Συνεντεύξεις

Λέανδρος Πολενάκης
Λέανδρος Πολενάκης

Το μυθιστόρημα «Ο κομμένος υπουργός», το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας, Λέανδρος Πολενάκης, χαρακτηρίζει ως ένα «πολιτικοερωτικό θρίλερ», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
Γαβριηλίδη.

Μέσα από το εύρημα της ειδεχθούς δολοφονίας του υπουργού Εσωτερικών, που
βρέθηκε νεκρός στο γραφείο του, τεμαχισμένος στο ύψος ακριβώς της μέσης, με ένα
οδοντωτό εργαλείο, ο συγγραφέας θέτει την πολιτική στο επίκεντρο της πλοκή του. Το μυστήριο καλούνται να λύσουν ο αστυνόμος Τσόγκας και η αρχιφύλαξ Τασούλα, ακολουθώντας το νήμα μιας ιστορίας στην οποία εμπλέκονται πολλά πρόσωπα και αφηγηματικά νήματα, για να οδηγηθούν σε έναν τελείως απρόβλεπτο δολοφόνο…

Τον Λέανδρο Πολενάκη τον έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα ως διακεκριμένο θεατρικό κριτικό,
την πένα του οποίου απολαμβάνουν κάθε Κυριακή οι αναγνώστες από τις σελίδες της Αυγής,
αλλά και ως ποιητή και μεταφραστή. Πριν από πέντε χρόνια μας συστήθηκε και ως
μυθιστοριογράφος, με τις Ιστορίες από το χαμένο βιβλίο (Ένεκεν, 2010).

Παρακάτω μπορείτε να απολαύσετε μια συνέντευξη με τον Λέανδρο Πολενάκη με αφορμή το νέο του βιβλίο, Ο Κομμένος Υπουργός, στην οποία μιλάει για την αστυνομική φύση του έργου του, το χιούμορ, το παράδοξο, τη θέση της γυναίκας στη βαλκανική χερσόνησο και την επανάσταση.

 

Ο κομμένος υπουργός
Ο κομμένος υπουργός του Λέανδρου Πολενάκη από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη

Τη συνέντευξη πήρε η Δέσποινα Ερρίκου

Το μυθιστόρημά σας, «Ο Κομμένος Υπουργός», δίπλα στο άφθονο χιούμορ που
διαθέτει, πόσο «νουάρ» και πόσο αστυνομικό είναι εν τέλει;

Όσο «νουάρ» και όσο αστυνομική είναι σήμερα η πραγματικότητα που ζούμε. Ξεκίνησα να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα θρίλερ με κοινωνικό φαντασιακό, και μάλλον πέτυχα το αντίθετο: ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομικό φαντασιακό και με πολύ χιούμορ, απαραίτητο για να την αντέξουμε.

Ήταν αυτό που θέλατε ;

Αισθάνομαι ότι δικαιώθηκα με την ασυνείδητη, έστω, επιλογή μου. Επειδή τα γεγονότα στο βιβλίο δεν παρουσιάζονται ως «ρεπορτάζ», με τον τρόπο του καθημερινού δελτίου ειδήσεων. Αντίθετα, καθαρίζονται από την είδηση και αναπαρίστανται στην πολυδιάστατη ποικιλία τους, με τρόπο που θα ονόμαζα θεατρικό. Και αυτό ήταν κάτι που συνειδητοποίησα όταν είχα ολοκληρώσει το βιβλίο. Η καθαρά αστυνομική πλοκή διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο. Προέχουν τα πρόσωπα και η ψυχολογία τους, κοινωνικά διαμεσολαβημένη.

Η δομή, όμως, του βιβλίου είναι κλασικά αστυνομική.

Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Αλλά μόνο μέχρις ενός σημείου. Υπάρχουν δύο κρίσιμα ερωτήματα: Με ποιο τρόπο έγινε η φρικτή δολοφονία – διχοτόμηση του Υπουργού μέσα στο κλειδωμένο γραφείο και πώς διέφυγε ο δολοφόνος αθέατος, αποκομίζοντας το άνω μισό του πτώματος; Αυτό είναι το ένα ερώτημα, που αφήνω τον προσεκτικό αναγνώστη να μαντέψει την απάντηση, σχεδόν από την αρχή. Το άλλο ερώτημα είναι η ταυτότητα του άγνωστου δράστη και τα σκοτεινά του κίνητρα. Γύρω από αυτό περιστρέφεται, κυρίως, η πλοκή. Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα πολύ και ο ίδιος για να βρω το δολοφόνο. Μέχρι που, προς πολύ μεγάλη μου έκπληξη, τον ανακάλυψα κρυμμένο πίσω από το προσωπείο του αόρατου «συγγραφέα» και άτυπου αφηγητή του βιβλίου, στις σελίδες του οποίου ποτέ δεν εμφανίζεται αυτοπροσώπως! Ο δολοφόνος που αναζητούσα, με άλλα λόγια, ήμουν εγώ! Κάτι που μου προκάλεσε πρόσκαιρες οιδιπόδειες ανησυχίες, τις οποίες ξεπέρασα γρήγορα. Αλλά, για περισσότερες λεπτομέρειες, παραπέμπω στο βιβλίο.

Ας έρθουμε, λοιπόν, στα πρόσωπα. Πρωταγωνιστούν τέσσερις όμορφες, όμοιες, τετράδυμες αδελφές, δημιουργημένες in vitro σε τετράγωνους δοκιμαστικούς σωλήνες, στο εργαστήριο ενός μισότρελου Γερμανού επιστήμονα εγκατεστημένου στη Χαλκίδα, που χωρίστηκαν όταν ακόμη ήσαν βρέφη, αρπαγμένες από μια μυστηριώδη καλόγρια, για να ξανασυναντηθούν μετά από χρόνια, ώριμες γυναίκες πια. Τι ιδέα! Ποιος ο συμβολισμός;

Οι τέσσερις αδελφές έχουν μεγαλώσει κάτω από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Όταν συναντηθούν θα αναγνωρισθούν από μια κοινή, κρυφή ανατομική τους ιδιαιτερότητα, οφειλόμενη στους τετράγωνους δοκιμαστικούς σωλήνες, επειδή κάτι πήγε λάθος στους υπολογισμούς του σοφού Γερμανού. Θα αλληλοσυμπληρωθούν και τα κομμάτια του γρίφου θα αρχίσουν να μπαίνουν ένα-ένα στη θέση τους, για να δώσουν όλη την εικόνα. Το σημειωτικό τετράγωνο του Γκρεϊμά θα ολοκληρωθεί και ο κύκλος θα τετραγωνισθεί, σύμφωνα με το θεώρημα του φιλόσοφου και μαθηματικού Πουανκαρέ.

Σας δυσκόλεψε η γραφή ενός βιβλίου που ασχολείται με επιστημονικά και φιλοσοφικά ερωτήματα;

Δεν είναι επιστημονικά ή φιλοσοφικά ερωτήματα, τουλάχιστον με τον τρόπο που τίθενται. Πρόκειται για ερωτήματα που απασχολούν μονίμως τον καθημερινό άνθρωπο. Πρόκειται στην ουσία για τα δύο θεμελιώδη ερωτήματα, της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης, που πρέπει να λειτουργούν ως ενοποιό κοινωνικό γεγονός. Αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνουν όλοι, εκτός από τους επαγγελματίες κακόπιστους. Παράδειγμα η αυθόρμητη λαϊκή επανάσταση που ξεσπάει στο τέλος του βιβλίου, με αφορμή την απαγωγή και βάναυση κακοποίηση τριών αθώων γυναικών. Όταν ο κόμπος της αδικίας φτάνει στο χτένι και ο απλός κόσμος αποφασίζει να τον κόψει με
το μαχαίρι.

