χτίζεται μισή, γιατί η άλλη μισή πρέπει να είναι μία πιστή κι αφοσιωμένη μάνα. «Το ένα μάτι είναι άχτιστο για να προσέχει το παιδί της (αγόρι), το ένα της χέρι είναι άχτιστο για να τον παίρνει αγκαλιά, το ένα της πόδι είναι άχτιστο για να του κουνάει την κούνια για να κοιμηθεί.». Οι γυναίκες πηγαίνουν με κεκαλυμμένο το πρόσωπο στην γαμήλια τελετή. Στο πέπλο τους ο πατέρας της νύφης έχει βάλει και ένα φυσίγγι που επικυρώνει το δικαίωμα του γαμπρού να σκοτώσει την γυναίκα του αν ξεχάσει την θέση της. Μιλάμε λοιπόν για μία κλειστή ανδροκρατική κοινωνία που ελάχιστα δικαιώματα δίνει στις γυναίκες.

Το ζήτημα μίας εθνικής δραματουργίας

Ορκισμένη Παρθένα
Η εθνική έναρξη της παράστασης Ορκισμένη Παρθένα

Με αφορμή την παράσταση Ορκισμένη Παρθένα θα ήθελα συνοπτικά ν’ αναπτύξω την θέση μου για την ανάγκη μίας εθνικής δραματουργίας. Για μένα, η Ορκισμένη Παρθένα είναι ένα αλβανικό Persepolis, δηλαδή ένα έργο που παρά τις όποιες μελοδραματικές ή κωμικοτραγικές του στιγμές, είναι ένα πολιτικό έργο εθνικής παρακαταθήκης. Τέτοια έργα είναι καίρια και «τολμηρά» στα πρώτα τους ανεβάσματα και στην συνέχεια, γίνονται γραφικά –εφόσον εξαλειφθούν τα έθιμα που περιγράφουν- και νομίζω οφείλουμε να τους δίνουμε  μία ξεχωριστή θέση μέσα στο ρεπερτόριό μας. Είναι συναρπαστικό το πόσο ξένα δεν είναι τέτοια έργα, παρά την «εξωτική τους φορεσιά». Ο θείος της Χάνας ή ο γαμπρός της, σε μέσες άκρες ένας Βιολάντης ή ένας Ρονκάλας δεν είναι; Σκέφτομαι λοιπόν πως χρειαζόμαστε τέτοια έργα, χωρίς να φοβόμαστε να σκάψουμε ακόμα και τις ίδιες μας τις πληγές. Μπράβο λοιπόν στο Φεστιβάλ Αθηνών για την επιλογή ένταξης του συγκεκριμένου έργου στο πρόγραμμά του (και πολύ άργησε).

Η παράσταση

Ο Ένκε Φεζολλάρι φέρνει στην Αθήνα ένα (άγνωστο) αλβανικό έργο με θέμα ένα (άγνωστο) αλβανικό έθιμο καταφέρνοντας να δημιουργήσει μία συγκλονιστική παράσταση. Με άλλα λόγια, ο σκηνοθέτης της παράστασης μας ανοίγει τον δρόμο για μία ανεξερεύνητη δραματουργία. Η παράσταση αρχίζει με μία αλβανική «φιέστα» με παραδοσιακές σημαίες και την εθνική σημαία. Η αφήγηση των γεγονότων του έργου είναι μη γραμμική, με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν της κεντρικής ηρωίδας και κυρίως στα παιδικά της χρόνια και στη δύσκολη βουνίσια της ζωή ως virgjinesha. Ο Φεζολλάρι ανέλαβε και την μουσική επιμέλεια της παράστασης, επιλέγοντας αλβανικά κι ιταλικά κομμάτια. Το σκηνικό περιβάλλον (Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα) ήταν ιδιαίτερο λειτουργικό, με τους τσιμεντόλιθους, να είναι άλλοτε σκληροί σαν βράχοι των βουνών κι άλλοτε υλικά που σπάνε, όπως να σπάσουν θέλουν κι οι γυναίκες τα δυσμενή κατεστημένα.

Ορκισμένη Παρθένα
Στιγμιότυπο από την παράσταση Ορκισμένη Παρθένα
Ο θίασος

Ο θίασος της παράστασης παρουσιάζεται στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης με παραδοσιακές αλβανικές φορεσιές. Συγκλονιστική πρωταγωνίστρια της παράστασης Ορκισμένη Παρθένα η Παρθενόπη Μπουζούρη στον -επιβεβλημένα διεμφυλικό- ρόλο της Χάνα-Μάρκ, όπου Χάνα είναι η γυναίκα που άφησε πίσω για να ξαναβρεί με βίαιο τρόπο στην δυτική της ελευθερία και Μαρκ το alter ego της βουνίσιας της ζωής ως virgjinesha. Η Μπουζούρη δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ταυτίζοντας στην εικόνα της τον γολγοθά της Χάνα. Στον αντίποδα, η Μαρία Σκαφτούρα παρουσιάζει τον άλλο δρόμο μίας γυναίκας στην Αλβανία, αυτής που επιλέγει τον γάμο ως διαφυγή από την πατρική εστία. Καθόλου ξένο από την ελληνική παράδοση που σιγοσβήνει ακόμα. Η Άντζελα Μπρούσκου υποδύεται την χαρακτηριστική Αλβανίδα μάνα και την αφηγήτρια του έργου, ενώ η Γεωργιάννα Νταλάρα την ανιψιά της Χάνα.

Οι τρεις άντρες ηθοποιοί της παράστασης δείχνουν το μωσαϊκό των αντρικών θέσεων απέναντι στην κατακρεούργηση της γυναικείας ελευθερίας κι αξιοπρέπειας. Ο Στάθης Σταμουλακάτος έχει εδραιωθεί πια ως ο pater familias ρολίστας μας με πρόσφατη ηχηρή του εμφάνιση στο Στέλλα Κοιμήσου του Γιάννη Οικονομίδη. Αν και αυταρχικός πατέρας και θείος, δείχνεται προοδευτικός επιτρέποντας στην Χάνα να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο στα Τίρανα. Ο Γιώργος Παπαπαύλου δίνει μία ευαίσθητη ερμηνεία στον ρόλο του γιατρού, με τον οποίο ερωτεύεται η Χάνα και σύντομα εκδιώχνεται ως κομμουνιστής. Ο Αντώνης Φραγκάκης υποδύεται τον άντρα με τον οποίο θα χάσει τελικά η Χάνα την παρθενιά της με την βία, αφού την έχει εξαναγκάσει ν’ αποδεχτεί την γυναικεία της φύση. Την ώρα της σεξουαλικής τους επαφής, εμφανίζεται την ερωτική του διαστροφή αφού βλέπει τον Μάρκ αντί για την Χάνα, ίσως γιατί ο Μαρκ ήταν το φύλο που φόρεσε η κοινωνία στην Χάνα.

Συμπερασματικά, η Ορκισμένη Παρθένα του Ένκε Φεζολλάρι είναι μία από τις πιο ξεχωριστές παραστάσεις που έχουμε δει στο Φεστιβάλ Αθηνών και συστήνει ένα σύγχρονο –άπαικτο στην Ελλάδα- έργο με μία συγκλονιστική Παρθενόπη Μπουζούρη.

Συντελεστές της παράστασης Ορκισμένη Παρθένα
  • Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου
  • Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Ένκε Φεζολλάρι
  • Διασκευή – Θεατρική απόδοση: Μαρία Σκαφτούρα σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη
  • Δραματουργική επεξεργασία: Ναταλί Μηνιώτη
  • Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος
  • Σκηνικά – Κοστούμια: Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα
  • Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Πιταούλη
  • Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Αποστόλης Κόκκαλης
  • Τύπος & Επικοινωνία: Μαρία Κωνσταντοπούλου
  • Φωτογραφία: Χριστίνα Γεωργιάδου
  • Σχεδιασμός Παραγωγής: Κωνσταντίνος Σακκάς
  • Συντονισμός Παραγωγής: Μαρία Βασαριώτου
  • Τεχνική Διεύθυνση/Εκτέλεση Παραγωγής: Βάσια Χριστοδούλου
  • Οργάνωση – Σχεδιασμός Παραγωγής: Delta Pi
  • Διάρκεια παράστασης: 110’
  • Παίζουν: Παρθενόπη Μπουζούρη, Άντζελα Μπρούσκου, Γεωργιάννα Νταλάρα, Γιώργος Παπαπαύλου, Μαρία Σκαφτούρα, Στάθης Σταμουλακάτος, Αντώνης Φραγκάκης

 

*Η παράσταση παρουσιάζεται για μία τελευταία φορά απόψε Παρασκευή 14 Ιουλίου στις 21:00 στο Κτίριο Η της Πειραιώς 260.