Μπορεί να ξεσπάσει έτσι μια επανάσταση σήμερα;

Πάντα έτσι ξεσπάει μια επανάσταση.

Το βιβλίο σας αποτελείται από δύο ανεξάρτητες ιστορίες που συγκλίνουν μεταξύ τους για να συναντηθούν περίπου στη μέση. Ήταν αυτό μια σκόπιμη, προγραμματισμένη επιλογή σας, ή προέκυψε;

Όλα σε αυτό το βιβλίο ήταν προγραμματισμένα, με την έννοια ότι είχα «δει» το ανατρεπτικό τέλος και οδηγούσα προς τα εκεί. Πλην του ονόματος του δολοφόνου, που όπως ήδη είπα, μου «αποκαλύφθηκε» τελευταίο. Έτσι, εκτός από τα παθήματα των τεσσάρων αδελφών, παρακολουθούμε και εκείνα μιας Βουλγάρας μετανάστριας που έχει πέσει θύμα «τράφικινγκ» και περνάει «του λιναριού τα πάθη», μέχρι να την απελευθερώσει ένα πρόσωπο που έρχεται κατ’ ευθείαν μέσα από τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία. Αυτή είναι η δεύτερη, παράλληλη ιστορία που «τρέχει». Τα πρόσωπά τους είναι, όμως, κοινά. Συναντάμε, έτσι, τον «παράξενο ιατροδικαστή», ποιητή και ψυχαναλυτή με διχασμένη προσωπικότητα, Μαξ Άρλαν ή Ανδρέα
Λουριώτη. Την αστρολόγο – σημειολόγο μαντάμ Εμινέ ή Ρέα. Τον δαιμόνιο και μονίμως άτυχο-τυχερό αστυνόμο Θωμά Τσόγκα, σύζυγο της γκρινιάρας Καίτης, και τον άγαμο πιστό βοηθό του, παραγνωρισμένο ιδιοφυή επιστήμονα – εφευρέτη, υπαστυνόμο Φάνη Πιτσούνη. Ακόμη, τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Φωκίωνα Δεβλέπογλου, την Υπουργό Επισιτισμού Πίτσα Ντελήβερη και άλλους. Ενώ μπαίνει στη δράση ο φοβερός και τρομερός Ρώσος αρχιμαφιόζος Ιβάν Ρουλέτωφ, με τον αδίστακτο Έλληνα υπαρχηγό του Φώτη Καλαμπαλίκη, τέως γυμναστή ακριβών ιδιωτικών Λυκείων και δάσκαλο «Κουνγκ-Φου» της καλής αθηναϊκής κοινωνίας. Εμφανίζονται ακόμη, ο αρχηγός της Αστυνομίας, υποστράτηγος Νεόφυτος Κατσαδιάκος, ο ιδιοκτήτης – Διευθυντής ενός ακριβού ιδιωτικού Λυκείου των Βορείων προαστίων ονομαζόμενος απλώς «Βαγγέλης», ο Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Λυκείου, πλοιοκτήτης Δημοσθένης Αλωπεκής, ο Γενικός Επιθεωρητής Μέσης Εκπαιδεύσεως Παρμενίων Κασφίκης, οι δύο ιδιόρρυθμοι γηραιοί καθηγητές του Λυκείου και πολλοί άλλοι. Για να μην ξεχνάμε και το θύμα της απεχθούς δολοφονίας, τον ίδιο τον Υπουργό με τις πολύπλοκες, ύποπτες διασυνδέσεις. Ένα πολύχρωμο πανόραμα χαρακτήρων, παρελαύνει στο βιβλίο μου. Κανένα από τα πρόσωπά του δεν έχει άσπιλο παρελθόν. Όλοι είναι πάσχοντα άτομα, θύτες και θύματα μαζί, περιλαμβανομένου του δολοφόνου. Και όλα τα πρόσωπα εξελίσσονται στη διάρκεια της πλοκής. Το βιβλίο μου, τολμώ να πω, ότι είναι ένα λαϊκό ανάγνωσμα, με την καλή έννοια του όρου.

Υπάρχει πολλή βία, σεξουαλική, κατά των γυναικών. Τι οδήγησε σε τέτοια επιλογή;

Μιλώ για την ανάδυση της γυναικείας ταυτότητας στα Βαλκάνια και όχι μόνο, συνήθως βίαιη, τραυματική. Κάτι που αφήνει ίχνος βαθύ στον ψυχισμό της γυναίκας και καταστρέφει την ερωτική της ζωή. Ένα θέμα ταμπού, που σπάνια συζητείται ανοιχτά. Δεν είχα την πρόθεση να προκαλέσω, ήθελα μόνο να δείξω. Αλλά το βιβλίο μου δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και πολλά άλλα.

Αρραγείς Λέξεις
Αρραγείς Λέξεις

Οι Αρραγείς Λέξεις είναι μια ομάδα νέων ανθρώπων που σαν σκοπό τους έχουν να προσφέρουν βιβλία σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Να γνωρίσουν τα πνευματικά ταξίδια σε αυτούς που περνούν πιο δύσκολα από όλους μας και να τους προφέρουν μια μικρή διέξοδο στη ζοφερή τους πραγματικότητα. Η δράση της ομάδας εντείνετε όλο και περισσότερο με τρόπο αποτελεσματικό λαμβάνοντας βιβλία από ανθρώπους που δεν τα χρειάζονται πια και τα προσφέρουν με έναν άκρως οικολογικό τρόπο σε ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη.

Αν λοιπόν και εσείς έχετε βιβλία που δεν τα χρειάζεστε πια, καλέστε την ομάδα που θα έρθει να τα παραλάβει και να τα προσφέρει εκεί που τα έχουν ανάγκη. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, το Πόλις διοργανώνει μία μεγάλη γιορτή όπου βιβλίο, ποδήλατο και μουσική γίνονται ένα και στην οποία οι Αρραγείς Λέξεις καλούν τον κόσμο να φέρει βιβλία που δε χρησιμοποιεί. Tο Artic.gr μίλησε με τις Αρραγείς Λέξεις και σας παρουσιάζει την ενδιαφέρουσα συνέντευξη τους.

Αρραγείς Λέξεις
Αρραγείς Λέξεις
  • Τα βιβλία δεν πρέπει να πετιούνται ούτε να αποθηκεύονται αλλά να μοιράζονται μετά τη χρήση τους. Ένα βιβλίο πρέπει να ταξιδεύει, για να ταξιδεύει η γνώση. Το πιο πάνω ισχύει για όλα τα βιβλία ή υπάρχουν και εξαιρέσεις; Κάνετε διαλογή στα βιβλία που σας φέρνει ο κόσμος;  

Θα συμφωνήσω απόλυτα, όλες οι προσφορές λογοτεχνικών βιβλίων μάς είναι χρήσιμες, κάθε διήγημα ή μυθιστόρημα θα πάει σε χέρια που έχουν δηλώσει προτίμηση για κάτι σχετικό. Οι κατηγορίες των βιβλίων που χαρίζει ο κόσμος σίγουρα ποικίλουν, όμως θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι μας προσφέρουν ποιοτικά βιβλία και σε καλή κατάσταση.

  • Η ελπίδα σήμερα ζει μόνο μέσα στις ιστορίες που διαβάζουμε ή μπορούν οι άνθρωποι ακόμα να ελπίζουν και έξω από τον κόσμο των βιβλίων;

Η ελπίδα ζει και έξω, δεν διακρίνεται τόσο εύκολα όπως μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου αλλά υπάρχει. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βρούμε που κρύβεται και να μην την ξανά αφήσουμε να φύγει. Πολλές φορές εμφανίζεται συνεχώς μπροστά μας και δίχως διάθεση να κρυφτεί, αλλά η καθημερινότητα και τα προβλήματα αυτής μας κάνουν να εθελοτυφλούμε.

  • Ξέρουμε πως στις δύσκολες εποχές παρατηρείται άνοδος της συγγραφής. Με το διάβασμα ισχύει το ίδιο, οι άνθρωποι εν καιρώ κρίσης έχουν περισσότερο ανάγκη να διαβάζουν βιβλία;

Θεωρώ πως υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη γιατί πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποι σε αυτή την δύσκολη εποχή ψάχνουν κάτι αισιόδοξο και ελπιδοφόρο για να ξεχαστούν και να ταξιδέψουν έστω νοητικά. Τα οικονομικά δεδομένα έχουν αλλάξει για όλους πια και το βιβλίο φτάνει να θεωρείται είδος πολυτελείας. Έτσι απευθυνόμαστε σε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη να διαβάσει, αλλά δεν έχει από την άλλη τα χρήματα για ν’ αποκτήσει ένα βιβλίο. Ας επικοινωνήσει μαζί μας και θα έχει σύντομα στην κατοχή του ένα βιβλίο της κατηγορίας που επιθυμεί.

Αρραγείς Λέξεις
Αρραγείς Λέξεις
  • Ένα βιβλίο διαβασμένο από χίλιους διαφορετικούς ανθρώπους είναι χίλια διαφορετικά βιβλία. Αντρέι Ταρκόφσκυ, 1932-1986, Ρώσος σκηνοθέτης. Θα θέλατε να σχολιάστε την πιο πάνω άποψη;

Την συγκεκριμένη φράση του Ταρκόφσκυ την έχουμε δημοσιεύσει κι εμείς στη σελίδα μας στο facebook και ταυτιζόμαστε απόλυτα. Ένα βιβλίο προσφέρει πολλά και διαφορετικά μηνύματα για τον αναγνώστη, ο καθένας διαλέγει η πετά αυτά που θέλει. Το βιβλίο δεν έχει ημερομηνία λήξης και είναι τεράστιο κρίμα να το διαβάζει ένας άνθρωπος και ύστερα να βυθίζεται στην σκόνη.

  • Τι θα λέγατε στους ανθρώπους που βλέπουν το βιβλίο ως μια διακόσμηση στην βιβλιοθήκη τους ή σε αυτούς που συλλέγουν βιβλία για επίδειξη;

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι οι πρώτοι ίσως να ‘χουν κάποια εκτός βιβλιοθήκης με μοναδικό λόγο απόρριψης το  χρώμα του εξωφύλλου και οι δεύτεροι να έχουν κάποια βιβλία διπλά ή όχι τόσο σπάνια. Τους ζητώ λοιπόν να μας δώσουν αυτά τα βιβλία που τους περισσεύουν, διότι για τις Αρραγείς Λέξεις και τους ωφελούμενούς της όλα είναι εξίσου σημαντικά.

Αρραγείς Λέξεις
Αρραγείς Λέξεις
  • Ποια η θέση σας για το ηλεκτρονικό βιβλίο και ποια για το αυτοκίνητο; Μοιράζετε έντυπα βιβλία με ποδήλατα, αυτό γίνεται για οικολογικούς λόγους ή υπάρχουν και άλλοι λόγοι;

Ένα βιβλίο σε οποιαδήποτε μορφή είναι πάντα χρήσιμο, από εκεί και πέρα όμως η μυρωδιά και το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου είναι πράγματα μοναδικά που δεν αντικαθίστανται. Στην εποχή που ζούμε το αυτοκίνητο είναι ένα πολύτιμο και ασφαλές μέσο μεταφοράς, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι κάποια στιγμή να υπάρξει η δυνατότητα να συνυπάρξουν αυτοκίνητα, δίκυκλα και ποδήλατα στους δρόμους της πόλης. Το ποδήλατο είναι ένα όχημα οικονομικό και απλό στην χρήση, αρκεί η δύναμη των ποδιών σου για καύσιμο. Δεν επιβαρύνει το περιβάλλον και δίνει την δυνατότητα να κινούμαστε σχετικά γρήγορα και να παρκάρουμε πολύ εύκολα οπουδήποτε χρειαστεί.

  • Πείτε μας πώς μπορεί ο κόσμος να βοηθήσει στο έργο σας;

Το μόνο που ζητάμε είναι βιβλία που δεν χρησιμοποιούνται! Μπορούν να στείλουν μήνυμα στην σελίδα μας στο fb (Αρραγείς Λέξεις), ένα mail στο arrageis.lexeis@hotmail.com, ή να μας καλέσουν στο 6976927990. Από εκεί θα υπάρξει η σχετική συνεννόηση για τον τρόπο που θα παραλάβουμε τα βιβλία. (Όσοι θέλουν να προσφέρουν βιβλία είτε θα τα αφήσουν σε κάποια από τα συνεργαζόμενα σημεία όπως πχ το Πόλις είτε θα πάμε εμείς στο χώρο του με τα ποδήλατα μας)

  • Μιλήστε μας για τη μεγάλη γιορτή για το βιβλίο την Κυριακή 23 Απριλίου στο Πόλις.

Την Κυριακή 23 Απριλίου, το βιβλίο, η μουσική και το ποδήλατο συναντώνται με τρόπο αφηγηματικό σε μια ξεχωριστή γιορτή. Η βραδιά ξεκινά με ιστορίες βιβλίων που έχουν συγκεντρωθεί από τις εμπειρίες που έχουμε αποκομίσει απ’ τον δρόμο. Στη συνέχεια, θα απολαύσουμε το soundtrack «What is left» των, που ντύνει μουσικά τη δράση και θα παρακολουθήσουμε το video με πρωταγωνιστές την gypsy-jazz μπάντα, το ποδήλατο και πολλά βιβλία. Η βραδιά θα κλείσει με το live των Manouchedrome. Θέλω να ευχαριστήσω τους ανθρώπους και συνεργάτες  του Πόλις που αγκάλιασαν  την  δράση μας και βοηθούν καθημερινά  να την εξελίξουμε και να την πάμε  ένα βήμα παραπέρα.  Φυσικά τους Manoucherome trio  που δημιούργησαν ένα εξαιρετικό τραγούδι αποκλειστικά για τις Αρραγείς Λέξεις.

 

Αρραγείς Λέξεις
Αρραγείς Λέξεις
  • Τόπος: ΠΟΛΙΣ
  • Διεύθυνση: Μαρίνου Αντύπα 62-66 & Φιλοθέης 69Β Ν.Ηράκλειο Αττικής
  • Τηλέφωνο: 210 800 0009
  • Ημερομηνία και ώρα: Κυριακή 23 Απριλίου στις 19:00
  • Η εκδήλωση

Αρραγείς Λέξεις
E-mail: arrageis.lexeis@hotmail.com
Τηλέφωνο: 6976927990
Facebook

 

Κέλλυ Σταμουλάκη (Μόνο αν το πιστέψεις)
Η συγγραφέας του Μόνο αν το πιστέψεις είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός και στιχουργός.