Οιδίπους Επί Κολωνώ - Τσακίρης
Κώστας Καζάκος (Οιδίπους) & Κόρα Καρβούνη (Αντιγόνη) στο έργο Οιδίποδας Επί Κολωνώ

Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της παράστασης Οιδίπους επί Κολωνώ (στην ολοκαίνουργια μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη) σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου την Παρασκευή 7 Ιουλίου. Στον κεντρικό ρόλο του Οιδίποδα ο Κώστας Καζάκος που φέτος συμπληρώνει 60 χρόνια θεατρικής πορείας, ενώ δίπλα του βλέπουμε την Κόρα Καρβούνη, τον Δημήτρη Λιγνάδη, τον Δημήτρη Ήμελλο, την Τζένη Κόλλια, τον Άρη Τρουπάκη και τον Δημήτρη Λάλο. Την μουσική υπογράφει ο Μίνως Μάτσας, ενώ την μουσική διδασκαλία έκανε η Βαλέρια Δημητριάδου.

Υπόθεση

Στην τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή, ο Οιδίπους φτάνει στο άλσος του Κολωνού, στις παρυφές της πόλεως των Αθηνών, ζητώντας φιλοξενία – ένας «ξένος», τυφλός και ρακένδυτος μετά από δεκαετή περιπλάνηση. Χρειάζεται έναν τόπο ν’ αναπαυθεί, καθώς διαισθάνεται το τέλος να πλησιάζει. Μόνος συμπαραστάτης του η κόρη-αδελφή του Αντιγόνη. Μετά από διαπραγματεύσεις, του επιτρέπεται να κατοικήσει στα «σύνορα», στο μεταίχμιο νομιμότητας και παρανομίας, ζωής και θανάτου. Μέσα από τις συναντήσεις του με τον Θησέα, τον Κρέοντα, τη μικρότερη κόρη-αδελφή του Ισμήνη και τον γιο-αδελφό του Πολυνείκη κάνει μία ανασκόπηση της ζωής του και στοχάζεται επάνω στο παράλογο του ανθρώπινου βίου.

Η μετάφραση

Η σύγχρονη μεταφραστική Ιστορία στο αρχαίο δράμα βρίσκει πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Δημητριάδη, με το Φεστιβάλ Επιδαύρου να τον αναδεικνύει ως τον επίσημο μεταφραστή μας. Πέρσι, δύο από τις εφτά παραγωγές αρχαίου δράματος είχαν την υπογραφή του. Μετά τις μεταφράσεις του στην Ορέστεια στην παράσταση του Χουβαρδά (Σμίλη, 2005) και στην Λυσιστράτη στην παράσταση του Μαρμαρινού (ανέκδοτη), σειρά έχει η παράσταση Οιδίπους επί Κολωνώ (Νεφέλη, 2017) που έκανε πρεμιέρα εχτές. Νωρίτερα μέσα στην χρονιά, μεταφράσεις του Δημητριάδη είδαμε σε παραστάσεις της Στέγης, του Θεάτρου Τέχνης και στο Vault.

Οιδίπους Επί Κολωνώ - Χορός
Ο Χορός των Πολιτών
Η μουσική κι ο Χορός

Βασικό ατού της παράστασης Οιδίπους επί Κολωνώ είναι η λειτουργίας της μουσικής, με τον ξεκάθαρα ιερατικό της χαρακτήρα. Η μουσική του Μίνωα Μάτσα, συγγενεύει με την ψαλτική, με τον Χορό των 4 Ψαλτών, να προσδίδουν τελετουργικό χαρακτήρα στην παράσταση, δραματουργική επιλογή που συνάδει με τον χώρο των ιερών Παρθένων όπου προσέτρεξαν ο γέρος Κρέων και η Αντιγόνη. Τα Χορικά έχουν κατά πολύ μειωθεί, με απαγγελία τμημάτων τους από τον εξαίρετο Δημήτρη Λιγνάδη. Στη θέση αυτών, τα χορωδιακά κομμάτια, πότε αποκλειστικά από τους Ψάλτες, πότε από το σύνολο του Χορού, έδιναν στιγμές θεατρικής μέθεξης. Οι Χορευτές φορούσαν μαύρα κοστούμια και λευκά γάντια, ενώ ο Χορός των Πολιτών είχε επιπλέον μαύρα μπαστούνια και σ’ ένα επεισόδιο φορούσαν περικεφαλαίες. Η Βαλέρια Δημητριάδου έκανε πολύ καλή δουλειά στη μουσική διδασκαλία, στοιχείο που όπως φάνηκε και στην παράσταση Η Δύναμη του Σκότους της ομάδας Νάμα όπου είχε συνθέσει μαζί με τον Γ. Παπαγεωργίου την μουσική.

Η παράσταση

Ο Σταύρος Τσακίρης φαίνεται πως αγαπά το αρχαίο δράμα και την παράδοση. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, προσπαθεί να επικοινωνήσει το γήινο με το θεϊκό ακούγοντας το κείμενο και τοποθετεί τον Καζάκο-Οιδίποδα στο κέντρο της δράσης, με τους υπόλοιπους ήρωες του δράματος να μπαινοβγαίνουν. Άμα τη εμφανίσει, ο Κώστας Καζάκος κέρδισε το τιμητικό χειροκρότημα του κοινού, όπως και στο τέλος της ερμηνείας του, ως φόρο τιμής για την λαμπρή του παρουσία στον χώρο. Ηθοποιούς τέτοιου βεληνεκούς είναι δύσκολο να τους σκηνοθετήσεις. Ο θίασος σε πολλές στιγμές έδειχνε ανίκανος να δεθεί σε μία ερμηνευτική γραμμή, δίνοντας σκηνικά αποτελέσματα πολλαπλών ταχυτήτων και ερμηνειών παράστασης.

Σκηνογραφία και κοστούμια

Σκηνογραφικά, η παράσταση Οιδίπους Επί Κολωνώ, λειτούργησε μινιμαλιστικά και συμβολικά. Στο πίσω μέρος της σκηνής, τρία ορθογώνια κουτιά στέκονται ως κολώνες, επικοινωνώντας το προσκήνιο με το παρασκήνιο. Η Αντιγόνη (Καρβούνη) μπαίνει μ’ έναν μπόγο στην σκηνή, ο οποίος θα γίνει στη συνέχεια κάθισμα για τον πατέρα της. Συμμετρικά της σκηνής, είναι τοποθετημένα κιβώτια, ενώ στ’ αριστερά βρίσκονται τέσσερα αναλογία για τον Χορό των Ψαλτών. Στο μπροστινό δεξί μέρος, βρίσκεται ένα ορθογώνιο κουτί με νερό, όπου βουτάει τα χέρια της η Αντιγόνη. Χρώμα στην σκηνογραφία της παράστασης δίνουν μόνο τα φορέματα των δύο κορών του Οιδίποδα και τα φρούτα που βρίσκονται κρυμμένα στα κιβώτια ως το Δ’ επεισόδιο.

Οιδίπους Επί Κολωνώ
Άρης Τρουπάκης (Θησέας) & Δημήτρης Ήμελλος (Κρέων) στον Οιδίποδα Επί Κολωνώ

Όσον αφορά τα κοστούμια της παράστασης (Θάλεια Ιστικοπούλου), ήταν ασαφής η πρόθεση της παράστασης κι αισθητικής απόδοσης του δράματος. Διαβάζουμε στα κοστούμια της παράστασης, τρεις διαφορετικές προτάσεις. Η Αντιγόνη κι η Ισμήνη αφήνοντας πίσω την αρχοντική τους γενιά, είναι ενδεδυμένες με ρούχα (λινά αν διέκρινα σωστά) με αφρικανικές καταβολές. Στο ένδυμα της Αντιγόνης διακρίνουμε αμέσως την 10ετη περιπλάνηση αυτής και του πατέρα της. Ο Χορός είχε μία σύγχρονη αισθητική με μαύρα κοστούμια, ελαφρά διάκριση των δύο Χορών, με τους Ψάλτες να φοράνε μαύρα πουκάμισα, έναντι των λευκών των Πολιτών. Οι περικεφαλαίες που φορούν σ’ ένα σημείο οι Πολίτες, ήταν ένα σκηνογραφικό «παρατράγουδο» της αισθητικής τους αρμονίας.