Η Κέλλυ Σταμουλάκη είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός και στιχουργός. Κατάγεται από την Αθήνα και έχει σπουδάσει θέατρο στις σχολές Βεάκη και Χατζίκου. Ακόμη, φοίτησε στο New York College μαθαίνοντας εκεί, σκηνοθεσία κινηματογράφου. Μέχρι στιγμής έχει σκηνοθετήσει θεατρικές παραστάσεις για παιδιά και μικρού μήκους ταινίες σε δικό της σενάριο. Για τις θεατρικές της παραστάσεις έχει γράψει στίχους για πάνω από 100 τραγούδια. Γνωστή είναι και η συνεργασία της με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Τέλος, υπήρξε καθηγήτρια θεατρικής αγωγής και θεατρικού παιχνιδιού και ιδρύτρια του θιάσου «Αβάντι» (2002). Το Μόνο αν το πιστέψεις είναι το 5ο της βιβλίο για παιδιά. Τη σεζόν 2016-2017 μάλιστα ανεβαίνει στην Παιδική Σκηνή του Θεάτρου Αλίκη από τον θίασο «Αβάντι». Το κείμενο και τη σκηνοθεσία επιμελείται η ίδια, ενώ τη μουσική ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας.

Στη συνέντευξή της στο Artic.gr η Κέλλυ Σταμουλάκη μιλάει για το νέο της παραμύθι Μόνο αν το πιστέψεις και τους φόβους που είχε όταν ήταν μικρή. Αναφέρεται επίσης σε σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα από τα οποία εμπνεύστηκε για την υπόθεση του παραμυθιού. Δεν παραλείπει τέλος να αιτιολογήσει τις επιλογές της αναφορικά με τους χαρακτήρες του βιβλίου.

Η Κέλλυ Σταμουλάκη μιλάει στο Artic.gr

Μαίρη Μπουλή: Κα Κέλλυ Σταμουλάκη, τι αξίες θεωρείτε ότι διδάσκουν τα σύγχρονα ελληνικά παραμύθια;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Τα παραμύθια όπως και κάθε τέχνη είναι προϊόντα της εποχής τους. Έτσι και η σύγχρονη λογοτεχνία για παιδιά εμπνέεται από τις κοινωνικές δομές, τις προσωπικές καταστάσεις που ζει ο δημιουργός, καθώς και από τη στάση ζωής του συγγραφέα απέναντι σ’ αυτά που βιώνει. Τα θέματα είναι διαχρονικά, τα πρότυπα είναι αρχετυπικά, αλλά σύγχρονη είναι η διαχείρισή τους, η οποία δίνει σε κάθε εποχή νέες ερμηνείες και διαστάσεις. Βασικός ιδεολογικός στόχος των παραμυθιών είναι να προτρέψει τα παιδιά να πιστέψουν και να οραματιστούν ένα κόσμο  ίσων δικαιωμάτων και  ευκαιριών, ένα κόσμο με δικαίωμα στη διαφορετικότητα και τη δικαιοσύνη, την ισότητα των δύο φύλων, της ενσυναίσθησης και της ταύτισης με το διπλανό του καθώς και παραμύθια που ευαισθητοποιούν την οικολογική συνείδηση.

Η μεγάλη αξία των παραμυθιών διαχρονικά είναι ότι το παιδί έρχεται σε επαφή με τη λογοτεχνία, πλουτίζει τη γλωσσική του δεξιότητα και έχει παιδαγωγική αξία στην ψυχοσύνθεσή του, γιατί βοηθάει το παιδί να ωριμάσει, να κατανοήσει τον κόσμο που ζει, να αντιμετωπίσει μέσω των ηρώων του καταστάσεις, να τις ξεπεράσει μαζί του και να λυτρωθεί από τα προβλήματα που το καταδιώκουν.

Μαίρη: Τι σας ενέπνευσε να γράψετε το συγκεκριμένο παραμύθι;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Πριν από ένα χρόνο περίπου όλα Μ.Μ.Ε είχαν σαν πρώτο θέμα το φόβο. Διάβαζα άρθρα με τίτλους: «Τρόμος στην καρδιά της Ευρώπης», «Το χρονικό του φόβου», «Έσπειραν το φόβο στην Ευρώπη» και άλλα παρόμοια.  Συνειδητοποίησα τότε πως η κουλτούρα του φόβου και η μυθοποίησή της ως εργαλείο εξουσίας είναι το μεγαλύτερο όργανο χειραγώγησης των λαών. Ο φόβος αιχμαλωτίζει τη δύναμη, την επιθυμία και τη διεκδίκηση της ζωής μας, τόσο στις κοινωνικές όσο και στις προσωπικές σχέσεις. Επειδή λοιπόν θεωρώ πως τα παιδιά πρέπει να προετοιμάζονται από νωρίς για τη ζωή, θέλησα να γράψω ένα παραμύθι για όλα τα φοβικά σύνδρομα, που ποτέ δεν προσφέρουν λύσεις, αλλά αντίθετα εγκλωβίζουν τα μέλη της κοινωνίας και τα υποβάλλουν σε παθητικές και άβουλες συμπεριφορές. Το θέμα μου στο παραμύθι το προσέγγισα με τρόπο, που να μιλάει στη γλώσσα των παιδιών και στο συναίσθημά τους, με πολύ χιούμορ και δράση, τρυφερότητα και ευαισθησία , προτείνοντας την αυτοπεποίθηση και την τόλμη ώστε να διεκδικήσουμε αυτό που μας αξίζει κι αυτό που επιθυμούμε στη ζωή μας.

Κι αυτό μπορεί να γίνει… «Μόνο αν το πιστέψεις…».

Μαίρη: Το «Μόνο αν το πιστέψεις» ανάμεσα σε άλλα πραγματεύεται το ζήτημα του φόβου. Εσείς τι φοβόσασταν όταν ήσασταν παιδί;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Όταν ήμουν παιδί φοβόμουνα τις αναίτιες απαγορεύσεις των «μεγάλων», που τις ένιωθα να με εγκλωβίζουν ασφυκτικά σε στενά όρια συμπεριφορών και πράξεων. Ο κόσμος των παραμυθιών, ένας κόσμος απελευθερωτικός, μου πρόσφερε τη διαφυγή και τη λύτρωση.

Μαίρη: Σε αντίθεση με την κλασική δομή ενός παραμυθιού όπου η μάγισσα είναι η «κακιά», εδώ εξ αρχής ο αναγνώστης κατανοεί από πού πηγάζουν οι πράξεις της Χαρχάλας και σχεδόν την λυπάται. Γιατί επιλέξατε να την παρουσιάσετε έτσι;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Γιατί πιστεύω ότι δεν υπάρχει απόλυτη τιμή. Σε όλους μας συνυπάρχει το καλό και το κακό και ενεργοποιείται από τις συνθήκες, από τις συνειδητές επιλογές μας και από τη θέλησή μας να ανέβουμε σε ανώτερο επίπεδο, να προσεγγίσουμε το εσωτερικό φως της ύπαρξής μας.

Μαίρη: Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Από θαυμασμό και εκτίμηση τόσο στον καλλιτέχνη όσο και στον άνθρωπο Λαυρέντη. Από την αρχή της συνεργασίας μας δημιουργήσαμε κοινή γλώσσα συνεργασίας, εκείνος με τις νότες κι εγώ με τις λέξεις.

Μαίρη: «Μετανάστες κι οι δυο, διαβατήριο κρατάμε την αγάπη μας μόνο και στ’ αστέρια πετάμε». Ο στίχος αυτός σε συνδυασμό με τα υπονοούμενα για τον φόβο, την ταυτότητα και την διαφορετικότητα κάνουν τον συνειρμό με το προσφυγικό ζήτημα αναπόφευκτο. Υπήρχε όντως κάποια σύνδεση με τα κοινωνικά θέματα της εποχής κατά τη συγγραφή του παραμυθιού;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Ασφαλώς ναι. Όπως είπαμε και παραπάνω ο καλλιτέχνης εμπνέεται από την εποχή του και τα γεγονότα που την καθορίζουν. Επίσης αισθάνθηκα ότι «μετανάστες» είμαστε όλοι καθημερινά και στην προσωπική μας ζωή όταν δεν έχουμε την αίσθηση ότι ανήκουμε δικαιωματικά κάπου.