Τα κοστούμια των αντρικών αντι-γωνιστών του Οιδίποδα είχε το καθένα την δική του γραμμή. Η βασική επιλογή είναι το μαύρο παντελόνι και το λευκό πουκάμισο, όμοιο με αυτό του Χορού, για τις σκηνές συνόλου. Μ’ ένα σακάκι μόνο, άλλαζαν την αμφίεση τους για να ενδυθούν επί σκηνής τον εκάστοτε ήρωα: μπλε ο Θησέας, κόκκινο ο Κρέων –χρώματα που παραδοσιακά υποδηλώνουν βασιλική ιδιότητα- μαύρο με κίτρινες λεπτομέρειες ο Πολυνείκης. Επιδραστικότερες οι σκηνές όπου απενδύονταν τους ρόλους τους, για ν’ αναμειχτούν με τον Χορό. Συγκριτικά, τα κοστούμια των κοριτσιών είχαν περισσότερες δυνατότητες στην Σκηνή.

Ο θίασος

Ερμηνευτικά, η παράσταση είχε πολλά «κενά» κυρίως λόγω της ανομοιογένειας της υποκριτικής τους γραμμής. Από τους ηθοποιούς ξεχώρισαν ο Δημήτρης Λιγνάδης και η Κόρα Καρβούνη. Ο Λιγνάδης διαθέτει το σπάνιο ταλέντο να καταλαβαίνει πως ν’ αρθρώνει την ελληνική γλώσσα χωρίς να την επιτηδεύει ή να την μεγαλοποιεί. Καθηλωτικά γήινος ως Ξένος αλλά κι ως Χορός ή Άγγελος, κρατάει την παράσταση πάνω του. Η Κόρα Καρβούνη βαδίζει με άνεση την Αντιγόνη στην Επίδαυρο, πότε υποταγμένη στην πατρική της αγάπη, πότε ικανή ν’ αναμετρηθεί με την εξουσία με ικεσία ή λογικά επιχειρήματα, προς όφελος της οικογενείας της. Ο Κρέοντας του Ήμελλου, έφερε μία ειρωνική διάθεση που δεν προέκυπτε από το κείμενο. Αναπόφευκτα, φέρω στον νου τον Κρέοντα του Δ. Λιγνάδη στο περσινό Φεστιβάλ (Αντιγόνη, σκηνοθεσία: Σ. Λιβαθινός) ως μέτρο σύγκρισης που δεν μπορεί εύκολα να καταρριφθεί.

Συνολικά, η (συντηρητική) παράσταση Οιδίπους Επί Κολωνώ του Σ. Τσακίρη κέρδισε το κοινό της καταφέρνοντας να συστήσει μία νέα μετάφραση του έργου έχοντας ένα μεγάλο πρωταγωνιστή του θεάτρου στο πλάι του κι έναν εξαιρετικό Χορό.

Οιδίπους Επί Κολωνώ - Λιγνάδης
«Καθηλωτικά γήινος ο Δημήτρης Λιγνάδης»
Συντελεστές παράστασης Οιδίπους Επί Κολωνώ

  • Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
  • Σκηνοθεσία: Σταύρος Σ. Τσακίρης
  • Επεξεργασία κειμένου: Σταύρος Σ. Τσακίρης – Δήμητρα Πετροπούλου
  • Σκηνικά: Κέννυ Μακ Λέλλαν
  • Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
  • Μουσική: Μίνως Μάτσας
  • Φωτισμοί: Aλέκος Γιάνναρος
  • Δραματουργός: Λουίζα Αρκουμανέα
  • Μάσκες: Εύα Νικολοπούλου
  • Αφίσα: Αλέξανδρος Ψυχούλης
  • Μουσική προετοιμασία: Μάριον Πελεκάνου
  • Μουσική διδασκαλία: Bαλέρια Δημητριάδου
  • Αγγλικοί υπέρτιτλοι: Δήμητρα Πετροπούλου
  • Βοηθός Σκηνοθέτη: Χάρης Πεχλιβανίδης
  • Φωτογραφίες – Βίντεο: Πάτροκλος Σκαφίδας
  • Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης
  • Παραγωγή: Venus A.E.
  • Διανομή (Με Σειρά Εμφάνισης): Ξένος: Δημήτρης Λιγνάδης, Οιδίπους: Κώστας Καζάκος, Αντιγόνη: Κόρα Καρβούνη, Ισμήνη: Τζένη Κόλλια, Θησέας: Άρης Τρουπάκης, Κρέων: Δημήτρης Ήμελλος, Πολυνείκης: Δημήτρης Λάλος
  • Χορός Ψαλτών: Πέτρος Δασκαλοθανάσης , Παναγιώτης Διαμαντόπουλος , Θεόδωρος Παλτόγλου, Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης
  • Χορός Πολιτών: Αντριάνα Ανδρέοβιτς , Βαλέρια Δημητριάδου, Παναγιώτης Καμμένος, Ορέστης Καρύδας, Αγγελίνα Κλαυδιανού
    Δ/νση παραγωγής: Γιώργος Σύρμας
  • Διάρκεια παράστασης: 105’

*Η παράσταση Οιδίπους επί Κολωνώ παρουσιάζεται για τελευταία φορά στην Επίδαυρο απόψε Σάββατο 8 Ιουλίου στις 21:00.

Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι
Το Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη στο Φεστιβάλ Αθηνών

Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της παράστασης Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι του Tennessee Williams σε μετάφραση-σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη την Τρίτη 4 Ιουλίου. Η παράσταση ανέβηκε στο Κτίριο Δ της Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου 2017.

Το έργο

Το Suddenly Last Summer του Tennessee Williams έκανε πρεμιέρα το 1958 στο Broadway σοκάροντας τον κόσμο με τις αναφορές του για λοβοτομή, επέμβαση που έκανε και η αδερφή του Williams. Το 1959 το έργο πέρασε στην Μεγάλη Οθόνη, με προσαρμογή σεναρίου από τον ίδιο τον Tennessee Williams και τον Gore Vidal και σκηνοθεσία του Joseph Mankiewicz. Για την ιστορία, είναι το τρίτο ανέβασμα του έργου Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι στην Αθήνα τα τελευταία τρία χρόνια. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος με την διπλή ιδιότητα μεταφραστή-σκηνοθέτη –κι εκεί- ανέβασε το έργο στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας το 2014 με τις Μπέττυ Αρβανίτη και Λουκία Μιχαλοπούλου στους κεντρικούς ρόλους. Η Φένια Προβελεγγίου σκηνοθέτησε το 2016 στο Rabbithole την Μαρία Αλιφέρη ως Violet.

Ένας ομοφυλόφιλος ποιητής κατασπαράσσεται από ένα αγριεμένο πλήθος παιδιών. Αυτό είναι και το τελευταίο του –άγραφο– ποίημα. Πίσω του αφήνει μια γυναίκα-μάρτυρα του έργου και της μοίρας του, που δεν θα διστάσει να αρθρώσει αυτό το ποίημα, παρά τον αδυσώπητο πόλεμο που υφίσταται από τους συγγενείς προκειμένου να σωπάσει. Όχι σαν επιθανάτια κραυγή μιας ενοχικής συνείδησης που αυτοτιμωρείται, αλλά σαν σπαραχτικό ύμνο στην αγάπη που, παρ’ όλ’ αυτά, επιβιώνει.

Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι
Δίπλα στους ηθοποιούς της παράστασης, στέκονται τα 19 λευκά τριαντάφυλλα
Οι εκδοχές της Αλήθειας

Ο θάνατος του Sebastian είναι ένα μυστήριο που πρέπει να παραμείνει μυστήριο για κάποιους, προκειμένου να διατηρηθεί ευνοϊκή η υστεροφημία του ως Ποιητή, όπως είναι ο σκοπός της μητέρας του Violet Venable. Από την αρχή του έργου γίνεται σαφές, πως θ’ ακουστούν πολλές εκδοχές σχετικά με τον θάνατο του Sebastian κι άρα υπάρχουν πολλές αλήθειες. Η Violet ισχυρίζεται πως η ανιψιά της, Catherine έδωσε ψευδή ομολογία για τα όσα συνέβησαν στο κοινό της ταξίδι με τον Sebastian, όπου και πέθανε. Βέβαια, η κρίση της Violet μολύνεται από την λατρεία της για τον γιο της κι από την απέλπιδα προσπάθειά της να διαφυλάξει ακέραια την υστεροφημία του.

Η κυρία Holly κι ο George, η μητέρα κι ο αδερφός της Catherine, προσπαθούν να την μεταπείσουν, γιατί μία εκδοχή με την οποία δε θα είναι σύμφωνη η Violet –η νύφη τους- θα τους στερήσει την κληρονομιά που της άφησε ο Sebastian. Ο γιατρός Cukrowicz (ή γιατρός Ζάχαρη) φέρεται ως αποστασιοποιημένος θεατής, καθώς δεν εμπλέκεται συναισθηματικά με την υπόθεση – ας εξαιρέσουμε το χολιγουντιανό σενάριο με την ρομαντική διάσταση της ιστορίας- αλλά έχει οικονομικά κριτήρια, καθώς η Violet τον δελεάζει με χρηματοδότηση της νέας του πειραματικής μεθόδου για τους ασθενείς του. Τελικά, ναι, μπορεί και να είναι αλήθεια, θα πει στο τέλος του έργου, φράση που αποσιωπήθηκε από την παράσταση της Μαυραγάνη, αλλά αφέθηκε μετέωρη κι ανοιχτή στην κρίση του θεατή.

Το θέμα της ωμοφαγίας/κανιβαλισμού

Το Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι είναι για τον Tennessee Williams, ένα από τα ποιητικό του έργα και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, κατά την άποψή μου. Αν το Summer and Smoke φλερτάρει με την γοτθική αρχιτεκτονική, το Suddenly Last Summer είναι ένα σχεδόν αμιγώς μπαρόκ έργο. Μπορεί να μην βλέπουν επί σκηνής αποτρόπαιες πράξεις, αλλά οι αφηγήσεις από τα εξωτικά ταξίδια του Sebastian αρχικά με την μητέρα του κι ύστερα με την ξαδέρφη του, είναι γοητευτικές όσο και τρομαχτικές.

Από το ταξίδι του στα νησιά Ενκαντάδας, ο Sebastian γοητεύτηκε από το θέαμα της ωμοφαγίας νεογνών θαλάσσιων χελωνών από τα όρνεα, ενώ στο ταξίδι του στο Μεξικό γίνεται ο ίδιος η τροφή των πεινασμένων παιδιών, των «αλητάκων» με τα μαύρα μάγουλα. Τα φυτά που έχουν στον κήπο τους οι Venable, είναι επίσης σαρκοφάγα. Υπεράνω όλων, η ωμοφαγία της συνείδησης της Catherine, που είναι στα πρόθυρα λοβοτομής, δηλαδή αφαίρεσης της συνείδησης και συνεπακόλουθα της μνήμης της, από την Violet και των υποχειρίων της συγγενών με ωφελιμιστικές προθέσεις.

Η μετάφραση

Η Γεωργία Μαυραγάνη είναι καταρχήν μεταφράστρια του έργου και αυτό υπερβαίνει αλλά και συμπληρώνει την ιδιότητά της ως σκηνοθέτη της παράστασης. Ο Tennessee Williams ευτύχησε στην χώρα μας να έχει μακρά μεταφραστική παράδοση, από τον Πλωρίτη και τον Γκάτσο, ως τον προσφάτως αποδημούντα Ερρίκο Μπελιέ. Η αλήθεια είναι πως χρειάζεται ν’ ανανεωθεί ο κύκλος αυτής της παράδοσης και να εμπλουτιστεί με το σύνολο των αμετάφραστων έργων του. Αν λάβουμε υπόψη μάλιστα, πως ο Tennessee έδωσε δύο ή ακόμα και τρεις εκδοχές του ίδιου έργου, η διαδρομή μίας μετάφρασης κάθε άλλο παρά συναρπαστική μπορεί ν’ αποβεί.

Η Γεωργία Μαυραγάνη τώρα, διατηρώντας την ποιητικότητα της συμβολικής του μύθου του έργου, καταφέρνει να δώσει μία καθόλα θεατρικά λειτουργική μετάφραση που σε παρασέρνει. Δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη η διάκριση του λούμπεν στοιχείου, «αλητάκων» του Μπελιέ σε «άστεγων με μαύρα μάγουλα» στη δική της μετάφραση, που έκανε την αφήγηση της Catherine πιο επιδραστική στο αθηναικό κοινό, σχεδόν «τρομαχτική» θα λέγαμε.

Το σκηνικό περιβάλλον

Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης υπογράφει η Άρτεμις Φλέσσα

Με την είσοδο του ο θεατής στην παράσταση Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, βλέπει αμέσως το δραματουργικό περιβάλλον που εύστοχα απέδωσε η Άρτεμις Φλέσσα. Ξεχωρίζουν τα δεκαεννιά λευκά –κι όχι κόκκινα όπως αυτά που άρεσαν στον Sebastian- τριαντάφυλλα, τα οποία αποκτούν κίνηση, σε διάφορα σημεία του κειμένου, κυρίως όταν αναφέρεται ο θάνατος του Sebastian. Τα λουλούδια είναι ψηλά, στο μέγεθος ανθρώπου, όπως υποδεικνύονται από το κείμενο, και περά την γλυκιά τους όψη, κρύβουν μία επιθετικότητα.

Δεσπόζει στον χώρο, ο γυάλινος τοίχος του θερμοκηπίου, στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες του δράματος. Πίσω από αυτό παρελαύνουν τα πρόσωπα που δεν έχουν πάρει ακόμα «άδεια» να βρίσκονται στον χώρο του κήπου, μέρος ιερό για την Violet καθώς την συνδέει με τον νεκρό της γιο. Λειτουργική η χρήση των δύο πορτών του «θόλου», με την Miss Foxhill (Ευδοξία Ανδρουλιδάκη) να μπαινοβγαίνει φέρνοντας τα σκηνικά αντικείμενα που ζητάει η Violet. Στην κορύφωση του δράματος, φαίνεται ο «αθώος» κήπος να «παγιδεύει» τους ήρωες, ωσότου αποκαλυφθεί η αλήθεια ή έστω η αληθοφανής εκδοχή της Catherine.

Το λευκό χρώμα κι οι συμβολισμοί του

Στην κεντρική αφήγηση της Catherine, για την εμπειρίας από τον Sebastian στο κοινό τους ταξίδι, δίνεται έμφαση στο λευκό χρώμα. «Εκείνη την μέρα, ο ουρανός δεν ήταν γαλάζιος, αλλά λευκός» και στη συνέχεια δίνεται έμφαση στη σχέση του Sebastian με το λευκό (λευκό κοστούμι, λευκό καπέλο, λευκά χάπια, λευκά παπούτσια) και η αντίθεσή του με το μαύρο χρώμα των άστεγων παιδιών που σκαρφάλωναν τα φράγματα που χώριζαν τις δημόσιες παραλίες από την πλαζ όπου βρίσκονταν. Λευκές είναι και οι σελίδες του ημερολογίου με το μπλε εξώφυλλου που σκίζει η Violet, του τελευταίου ποιήματος που δεν πρόλαβε να γράψει ο γιος της.

Μαύρο είναι και το χρώμα των κορακιών που αναφέρει η Violet στην δική της αφήγηση, σύμβολο θανάτου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που τα λευκά τριαντάφυλλα στον κήπο των Venable, αναθαρρεύουν κι αποκτούν ζωή κάθε φορά που αναφέρεται το όνομα του Sebastian. Στον ουρανό βρίσκεται κι ο ήλιος, που φωτίζει τον κόσμο και δίνει ζωή στα φυτά που βρίσκονται στο θερμοκήπιο. Δεν είναι τυχαίο –θα ξαναπούμε- πως ο Sebastian πέθανε μία καυτή μέρα. Το έργο του Williams αυτά τα παιχνίδια παίζει όλη την ώρα, με τις αφηγήσεις των Violet και Catherine, ν’ αλληλοσυμπληρώνουν τον μύθο του Sebastian.