Μαίρη: Έχετε ασχοληθεί με το παραμύθι, το θέατρο, τον κινηματογράφο και τη στιχουργική. Ποια τέχνη σας ελκύει περισσότερο;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Έχω την αίσθηση ότι το ένα κυλάει μέσα στο άλλο τελείως φυσιολογικά και το συμπληρώνει. Η ανάγκη για έκφραση σε οδηγεί σε πολλά μονοπάτια όπου το καθένα σε βοηθάει να πλησιάσεις το στόχο σου, να μοιραστείς τις σκέψεις σου, τις ιδέες σου, τα συναισθήματά σου με τους άλλους. Ο κινηματογράφος μου προσέφερε τη δύναμη της εικόνας στο θέατρο, με έκανε να καταλάβω ότι όπου «μιλάει» η εικόνα τα λόγια πρέπει να αφαιρούνται και αυτό με οδήγησε σε μία γραφή αφαιρετική αλλά συμπυκνωμένη ταυτόχρονα. Αυτή η κινηματογραφική αντίληψη για το κείμενο και τη σκηνοθεσία συνθέτουν την προσωπική μου οπτική για το θέατρο.  Έχω ακούσει πολλές φορές τους θεατές στο θέατρο που τους εντυπωσιάζει η ταχύτητα εναλλαγών των εικόνων, των τόπων καθώς και ο συνολικός ρυθμός εξέλιξης της παράστασης  να μου λένε: «Νόμιζα πως έβλεπα ταινία».

Μαίρη: Πώς αισθάνεσθε για την βράβευση της ταινίας σας «Τα Λιλά μαντήλια»;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Δικαιωμένη και χαρούμενη όταν θεσμικοί φορείς όπως το «Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου», το «Διεθνές Φεστιβάλ Πατρών» και το «Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου» επιβραβεύουν τη δουλειά σου.

Μαίρη: Είχατε εξ αρχής πρόθεση να μεταφέρετε το βιβλίο σε θεατρική παράσταση ή προέκυψε εκ των υστέρων;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Λόγω της σταθερής συνεργασίας μου με τις «Εκδόσεις Διάπλαση» κάθε θεατρικό έργο που ετοιμάζω παράλληλα το ξαναγράφω με αφηγηματικό λόγο για να εκδοθεί με τη μορφή παραμυθιού.

Μαίρη: Ποιο είναι το βασικό συστατικό ενός καλού παραμυθιού κατά την άποψή σας;

Κέλλυ Σταμουλάκη: Νομίζω πως το πρώτο είναι να ενδιαφέρει  το θέμα, η πλοκή και ο τρόπος που θα αποδώσει κανείς το θέμα του, ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον των παιδιών. Να συν-κινήσει, να μαγέψει και τέλος να αγαπηθεί ώστε να βοηθήσει τους μικρούς μας αναγνώστες να διαχειριστούν τα θέματά τους με δύναμη και αισιοδοξία. Να γίνει δηλαδή το παραμύθι ένας δρόμος να βαδίσουν τα παιδιά στη ζωή.

Πληροφορίες σχετικά με το νέο παραμύθι της Κέλλυς Σταμουλάκη θα βρείτε στο άρθρο «Μόνο αν το πιστέψεις της Κέλλυς Σταμουλάκη από τις εκδόσεις Διάπλαση».

Μόνο αν το πιστέψεις της Κέλλυς Σταμουλάκη από τις εκδόσεις Διάπλαση

Η Κώστια Κοντολέων είναι συγγραφέας και μεταφράστρια με ιδιαίτερα πλούσιο βιογραφικό. Έχει μεταφράσει περισσότερα από εκατό βιβλία, μεταξύ των οποίων έργα των: Τζόις Κάρολ Όουτς, Φίλιπ Πούλμαν, Τόμας Σάβατζ, Ρόαλντ Νταλ, Μάρκους Ζούσακ, Ρόμπερτ Κόρμιερ, Πένελοπ Φιτζέραλντ, Ρ. Κ. Νάραγιαν, Μάγια Αγγέλου, Μέλβιν Μπέρτζες κ.ά. Έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία∙ αξιομνημόνευτα μεταξύ των οποίων το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης 1992, το Βραβείο Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας 2003 και η διπλή αναγραφή της στον Τιμητικό Πίνακα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ). Πρόσφατα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Μέσα απ΄ τις ζωές των άλλων» από τις εκδόσεις Ψυχογιός, καθώς και το προηγούμενο έργο της συγγραφέως με τίτλο «Φεύγω».

Σταματίνα: Κα. Κοντολέων, δεδομένης της χρόνιας παρουσίας σας στο πεδίο της λογοτεχνικής μετάφρασης, πώς αντιλαμβάνεστε εσείς προσωπικά την τέχνη της μετάφρασης;

Κώστια Κοντολέων: Είναι κατά κύριο λόγο πνευματική εργασία. Η χρόνια παρουσία μου, όπως σωστά αναφέρετε, στο πεδίο της λογοτεχνικής μετάφρασης με έχει κάνει να αντιμετωπίζω το προς μετάφραση κείμενο με όρους ιερότητας.  Είμαι ουσιαστικά ‘λογοτεχνική μεταφράστρια,’ πιστεύω ακράδαντα πως ο μεταφραστής πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά την γλώσσα του προς μετάφραση κειμένου και φυσικά άριστα την γλώσσα στην οποία θα μεταφραστεί.  Είναι πραγματικά τέχνη η μετάφραση, θα πρόσθετα μάλιστα πως προϋποθέτει και ιδιαίτερο ταλέντο εκ μέρους του μεταφραστή.

Σταματίνα: Ο Ρώσος λογοτέχνης Yevgeny Yevtushenko αντιλαμβάνεται την μετάφραση όπως και μία γυναίκα, αν είναι όμορφη δεν είναι πιστή και αν είναι πιστή είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν είναι όμορφη. Για εσάς ποια η σχέση τέχνης-νοήματος και αισθητικής;

Κώστια Κοντολέων: Συμφωνώ απολύτως μαζί του.  Δεν μπορώ να υποστηρίξω την έννοια της απόλυτης ‘πιστότητας’ με το πρωτότυπο κείμενο, γιατί τότε το αποτέλεσμα θα είναι κατά την γνώμη μου, ένα στυγνό και άχρωμο κείμενο, που μόνο η πιστότητα θα το συνδέει με το προς μετάφραση κείμενο.  Η μετάφραση θα πρέπει να είναι ευέλικτη χωρίς να προδίδει το έργο του συγγραφέα που μεταφράζεται.  Ο βασικός της στόχος να είναι ένα κείμενο που θα ρέει ανεμπόδιστα και που θα προσφέρει στον αναγνώστη του,αναγνωστική απόλαυση!

Σταματίνα: Ως προς την συγγραφή, ποια είναι η γνώμη σας σχετικά με τις ταυτότητες των φύλλων στα βιβλία σε συνάρτηση με το φύλλο του/της εκάστοτε γράφοντος/γράφουσας;

Κώστια Κοντολέων: Ξέρετε, δεν πιστεύω σε ετικέτες και διαχωρισμούς, σε γυναικείες και αντρικές γραφές.  Νομίζω πως αμφότερων των φύλλων οι συγγραφείς, εννοώ οι ταλαντούχοι συγγραφείς, μπορούν να καταπιαστούν με θέματα που θεωρούνται γενικώς γυναικεία ή αντρικά, η ευαισθησία και η σκληρότητα δεν είναι προνόμιο μόνο των γυναικών ή των αντρών.  Μπορεί να εμπεριέχεται και στα δυο φύλλα και να εκφράζεται απόλυτα πειστικά.