Ο θίασος της παράστασης

Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι
Ά. Μάσχα, Γ. Μπαλλάς, Ν. Αϊδινιάν, Μ. Κεχαγιόγλου, Β. Αμπατζής στο Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι

Η Γεωργία Μαυραγάνη δεν έκανε μόνο μία εξαιρετική μετάφραση για το Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι, αλλά και μία πρώτης τάξεως διανομή. Στον κεντρικό ρόλο της Violet, η Μαρία Κεχαγιόγλου, απέδωσε με την πολυδιάστατη ερμηνεία της την φλεγματώδη, αυταρχική, ασυμβίβαστη με την ηλικία της και την αλήθεια ηρωίδα. Η Violet διακρίνεται για την αφοσίωση στον γιο της τόσο ως σώμα, όσο κι ως πνεύμα, με την Ποίηση του, να είναι γι’ αυτήν η ίδια του η ζωή, που την κρατάει στα χέρια της, με τις τελευταίες σελίδες της να παραμένουν λευκές γι’ αυτήν έως ότου ακούσει την ολόκληρη –κι αλογόκριτη- εκδοχή της Catharine. Στο πλάι της, στέκεται με σταθερό ήπιο τόνο, ο συνεχώς ανερχόμενος Βαγγέλης Αμπατζής (θα διακριθεί σύντομα με υποψηφιότητα Χορν), στον ρόλο του γιατρού Ζάχαρη (Cukrowicz στα πολωνικά).

Στην πρώτη του εμφάνιση στην σκηνή, στην κατιδίαν του σκηνή με την Violet, ο Αμπατζής-γιατρός σχεδόν δεν ακούγεται και σχεδόν δεν φωτίζεται, αλλά όσο γνωρίζεται με την οικοδέσποινα, υψώνει την φωνή του σθεναρά, για να καταφέρει στην εξέλιξη της παράστασης, να κάνει την Catherine να μιλήσει. Αυτόν όπως και τον Γρηγόρη Μπαλλά, τους είχαμε ξαναδεί μαζί σε δουλειά της Μαυραγάνη (Οι αναστατώσεις του Οικότροφου Τέρλες). Ο Μπαλλάς υποδύεται τον George Holly, τον αδερφό της Catherine, που εμφανίζεται με τα ρούχα του Sebastian, δωρισμένα από την Violet. Οργώνει την σκηνή, για ν’ απαιτήσει από την Catherine να σταθεί σύμφωνα με τα οικονομικά οφέλη της οικογενείας τους κι όχι με την αλήθεια.

Στον ρόλο της Catherine, βλέπουμε την φετινή υποψηφία για Μελίνα Μερκούρη, Ελίνα Ρίζου, διάσημη από τις συνεργασίες της με τον Δ. Καραντζά. Η χαρισματική ηθοποιός, στο Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν από τους δυσκολότερους προς ερμηνεία ρόλους της δραματουργίας του Williams. Η παραμονή της στο St. Martins την κάνει και φρενοβλαβή; Ποιες επιπτώσεις έφεραν στην συναισθησία της τα ισχυρά ψυχοφάρμακα που της χορηγούνται; Η Catherine της Ρίζου, στέκεται σθεναρά απέναντι στην –θεαματικά καλή- Μαρία Κεχαγιόγλου, παρά την σωματική της ανημπόρια και δίνει με πάθος τα χρώματα της στερνής της εμπειρίας από τον Sebastian.

Συνολικά, η παράσταση Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι είναι μία ευτυχής στιγμή για την πρόσληψη του Tennessee Williams από τη νέα γενιά δημιουργών του θεάτρου μας και φυσικά από το θεατρόφιλο κοινό. Με πίστη στο δραματουργικό της πυρήνα, το κείμενο, η Γεωργία Μαυραγάνη φιλοτεχνεί μία παράσταση που διατηρεί ζωντανούς τους χυμούς του πρωτότυπου, χωρίς να φλυαρεί σε ονειροπολήσεις μίας άλλης –άγνωστης- ηπείρου κι έχει στο πλάι της ένα θαυμαστό επιτελείο ηθοποιών για να κατορθώσει μία μαγική στιγμή.

Συντελεστές της παράστασης Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι

  • Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη
  • Επιμέλεια κίνησης: Σταυρούλα Σιάμου
  • Σκηνικά – Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα
  • Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
  • Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Μητροπούλου
  • Φωτογραφίες παράστασης: Μαριλένα Σταφυλίδου
    Παίζουν: Μαρία Κεχαγιόγλου, Βαγγέλης Αμπατζής, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Άννα Μάσχα, Γρηγόρης Μπαλλάς, Ελίνα Ρίζου, Ναζίκ Αϊδινιάν.
  • Διάρκεια παράστασης: 90’

 

*Η παράσταση Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι παρουσιάστηκε 4 και 5 Ιουλίου στο Κτίριο Δ της Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρο

Μήδεια - Δ. Καραντζάς
Χ. Λούλης, Μ. Σαράντης & Γ. Γάλλος στην Μήδεια σε σκηνοθεσία Δ. Καραντζά (φωτό: Nikko Patrel;akis για το Doctv,gr)

Την Παρασκευή 30 Ιουνίου παρακολουθήσαμε στην Μικρή Επίδαυρο την πολυαναμενόμενη παράσταση Μήδεια (μετάφραση Μίνωα Βολανάκη) σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά με τριμελή αντρικό θίασο. Είναι η δεύτερη φορά που ο Καραντζάς σκηνοθετεί στην Μικρή Επίδαυρο μετά την Ελένη του Ευριπίδη το 2014.  Ξανά μ’ Ευριπίδη λοιπόν ο σημαντικότερος ίσως σκηνοθέτης αυτή την στιγμή στην Ελλάδα, μπολιασμένο με Χάινερ Μύλλερ. Συμπαραστάτες επί σκηνής o Γιώργος Γάλλος, ο Χρήστος Λούλης κι ο Μιχάλης Σαράντης.

Η Μήδεια διδάχτηκε για πρώτη φορά το 431π.Χ. από τον Ευριπίδη. Πρώτη αναφορά για την Μήδεια έχουμε στ’ Αργοναυτικά, τον μύθο της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Η Μήδεια είναι ένας από τους τραγικούς ήρωες, που έχουν αναλυθεί και συνδιαλεχτεί ποικιλοτρόπως με όλες τις Τέχνες –παραστατικές ή μη- και μία από τις δημοφιλέστερες τραγωδίες του Ευριπίδη. Η Μήδεια, η βάρβαρη μάγισσα, ανιψιά της Κίρκης, παντρεύτηκε τον Έλληνα Ιάσονα και με τα μαγικά της κατάφερε να του χαρίσει έναν θρόνο και δύο αρσενικούς απογόνους. Η ερωτική προδοσία αλλά και η αποπομπή της ως «βάρβαρη» την οδηγούν να θανατώσει με δηλητηριασμένα νυφιάτικα την Γλαύκη και τον Κρέοντα. Για να προστατέψει τα παιδιά της από την εξορία, καταφεύγει στην αυτο-κτονία, τον θάνατο δηλαδή των ίδιων της των παιδιών.

Μήδεια
Η υπόκλιση της πρώτης παράστασης της Μήδειας (φωτό: Μάρη Τιγκαράκη

Όπως διαβάζουμε στο δελτίο τύπου της παράστασης: Η παράσταση επιχειρεί να ανασύρει και να τοποθετήσει το ζήτημα «Μήδεια» στο επίκεντρο. Τρεις άντρες βρίσκονται πάνω στη σκηνή προκειμένου να αναρωτηθούν, να επανεξετάσουν, να επιχειρήσουν να δώσουν απαντήσεις στον «θρύλο» της Μήδειας από αντρική σκοπιά. Σε ποια σημεία η Μήδεια «υποκρίνεται», σε ποια σημεία επιχειρηματολογεί επαρκώς, ποια μέρη του έργου είναι αμιγώς λογικά και δικαιολογημένα και πού σφάλλει; Πώς τρία πρόσωπα αντίθετου φύλου από αυτό του ρόλου μπορούν να δικαιολογήσουν και να αθωώσουν την πράξη της Μήδειας; Η παράσταση επανέρχεται στο έργο για να θέσει όλα αυτά τα ζητήματα σε έναν πάγκο ανατομικής μελέτης της ρυθμολογίας και της επιχειρηματολογίας του, σε μια «ψιθυριστή» παράσταση που προσπαθεί να αγγίξει το «σύμπτωμα» της Μήδειας.

Η παράσταση Μήδεια

Ο Δημήτρης Καραντζάς δεν βλέπει τον μύθο της Μήδειας ως μία κοινή ιστορία ερωτικής προδοσίας, αλλά χωρίς να χάσει την τρυφερότητα των τραγικών ηρώων, επικοινωνεί με μία καθαρή δραματουργική πρόθεση τα ποικίλα ενδότερα χαρακτηριστικά της ταυτότητας της Μήδειας. Η Μήδεια δεν είναι μόνο μία μητροκτόνος, μία γυναίκα που διαπράττει έγκλημα πάθους, ή μία αδελφοκτόνος. Η Μήδεια είναι και μία πρόσφυγας στην Ελλάδα, που έφτιαξε την ζωή της μ’ έναν Έλληνα για να βρεθεί ξανά στον δρόμο της προσφυγιάς και μάλιστα προδομένη από αυτόν που αγαπά. Ο επικείμενος γάμος του Ιάσονα με την Γλαύκη, δεν είναι απλώς ένα γάμος, αλλά μία εμπορική συναλλαγή συμφερόντων. Για να μιλήσει ο Καραντζάς για όλα αυτά που θέλει να τονίσει με την σκηνοθεσία του, δεν κατευθύνθηκε μόνο στην Ευριπίδεια τραγωδία, αλλά και στον διακείμενό του Χάινερ Μύλλερ, και το πολύτιμό του Μήδειας Υλικό.

Τρεις άντρες Υποκριτές

Η επιλογή των τριών αντρών ηθοποιών (Υποκριτών) δεν είναι απλώς μία σκηνοθετική επιλογή, αλλά μία στοχευμένη δραματουργική απόφαση. Ο Μιχάλης Σαράντης μπαίνει στην σκηνή ως μία τρυφερή και συμπονετική Τροφός. Ο Γιώργος Γάλλος προσεγγίζει τον ρόλο της Μήδειας με μία σπάνια τρυφερότητα, συναισθηματική εμπλοκή σα να είναι ένας άντρας που υποφέρει τον χαμό και συνάμα μία γυναίκα που θρυμματίζεται από έρωτα. Ο Χρήστος Λούλης επωμίζεται τους τρεις αντρικούς ήρωες της τραγωδίας (Ιάσων, Κρέων, Αιγεύς). Η σαρκαστική προσέγγιση τόσο του Ιάσονα όσο και του Κρέοντα μου προκάλεσαν μία διφορούμενη αίσθηση σε σχέση με την κατά κύριο λόγο χαμηλότονη εκφορά του λόγου στην παράσταση. Σαρκάζεται λοιπόν η αρσενική φύση και η υπερφίαλη τάση για επιβολή του έχοντα την εξουσία; Από την μία ο σαρκασμός του Ιάσονα, από την άλλη ο μαρασμός της Μήδειας, και στην άκρη ο Σαράντης ως Χορός επιτηρεί την κατάσταση. Οι ηθοποιοί έχουν μία μαθηματικά υπολογισμένη απόσταση μεταξύ τους, πέρα από τις «αντρικές αγκαλιές» που αφήνουν το συναίσθημα να αγγίξει τα κορμιά τους.

Μήδεια - Δ. Καραντζάς
Φωτογραφία του σκηνικού από τον σκηνοθέτη

Ενδεδυμένοι και οι τρεις με μαύρο κοστούμι (Ιωάννα Τσάμη) βλέπουν την Μήδεια «από πάνω», «από δίπλα», κι αφού «ξηλώσουν» το υφασμάτινο τμήμα του εδάφους, «από μέσα». Σπαρακτικός ο Μιχάλης Σαράντης ως Άγγελος -ένας Άγγελος δεν του χώρισε και το Χορν πριν 3 χρόνια;- σχεδόν μην μπορώντας ν’ αρθρώσει την αποτρόπαια εικόνα του θανάτου της Γλαύκης. Από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης, τα Χορικά, και όσα διαλογικά σημεία είχαν παραπάνω από μία φωνές. Το αποτέλεσμα που έφτανε στ’ αυτιά μας ήταν σχεδόν ιερατικό.Το Χορικό του Έρωτα, είναι σα γεννήθηκε για πρώτη φορά στην χθεσινή παράσταση.

Το σκηνικό της παράστασης

Η παράσταση Μήδεια ολοκληρώνεται ως εικαστική πρόταση με την συμβουλή των Μανωλοπούλου-Αναστασίου. Το δάπεδο ήταν κεκαλυμμένο με υφάσματα ρούχων, που συμβόλιζαν τα νεκρά παιδιά. Είναι το πέρας της ζωής ανά τους αιώνας; Είναι μία ευθεία καλλιτεχνική διαλλεκτική με το θέμα των προσφύγων που άφησαν την πνοή τους στην στεριά; Είναι όλοι οι άνθρωποι που έγιναν το εξιλαστήριο θύμα για να πατήσει επί πτωμάτων ο Δυτικός Πολιτισμός; Η τεχνική που ακολούθησε η σκηνογράφος, κάνει το έδαφος να μοιάζει έναν φυσικό ξερότοπο, μεταπλάθοντας το υλικό της.Η ενδυματολογική επιλογή κρίνεται αδύναμη σε σχέση με το συνολικό εικαστικό δημιούργημα.

Σταδιακά, οι ηθοποιοί αποκολλούν τμήματα αυτής της υφασμάτινης μάζας κι αποκαλύπτεται ένας κυκλικός φωτιστικός πυρήνας, ο Ήλιος, που αναδύεται από τις χθόνιες δυνάμεις της γης, για να υπερβεί τον Άνθρωπο. Ας μην ξεχνάμε τις απόψεις του Ευριπίδη για την προέλευση των Αθηναίων στην ανάπλαση του μύθου του Ιώνα. Στην εποχή του ο Ευριπίδης έπαιζε με δύο μύθους για τους Αθηναίους: το μύθο ότι κατάγονται από τους Ανατολικής προέλευσης Ιώνες και έναν άλλο μύθο που έλεγε ότι προέρχονται από ένα ερπετό, τον Κέκροπα. Η Μήδεια από την άλλη έχει ως σύμβολο της τον δράκοντα, δηλαδή ένα φίδι. Ο Καραντζάς μπόρεσε να χτίσει μία σαγηνευτική σκηνή, με τους ηθοποιούς να εξαφανίζονται από το οπτικό μας πεδίο, ξαπλωμένοι στο μη φωτιζόμενο τμήμα της σκηνής, και τον πορφυροκίτρινο φως να γεμίζει τα μάτια μας. Το σούρσιμο των ηθοποιών στη γη, σαν μία τέτοια συμβολική σύνδεση την διαβάζω.

Συνολικά, η δραματουργική και σκηνοθετική πρόταση των Καραντζά-Καπράλου στην Μήδεια, βρήκε πρόσφορο έδαφος στο θέατρο της Μικρής Επιδαύρου με τρεις εξαιρετικούς πρωταγωνιστές σε μία κατανυκτική θεατρική ατμόσφαιρα πέραν από κάθε προηγούμενο.

Πληροφορίες της παράστασης Μήδεια

Συντελεστές της παράστασης:

  • Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
    Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
    Διασκευή – Δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Καραντζάς, Θεοδώρα Καπράλου
    Μουσική: Ανρί Κεργκομάρ
    Σκηνικά: Ελένη Μανωλοπούλου
    Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
    Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
    Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος
    Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδώρα Καπράλου
    Βοηθός Σκηνογράφου: Δημήτρης Αγγέλης
    Παίζουν: Γιώργος Γάλλος (Μήδεια), Χρήστος Λούλης (Ιάσων, Κρέοντας, Παιδαγωγός, Αιγέας,), Μιχάλης Σαράντης (Χορός, Άγγελος,Τροφός)

*Η παράσταση παρουσιάστηκε στην Μικρή Επίδαυρο αυτό το σαββατοκύριακο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου 2017.

Ιφιγένεια εν Αυλίδι
Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι σε καλοκαιρινή περιοδεία, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια

Την Πέμπτη 29 Ιουλίου παρακολουθήσαμε την παράσταση Ιφιγένεια εν Αυλίδι σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια στο Κηποθέατρο Παπάγου, στην πρώτη εβδομάδα της καλοκαιρινής περιοδείας της παράστασης. Μετά την διετή επιτυχημένη πορεία της παράστασης Ταρτούφος, ο Χειλάκης και ο Δούνιας συνεργάζονται αυτή την φορά σε μία από τις δημοφιλέστερες τραγωδίες του Ευριπίδη. Βασική σκηνοθετική επιλογή τους είναι η αναβίωση του αρχέτυπου των τριών Υποκριτών, με τον ίδιον τον Χειλάκη, την Αθηνά Μαξίμου και την Λένα Παπαληγούρα. Η παράσταση χρησιμοποιεί την μετάφραση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα, ενώ ο Σταμάτης Κραουνάκης έγραψε πρωτότυπη μουσική ειδικά για την παράσταση.