Σταματίνα:Έχετε σχολιάσει σε παλαιότερη συνέντευξή σας ότι ο/η συγγραφέας είναι ένας σχολαστικός παρατηρητής. Μπορείτε να μας αναπτύξετε αυτήν την πεποίθησή σας;

Κώστια Κοντολέων: Κρίνοντας πάντα από τον τρόπο που εγώ η ίδια διαβάζω τον κόσμο που με περιβάλει, από την εμμονή μου να βλέπω αυτά που οι περισσότεροι δεν βλέπουν, να αφουγκράζομαι και τους πιο ανεπαίσθητους θορύβους γύρω μου, γίνομαι αθέλητα μια πολυσυλλεκτική μηχανή, που δουλεύει ασταμάτητα  διαχωρίζοντας τα χρήσιμα από τα άχρηστα, και πιστέψτε με τα χρήσιμα είναι συνήθως πολύ περισσότερα από τα άχρηστα.

Σταματίνα: Για τον ErnestHemingway, «το πιο δύσκολο κομμάτι στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι να το τελειώσεις». Για σας υπάρχει κάτι αντίστοιχο και αν ναι ποιο;

Κώστια Κοντολέων: Η δυσκολία μου είναι συνήθως στην αρχή, στην σύλληψη της ιδέας, στην διαμόρφωση των χαρακτήρων των ηρώων μου, στην αλληλοεπίδραση των γεγονότων, στην θέση μου απέναντι στις πράξεις τους.  Ξέρω τις περισσότερες φορές το πώς θα το τελειώσω, το ξέρω από την αρχή.  Υπάρχουν, ωστόσο, φορές που με οδηγεί με δική του θέληση το ίδιο το κείμενο στην τελική τελεία.

Σταματίνα: Μεταθέτοντας τώρα το ενδιαφέρον στο νέο σας βιβλίο, τι επιδιώκετε να αναδείξετε (στο)«Μέσα από τις ζωές των άλλων»;

Κώστια Κοντολέων: Απλά είναι η δική μου ανάγνωση και οπτική ενός ολάκερου αιώνα. Που σημάδεψε τις ζωές των απλών ανθρώπων με δυο παγκόσμιους πολέμους, εμφύλιες διαμάχες,κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές σε παγκόσμιο επίπεδο.  Ήθελα να μιλήσω για τον απλό κόσμο,για όλους αυτούς που προσπαθούσαν να επιβιώσουν κάτω από αντίξοες προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες, με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.  Γι’ αυτούς έγραψα καταγράφοντας την αφόρητη καθημερινότητα τους, τα πάθη μα και τις ελπίδες τους.

Σταματίνα: Καταληκτικά, κα. Κοντολέων, μήπως ο τίτλος αποτελεί και μία γενικότερη απεύθυνση να στραφεί το βλέμμα στις κατά τόπους μικρο-ιστορίες των απλών και άσημων ανθρώπων;

Κώστια Κοντολέων: Ουσιαστικά ο τίτλος αφορά αυτούς που αφέθηκαν να ζήσουν «μέσα από τις ζωές των άλλων» απεμπολώντας την δικιά τους ζωή και διαμορφώνοντας την μέσα από τα θέλω και τις επιταγές των άλλων.  Και όσο δύσκολο είναι να ζει κανείς «μέσα από τις ζωές των άλλων» είναι πολύ εύκολο να ολισθήσει σ’ αυτές.  Παγιδευμένος σε συμβιβασμούς και προσωπικές υποχωρήσεις που τον κρατούν δέσμιο  στις δικές τους ζωές.  Ωστόσο, πιστεύω ακράδαντα πως επειδή ζούμε μόνο μια φορά δεν έχουμε το δικαίωμα να σπαταλήσουμε την ζωή μας «μέσα από τις ζωές των άλλων».

Κώστια Κοντολέων - Μέσα από τις ζωές των άλλων
Κώστια Κοντολέων – Μέσα από τις ζωές των άλλων από τις εκδόσεις Ψυχογιός (Το εξώφυλλο του βιβλίου)
Πληροφορίες Έκδοσης
  • Τίτλος: Μεσα απ΄ τις ζωές των άλλων
  • Κατηγορία : Λογοτεχνία
  • Σειρά : Ελληνική λογοτεχνία
  • Εκδόσεις Ψυχογιός
  • Ημ. Έκδοσης : 17/03/2016
  • Σελίδες : 400
  • Ηλικία : 18+
  • ISBN: 978-618-01-1467-6
  • ISBN Ebook: 978-618-01-1468-3
  • Σχήμα: 14 x 21 cm
  • Βιβλιοδεσία : ΧΑΡΤΟΔΕΤΟ
  • Μορφή ebook : ePUB

Θωμάς Ιωάννου
Θωμάς Ιωάννου

Θωμάς Ιωάννου: Πολυπρισματικός Λόγος/Πολυεστιακό Βλέμμα

Ο Θωμάς Ιωάννου γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1979. Μεγάλωσε στην Πρέβεζα. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται ως Νευρολόγος. Ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά & εφημερίδες. Τον Δεκέμβρη του 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο ‘’ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15’’ για την οποία τιμήθηκε ομοφώνως με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για το 2012 από το Υπουργείο Πολιτισμού. Μάλιστα, η συλλογή του  ‘’ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ  15’’ επανεκδόθηκε τον Μάρτιο του 2014. Ποιήματά του, τέλος, έχουν μεταφραστεί σε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά ενώ ο ίδιος διατελεί μέλος της συντακτικής ομάδας του τριμηνιαίου περιοδικού ποίησης ‘’ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ’’.

 

Σταματίνα Τσιμοπούλου.: Η Άννα Αχμάτοβα συλλαμβάνει τον ποιητή ως «άνθρωπο από τον οποίον κανένας δεν μπορεί να αφαιρέσει τίποτα και γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να του δώσει τίποτα». Εσείς πώς αντιλαμβάνεστε τον ρόλο τον δικό σας αλλά και των ομοτέχνων σας;

Θωμάς Ιωάννου:  Οι αφορισμοί, εμπεριέχοντας μια συχνά αυταπόδεικτη αλήθεια, εν είδει αξιώματος, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια να τους αμφισβητήσει κανείς. Παρά ταύτα, ας περιοριστώ να πω ότι εκφράζοντας μια άποψη περί αυτάρκειας του ποιητή αντικατοπτρίζεται μια μάλλον ιδεατή ή ρομαντική εικόνα του ποιητή. Θεωρώ πως ο ποιητής, πόσο μάλλον στους πολύπλοκους καιρούς μας, δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά ως νησίδα προσωπικής σωτηρίας, περιχαρακώνοντας τα χωρικά του ύδατα. Δεν εννοώ να αναμειχθεί στην αγορά με τρόπο ασύστολο και να καταναλωθεί ως πολιτιστικό προϊόν, κάτι που άλλωστε θα καθιστούσε το ποιητικό σώμα έρμαιο των εκάστοτε συγκυριών, αλλά, έστω κι αν γράφουμε για πάρτη μας ή γιατί δεν γίνεται αλλιώς, πάντα ενδόμυχα μας σιγοκαίει η αναζήτηση του άλλου, εκείνου του ιδεώδους αναγνώστη ή ακροατή του λόγου μας. Υπάρχει δίπλα μας ένας αθέατος μάρτυρας της γραφής και σε αυτόν λογοδοτούμε πρωτίστως. Αποστολή του ποιητή δεν είναι άλλη από το να παλεύει με το σκληρό υλικό της γλώσσας και να δίνει φωνή σε όσους δεν έχουν, χωρίς, όμως, να φαλτσάρει από τον προσωπικό του τόνο.