Ο μύθος

Όταν ο Αγαμέμνονας σκοτώνει το ιερό ελάφι της θεάς Άρτεμις, εκείνη για να τον εκδικηθεί, προκαλεί άπνοια καθηλώνοντας έτσι τον ελληνικό στόλο στην Αυλίδα. Ο μόνος τρόπος για να εξευμενίσει ο Αγαμέμνονας την θεά και να ξεκινήσει ο ελληνικός στρατός για τον Τρωικό πόλεμο είναι να θυσιάσει την κόρη του, Ιφιγένεια. Με το φόβο του στρατού που είναι έτοιμος να εξεγερθεί, ο Αγαμέμνονας καλεί την Ιφιγένεια να έρθει στην Αυλίδα με το πρόσχημα ότι θα την παντρέψει με τον Αχιλλέα. Όταν εκείνη καταφτάνει στο στρατόπεδο μαζί με την μητέρα της Κλυταιμήστρα συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν πρόκειται να σταματήσει τους Έλληνες από το να εκδικηθούν για την αρπαγή της Ωραίας Ελένης και να λεηλατήσουν την Τροία – ούτε καν ο άσκοπος θάνατος ενός παιδιού που δεν έφταιξε σε τίποτα.

Ο Γιώργος Μπλάνας σημειώνει για την παράσταση: «Το πραγματικό της Ιφιγένειας εν Αυλίδι δεν είναι η άδικη σφαγή μιας αθώας κοπέλας. Πουθενά στο έργο δεν αμφισβητείται το δικαίωμας μίας θεάς να ζητά ανθρώπινη θυσία –ούτε από το ίδιο το θύμα. Το πραγματικό θέμα του έργου είναι η εξουσία: τι λογής άνθρωποι έλκονται από αυτήν, μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για να την κατακτήσει και να την διατηρήσει, πόσο εξουσιαστής είναι ο εξουσιαστής και πόσο εξουσιαζόμενος ο εξουσιαζόμενος, πως μεταβάλλονται σε «δημόσια αγαθά» οι ποταπές επιθυμίες του εξουσιαστή, πόσο ειλικρινής είναι απέναντι στον εαυτό του, πόσο ιδιοτελής μπορεί να είναι η ιδέα του κοινού συμφέροντος.» (το απόσπασμα είναι αντλημένο από το πρόγραμμα της παράστασης)

«Το πραγματικό θέμα του έργου είναι η εξουσία: τι λογής άνθρωποι έλκονται από αυτήν, μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για να την κατακτήσει και να την διατηρήσει, πόσο εξουσιαστής είναι ο εξουσιαστής και πόσο εξουσιαζόμενος ο εξουσιαζόμενος»

Λίγο πριν την εκστρατεία στην Τροία, χρειάζεται μία ανθρωποθυσία, μία γενοκτονία για να είναι ευνοϊκοί οι άνεμοι σύμφωνα με την προφητεία του Μάντη Κάλχα. Το αν θα εκπληρωθεί ή όχι η ταγή της θεάς Άρτεμης, δεν είναι δίλημμα ηθικό, αλλά πολιτικό. Για λίγες μόνο στιγμές, βλέπουμε τον Αγαμέμνονα ν’ αμφιταλαντεύεται για το αν θα θυσιάσει στον βωμό ή όχι την κόρη του. Η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από την ανθρώπινη ζωή και τους οικογενειακούς δεσμούς, το κοινό συμφέρον υπερνικά το ατομικό. Ο στρατός είναι αποφασισμένος να πολεμήσει στην Τροία, ο Μενέλαος είναι ανυποχώρητος στην διεκδίκηση της Ελένης που πρόδωσε την οικογενειακή τους εστία και την συζυγική της πίστη. Η Ιφιγένεια δεν είναι απλώς ένα εξιλαστήριο θύμα, είναι η ηρωίδα πάνω στην οποία θα βασίσει ο ελληνικός στρατός την επιτυχημένη του πορεία στο πεδίο της μάχης.

Η πολιτική ματιά της παράστασης

Η Ιφιγένεια, δεν είναι απλώς μία παρθένα που δέχεται παθητικά τον χαμό της, μα θαρρετά θ’ αποδεχτεί την τραγική της μοίρας λέγοντας: «Είναι μάταιο να προσπαθούμε να ξεφύγουμε από το αναπόφευκτο: θα μας συντρίψει πριν μας συντρίψει. Απ’ όσα είδα κι άκουσα, κατέληξα πως πρέπει να πεθάνω. Θα το κάνω, αλλά περήφανα, γενναία όχι μικρόψυχα: με κλάματα και οδυρμούς, αφού πρέπει να σώσω εγώ την τιμή της Ελλάδας – κι ας τιμήσει η Ελλάδα τ’ όνομά μου. Όταν με γέννησες, εσύ απόκτησες ένα παιδί κι εγώ δύο μάνες: αυτήν που μ’ έφερε στον κόσμο κι αυτήν, που θα γινόταν για μένα ο κόσμος όλος.» Χαρακτηριστικό της ηρωικής της καταβολής, είναι πως ούτε μία στιγμή η Ιφιγένεια δεν φαίνεται να θέλει να ξεφύγει με τεχνάσματα ή παρακλητικό λόγο από τον θάνατο που οι Θεοί αποφάσισαν γι’ αυτήν.

Η πολιτική ματιά στην δραματουργία της παράστασης των Χειλάκη-Δούνια, ήταν καταφανής όπως και στον Ταρτούφο. Κοινός κώδικας των δημιουργών της παράστασης ήταν η μετάφραση του Μπλάνα και η μουσική του Κραουνάκη. Οι πολιτικές βολές κατά των ηγετών, της εξουσιομανίας, η σύγκρουση ατομικού και κοινού συμφέροντας καταδείχτηκαν τόσο από την εκφορά του λόγου όσο και από τις σκηνικές εικόνες που συνέθεσαν. Όπως επισημαίνουν στο σημείωμά τους στο πρόγραμμα της παράστασης: «Στην δική μας ανάγνωση η Ιφιγένεια είναι ένα σχόλιο στην πατριδοκαπηλία, στην εκμετάλλευση της έννοιας του πατριωτισμού για διάφορα οφέλη».

Η παράσταση

Ο Αιμίλιος Χειλάκης κι ο Μανώλης Δούνιας μελέτησαν πολύ το αρχαίο δράμα, σε μία προσπάθεια αναβίωσης βασικών του μορφολογικών παραστασιακών χαρακτηριστικών και ανανέωσης της πρόσληψής του από το κοινό. Όπως είναι γνωστό, βασικό στοιχείο της φυσιογνωμίας της παράστασης είναι το αρχέτυπο των τριών Υποκριτών, με τους ηθοποιούς να είναι κεκαλυμμένοι με λευκή πούδρα σε ολόκληρο το σώμα, όπως το ψιμύθιον (ανθρακικός μόλυβδος) που χρησιμοποιούσαν στις παραστάσεις του αρχαίου δράματος στην Κλασική Αθήνα.

Τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, λευκά με περίτεχνες λεπτομέρειες, αναδεικνύουν την μεγαλοπρέπεια των τραγικών προσώπων, ενώ μ’ εύκολες κινήσεις, μεταβάλλονταν ανάλογα με τον τραγικό ήρωα που υποδύονταν στο εκάστοτε Επεισόδιο οι Υποκριτές. Οι ηθοποιοί έπαιζαν πάνω σε «βαγόνια» που μετακινούσες οι κοπέλες του Χορού για να φέρουν σ’ επαφή τα τραγικά πρόσωπα.

Θετική εντύπωση μας έκανε η ιδιαίτερη φροντίδα που δόθηκε στην σκηνική παρουσία του Χορού, ισοδύναμη των Τριών Υποκριτών. Εκ πρώτης όψεως, οι 8 κοπέλες, φαίνονται πως έχουν η κάθε μία την δική της σκηνική αυτονομία, καθώς είναι ενδεδυμένες με χρωματιστά φορέματα, η κάθε μία με διαφορετικό, που γράφει αμέσως μία εικαστική αντίθεση με τα ολόλευκα κοστούμια των πρωταγωνιστών της τραγωδίας.

Ακόμα και στα άλογα σημεία τους, οι κοπέλες κινούνταν ανάμεσα στους Υποκριτές, δείχνοντας μία ουσιαστική διάδραση με τα τραγικά πρόσωπα. Μάλιστα, ξαφνιάζει η ενδυματολογική επιλογή, να εμφανίζονται ξυπόλυτοι οι τραγικοί πρωταγωνιστές και φορώντας υποδήματα τα μέλη του Χορού. Η βασική (πρακτική) λειτουργία των ηθοποιών του Χορού, να μετατοπίζουν τα βαγόνια πάνω στα οποία στεκόντουσαν οι πρωταγωνιστές, έδινε μία δυναμική παρουσία στην σκηνική τους παρουσία. Τα τραγουδιστικά τους σημεία, ήταν άψογα συντονισμένα, με εντυπωσιακότερες τις σκηνές όπου παρήγαγαν ήχο κρουστών από τα κιβώτια του σκηνικού οικοδομήματος.

Οι τρεις «Υποκριτές» της παράστασης

Να περάσουμε στους τρεις «Υποκριτές» της παράστασης Ιφιγένεια Εν Αυλίδι. Ο Αιμίλιος Χειλάκης αποδεικνύεται πέραν από συν-σκηνοθέτης της παράστασης –για άλλη μία φορά- ο ιδανικός πρωταγωνιστής της παράστασης. Καθηλωτική η ερμηνεία του ως Αγαμέμνονα με στεντόρεια φωνή, στοχευμένη απεύθυνση του λόγου, δυναμικό σκηνικό «εγώ». Σ’ ερμηνευτική αντίστιξη, η ερμηνεία του ως Αχιλλέα που «υποτιμά» τον ηρωισμό του, δείχνοντας την ηρωική ανωτερότητα της Ιφιγένειας. Ο υποκριτικός στόχος του μάλιστα επιτεύχθηκε κρίνοντας από το γέλιο του κοινού. Η Αθηνά Μαξίμου υποδύθηκε τον Μενέλαο και την Κλυταιμνήστρα. Στον ρόλο του Μενέλαου ήταν πιο «συμβατική», αλλά στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας, απέδωσε την γκάμα ενός από τους «μισητούς» γυναικείους ρόλους του αρχαίους δράματος. Αρχικά, μελιστάλακτη και ευδιάθετη για τον επικείμενο γάμο της Ιφιγένειας, στην συνέχεια μία μάνα σε απόγνωση, για να καταλήξει μία «ύαινα» που θρηνεί τον χαμό του παιδιού της.

«Ο Αιμίλιος Χειλάκης κι ο Μανώλης Δούνιας μελέτησαν πολύ το αρχαίο δράμα, σε μία προσπάθεια αναβίωσης βασικών του μορφολογικών παραστασιακών χαρακτηριστικών και ανανέωσης της πρόσληψής του από το κοινό.»

Ξεχωρίζει στην παράσταση, η Λένα Παπαληγούρα, σ’ ένα ρόλο που, όπως φαίνεται, της ταιριάζει πολύ, αυτόν της Ιφιγένειας. Στην αρχή του δράματος, η Παπαληγούρα υποδύεται με τεχνική μαεστρία τον γέρο, κεκαλυμμένη με την κουκούλα του κοστουμιού της. Η «συμπαράσταση» του Χορού στον ηλικιωμένο ήρωα είναι άλλο ένα σχόλιο στην πρόσληψη του αρχαίου δράματος που έχει εκλείψει σχεδόν από τις παραστάσεις. Ως Ιφιγένεια, η Παπαληγούρα, αναδεικνύει όλο το εύρος της ηρωικής φύσεως της νεαρής κόρης του Αγαμέμνονα σε μία ανατριχιαστική ερμηνεία. Στην πρώτη της εμφάνιση, δίνει μία εύθραυστη κι αθώα εκδοχή της Ιφιγένειας, κοντά στην ηλικία και στην αγωγή της. Στη συνέχεια, αμφιταλαντεύεται ο ψυχισμός της μπροστά στην απόφαση του Πατέρα, για ν’ αποδεχτεί σταδιακά την μοίρα της και ν’ αναδειχθεί σε τραγική ηρωίδα-σύμβολο για την Ελλάδα, υψώνοντας σθεναρά το ετοιμοθάνατο κορμί της μπρος στους άντρες της πολεμικής εκστρατείας.

Εν κατακλείδι, η παράσταση Ιφιγένεια Εν Αυλίδι, μετά τις δύο sold out παραστάσεις της στο Κηποθέατρο Παπάγου, και την αποψινή της εμφάνιση στο Θέατρο Βράχων ετοιμάζεται να περιοδεύσει σε ολόκληρη την Ελλάδα. Οι σκηνοθετικές κι ερμηνευτικές επιλογές των σκηνοθετών της παράστασης, αν και αρχικά έμοιαζαν παρακινδυνευμένες για την λογική των παραστάσεων Τραγωδιών που περιοδεύουν, νομίζω πως δικαιώθηκαν πέρα ως πέρα από την αποδοχή του κοινού, δίνοντας μία ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση με καθαρή πρόθεση.

Πληροφορίες για την παράσταση Ιφιγένεια Εν Αυλίδι

Συντελεστές της παράστασης

  • Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
  • Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας
  • Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
  • Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
  • Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
  • Κίνηση: Αγγελική Τρομπούκη
  • Βοηθός Σκηνοθετών: Αλέξανδρος Βάρθης
  • Μουσική Διδασκαλία: Άννα Λάκη
  • Βοηθός Σκηνογράφου: Βάσια Χριστοπούλου
  • B Bοηθός Σκηνοθετών: Μαρία Χανδρά
  • Διάρκεια παράστασης: 95’
  • Πρωταγωνιστούν: Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Λένα Παπαληγούρα

και οι Δήμητρα Βήττα, Ελεάνα Γεωργούλη, Σμαράγδα Κάκκινου,
Άννα Κλάδη, Άννα Λάκη, Βάσια Λακουμέντα,
Φραγκίσκη Μουστάκη, Δώρα Στυλιανέση, Μαρία Τζάνη.

Επόμενοι σταθμοί της περιοδείας

Παρ 30/6 στις 21:30
Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη – Βύρωνας

Σαβ 1/7 στις 21:30
Υπαίθριο Θέατρο Αιγιαλείας Γ. Παππάς – Αίγιο

Κυρ 2/7 στις 21:30
Αρχαίο Ωδείο Πάτρας – Πάτρα

Δευ 3/7 στις 21:30
Θέατρο Κάστρου – Καλαμάτα

Πεμ 6/7 στις 21:30
Δημοτικός Κιν/φος Ελληνίς – Αγρίνιο

Παρ 7/7 στις 21:30
Ανοικτό Θέατρο Δήμου Λευκάδας – Λευκάδα

Σαβ 8/7 στις 21:30
Υπαίθριο θέατρο ΕΗΜ – Φρόντζου – Γιάννενα

Κυρ 9/7 στις 21:30
Θέατρο Βουνού – Καστοριά

Δευ 10/7 στις 21:30
Δημοτικό Στάδιο Κοζάνης – Κοζάνη

Τρι 11/7 στις 21:30
Κηποθέατρο Αλκαζάρ – Λάρισα

Τετ 12/7 στις 21:30
Θέατρο Κήπου – Θεσσαλονίκη

Πεμ 13/7 στις 21:30
Θέατρο Κήπου – Θεσσαλονίκη

Παρ 14/7 στις 21:30
Θέατρο Κήπου – Θεσσαλονίκη

Δευ 24/7

Θέατρο Πέτρας

Τρ 25/7

Βεάκειο Θέατρο

Πέμ 27/7

Χίος

Παρασκ 28/7

Μυτιιλήνη

Αύγουστος

Τετ 2/8 

Σαλαμίνα

Πέμ 3/8

Άργος

Παρασκ 4/8

Λούτσα

Κυρ 6/8

Ν.Μάκρη

Δευτέρα 7/8

Βόλος

Τρ 8/8

Αμφίπολη

Τετ 9/8

Ξάνθη

Πέμ 10/8

Κομοτηνή

Παρ 11/8

Αλεξανδρούπολη

Σαβ 12/8

Μουδανιά

Κυρ 13/8

Κασάνδρα

Κυρ 20/8

Χανιά

Δευ 21/8 Ρέθυμνο

Τρ 22/8

Ηράκλειο

Πέμ 24/8

Τρίκαλα

Παρ 25/8

Σέρρες

Σάβ 26/8

Φιλιπποι (Καβάλα)

Κυρ 27/8

Δίον

Τρ 29/8

Χαλκίδα

Τετ 30/8

Ηλιούπολη

Πέμ 31/8

Μενίδι

Σεπτέμβριος

Παρ 1/9

Θήβα

Σάβ 2/9

Κορυδαλλός

Τετ 6/9

Βριλήσια