Σταματίνα: Έχει διατυπωθεί και από τον Μαξ Ζάκομπ ότι το ερώτημα «Τι θέλει να πει;» είναι η κατηγορία που εκτοξεύουμε ενάντια του ποιητή που δεν κατόρθωσε να μας συγκινήσει. Συμφωνείτε; Εσείς πότε θεωρείτε ότι ένα ποίημα έχει επιτελέσει το σκοπό του;

Θωμάς Ιωάννου: Μια μεγάλη παρανόηση σχετικά με την ποίηση  γεννάται από τους λεγόμενους «θετικούς» ανθρώπους που επιθυμούν σώνει και καλά να αποκομίσουν ένα μήνυμα ή ηθικό δίδαγμα από τον ποιητικό λόγο για να το πάρουν σπίτι τους ως τρόπαιο. Το ποίημα, όπως έχει ειπωθεί από άλλους πριν από μένα, δεν έρχεται να σου πει, αλλά έρχεται να σου κάνει κάτι. Προσωπικά, θα έλεγα πως μου κάνει κάτι ,κάθε ποίημα που δημιουργεί μια εκκωφαντική σιωπή.

Θωμάς Ιωάννου
Θωμάς Ιωάννου

Σταματίνα: Ποιο το προσωπικό σας κριτήριο ως αναγνώστης;

Θωμάς Ιωάννου:Συγκροτεί κανείς έναν οδηγό πλοήγησης μέσα από πλήθος ετερόκλητων διαβασμάτων και επιρροών, που σχεδόν ασυνείδητα διαμορφώνουν μια αίσθηση των πραγμάτων. Χρήσιμο είναι να εκτίθεται κανείς και σε ερεθίσματα που ιδιοσυγκρασιακά του είναι ξένα, καθώς έτσι μαθαίνει να ζυμώνεται και με απόψεις και στάσεις που τον βγάζουν από την πλάνη ότι κατέχει την απόλυτη αναγνωστική αλήθεια. Δε θεωρώ ότι υπάρχουν αλάνθαστα κριτήρια ή κανόνες μη ανατρέψιμοι, καθώς ο τρόπος που προσεγγίζουμε την ανάγνωση δεν παραμένει στατικός, αλλά εξελίσσεται προϊόντος του χρόνου, επιβάλλοντας νέες προσλήψεις της γραφής. Θα έλεγα πως συχνά μεροληπτώ, χωρίς, όμως, ιδιοτελή πρόθεση, υπέρ έργων θεωρητικά ελασσόνων ή παραθεωρημένων συγγραφέων, προσπαθώντας να τους συστήσω, συχνά και μέσω δοκιμιακών κειμένων σε ένα ευρύτερο κοινό, χωρίς, βέβαια, να κάνω εκπτώσεις ποιότητας. Σε περιπτώσεις οριακά κρίσιμες, που ενέχουν και θέση συγγραφικής μοίρας, η διαίσθηση, το όργανο των μεταιχμίων κατά τον Bergson, νομίζω έχει τον τελευταίο λόγο.

Σταματίνα: Είναι άραγε «αυτό το τίποτα» (όπως περιγράφεται και στο ομώνυμο ποίημα σας) αυτό που συνοψίζει την ύπαρξη και αυτό που μας επιστρέφει στις χοϊκές μας ρίζες;

Θωμάς Ιωάννου:«Αυτό το τίποτα» μπορεί να είναι και τα πάντα. Εξάλλου, η ζωή και η γραφή, είναι «αλλιώς ωραίες» όταν κινούνται στο δίπολο όλα ή τίποτα. Για να ακριβολογήσω, υιοθετώντας ένα γλωσσικό ατόπημα που, όμως, φορτίζει άθελά του τη σημασία των λέξεων, υψώνοντας θαρρείς στο τετράγωνο την ισχύ τους, «τα πάντα όλα» είναι που υποβόσκουν στο τίποτα.

Σταματίνα: Τι θα μπορούσε να ταΐσει «την τρύπα της ψυχής»; Νοείτε την βλάβη ως ανήκεστο; Η ποίηση είναι και για σας μία από τις πολλές «νάρκες του άλγους δοκιμές»;

Θωμάς Ιωάννου: Ως Νευρολόγος δεν μπορώ παρά να έχω αντιρρήσεις επιστημονικής υφής για την ύπαρξη ψυχής. Είναι κάτι σαν το τέρας του Loch Ness, όλοι μιλούν για αυτή, αλλά κανείς δεν την είδε ποτέ ή την άγγιξε. Μπορώ να την αντιληφθώ ως τη συνειδησιακή άλω που περιβάλλει το ανθρώπινο φαινόμενο. Παρά ταύτα, όταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη λέξη ψυχή, την  προικίζει ασυνείδητα με ένα νέφος σημασιών που υπερβαίνει τα πεπερασμένα όρια της ανθρώπινης νόησης και δεν μπορεί κανείς παρά να υποκλιθεί στην επινοητικότητα του λαού να ονομάζει το άρρητο και το άχτιστο. Από τη μεταφυσική αναζήτηση ως τη σωματική αγωνία, η ψυχή λειτουργεί ως ένα στρώμα του όζοντος που απορροφά τον υπεριώδη τρόμο. Χρόνια τώρα μιλάμε για αυτή την τρύπα πάνω από την Ανταρτική του σώματος. Δε χορταίνει με τίποτα, κι όσο κι αν πας να την ταΐσεις, δεν κάνεις παρά μια τρύπα στο νερό. Ανίατη περίπτωση Θεού ο άνθρωπος, παλεύει να εξαντλήσει τη θάλασσα. Αυτό το ανέφικτο της ύλης, είναι που οιστρηλατεί την ανθρώπινη θέληση και κρατά σε εγρήγορση το πνεύμα.

Προτιμώ να τέμνω δια του λόγου  το ανθρώπινο φαινόμενο χωρίς αναισθητικό, καθώς δε με αφορά τόσο μια γραφή που αποκαθαίρει συνειδήσεις, εφησυχαστική και εν πολλοίς παυσίπονη. Είναι λυτρωτικό έως ένα σημείο το φιλτράρισμα της σκοτεινής πλευράς της ζωής μας δια της γραφής, όμως δεν γίνεται να αγγίξει κανείς τον εσώτερο πυρήνα της ύπαρξης δίχως να καεί στο αναμμένο μάτι του θηρίου. Μέχρι όμως να εφευρεθεί το οδυνόμετρο, ας αποφεύγουμε να κάνουμε αναγωγές του άλγους σε υποθετικές ποιητικές μονάδες. Ο ποιητής, όσο κι συμπάσχει με το δράμα του κόσμου, δεν ωφελεί να κλαίει, αλλά είναι κρίσιμο να μετατρέπει την οδύνη σε ισοδύναμο γνώσης που αποκτάται με τον δύσκολο πάντα τρόπο. Όπως ένας γιατρός που καλείται να αντιμετωπίσει μια δύσκολη κατάσταση, οφείλει να υπερβαίνει τον προσωπικό του συγκλονισμό και να μην αφήνει το χέρι του  να τρέμει προδίδοντας τη συγκίνησή του. Θέλει σταθερό και στιβαρό χέρι η γραφή. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να διατηρείς μια εν θερμώ απόσταση που σου επιτρέπει να διαβάσεις τη μεγάλη εικόνα κάθε γεγονότος, κατορθώνοντας να δεις ακόμα και τον εαυτό σου ως τρίτο.

Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», Σαιξπηρικόν, 2011
Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», Σαιξπηρικόν, 2011

Σ.Τ.: Η ταυτοποίηση έγκειται στο βλέμμα; Στα μάτια φιλτράρεται η ύπαρξη, η υποκειμενικότητα;

Θωμάς Ιωάννου: Η αναγνώριση έχει τις ρίζες της στο τρίτο μάτι που διαθέτει ο άνθρωπος. Αν συμβατικά καλείται βλέμμα χάριν συνεννοήσεως, το αποδέχομαι. Οι οφθαλμοί αποτελούν την πύλη των οπτικών ερεθισμάτων, των οποίων η απαρτίωση γίνεται σε ανώτερο επίπεδο στον εγκέφαλο. Βλέπουμε με τον νου, ο οποίος ασύνειδα συνειδητά ορίζει τον προσωπικό μας τρόπο θέασης των πραγμάτων, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το ακατέργαστο του βλέμματος.

Συχνά, τα βλέμματά μας δε διασταυρώνονται καν, καθώς ο καθένας προσηλώνεται στη δική του -εν μικρώ- εικόνα του κόσμου ή πάλι διαπερνά το βλέμμα μας τον άλλο (βλέμμα see through) για να μη δει ουσιαστικά τίποτα και να προσκρούσει σε έναν λευκό τοίχο, όπου συνωθούνται όλα τα χρώματα της ίριδας να βγουν στο φως. Όσο λιγοστεύει η βλεμματική επαφή των ανθρώπων, τόσο διευρύνεται το τυφλό σημείο στις σχέσεις μας. Μέρα τη μέρα,  χάνουμε κι ένα κομμάτι του οπτικού μας πεδίου και όσο κι αν πάμε ψηλαφητά, δεν αποκαθίσταται η οργανική μας σύνδεση. Η διαστολή της κόρης του ματιού από πόθο ή φόβο, έστω και με αντανακλαστικό τρόπο ρυθμίζει πολλές αντιδράσεις μας. Μια συνισταμένη βλεμμάτων και τρόπων να ατενίζουμε τα πράγματα, μόνο ωφέλιμη μπορεί να είναι, διατηρώντας στο ακέραιο και την προσωπική οπτική γωνία του καθενός.

Σ.Τ.: Οι εκφάνσεις της δυστοπίας του παρόντος διατρέχουν πολλά από τα ποιήματά  σας. Οι συνεχείς και αμείλικτες διαψεύσεις σε όλα τα χρονικά επίπεδα επιτάσσουν έναν «έντιμο συμβιβασμό». Πιστεύετε ότι μπορεί να ευοδωθεί στο υπάρχον πλαίσιο η στρατηγική του βίου ως «άρση λαθών»; Εφόσον και «το χτες μπάζει νερά» πού ανιχνεύετε «μια ξέρα μέλλοντος»;

Θωμάς Ιωάννου: Μιλώντας για το παρόν φοβάμαι πως πάντα είμαστε ένα βήμα πίσω από αυτό. Υπάρχει μια χρονοκαθυστέρηση στον άνθρωπο. Οι χρόνοι στο έργο μου συμπλέκονται και συνυπάρχουν. Κάθε στιγμή είναι τρισδιάσταση, φέροντας ταυτόχρονα το χθες, το παρόν και το μέλλον. Χάρη σε αυτό το περιστρεφόμενο πρίσμα, βλέπουμε το πρόσωπό μας να αλλάζει διαδοχικά εν ριπή οφθαλμού και βιώνουμε τις αλληλεπικαλύψεις των ειδώλων στο διάβα του χρόνου.

Είμαι θαρρώ στρατηγικά αισιόδοξος κατά τον τρόπο του Samuel Beckett «Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better»

Το παρελθόν είναι αστάθμητα απρόβλεπτο. Όπως έχω γράψει εξάλλου «Ποτέ δεν ξέρεις τι χθες σου επιφυλάσσει το αύριο». Το «μέλλον» αποτελεί πια τη λέξη-όπιο του λαού, όπως διακινείται και πωλείται σε μικροποσότητες σε τιμές προσιτές για όλους, αλλά πιστέψτε με δεν ευδοκιμεί σε αυτή την «ξέρα» που υπονοώ. Μέλλον για μένα είναι ό,τι προέκυψε από τις διαδοχικές εκρήξεις του ηφαιστείου-χρόνου. Η Νέα Καμένη που θα αναδυθεί, μέσα από τον κοσμοχαλασμό, δεν μπορεί παρά να είναι απότοκος βίαιης κοσμογονίας. Μιλώ λοιπόν για ένα άλλης τάξεως μεγέθους μέλλον.

 

Συνέντευξη με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

H Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ δε χρειάζεται πολλές συστάσεις. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939, είναι ποιήτρια και διπλωματούχος μεταφράστρια διερμηνέας και έχει εκδώσει περίπου είκοσι ποιητικές συλλογές εντός πεντηκονταετίας. Σπούδασε στην Αθήνα, στη Νότια Γαλλία και στην Ελβετία. Είναι διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά). Πρωτοδημοσίευσε στα δεκαεπτά της χρόνια στην «Καινούργια Εποχή» το ποίημα «Μοναξιά».  Σήμερα ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες.. Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης.  Το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών). Το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

H Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μας αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο της χαρίζοντας μας μια απολαυστική συζήτηση.

Άννα Καρτάλη: Είναι μεγάλη μας χαρά που βρισκόμαστε σήμερα με την κυρία Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ στο φιλόξενο σπίτι της για να μιλήσουμε για την ποίηση.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η χαρά είναι όλη δική μου που βλέπω νέους ανθρώπους να ενδιαφέρονται για την ποίηση και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς να παραμένει ζωντανή η ποίηση!
Καλώς ήρθατε.

Άννα: Οι συστάσεις νομίζω πως είναι περιττές. Είστε μια αναγνωρισμένη ποιήτρια προσφάτως βραβευθείσα με το πρώτο κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου σας. Θέλετε να μας μιλήσετε για τις βραβεύσεις της δουλειάς σας; Τι άποψη έχετε για τους διαγωνισμούς και τα βραβεία; Μπορεί το αντικείμενο της τέχνης να βαθμολογηθεί και να καταταχθεί σε μια σειρά;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Για πολλούς ανθρώπους έχουν μεγάλη αξία. Για αυτούς είναι ένας λόγος να πλησιάσουν την ποίηση. Εμένα δεν μου αλλάζουν την ζωή.

Άννα: Θέλετε να μας μιλήσετε για την ανορεξία της ύπαρξης;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η ανορεξία της ύπαρξης είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο μου που κυκλοφόρησε το 2011. Η τεχνική μου είναι η αλήθεια και η φυσικότητα. Λόγω ηλικίας αισθάνομαι αυτό ακριβώς. Την ανορεξία της ύπαρξης. Όταν η ύπαρξη, τα νιάτα, ο έρωτας και η δράση δεν υφίστανται, εσύ είσαι αντιμέτωπος με το χρόνο.

Άννα: Διαβάζετε νέους ποιητές;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Αυτή είναι η πιο μεγάλη μου χαρά. Μου στέλνουν πολλά βιβλία κάθε εβδομάδα. Τα διαβάζω όλα αλλά δεν έχω καιρό να τους γράψω. Η ποιότητα και η ωριμότητα των νέων σήμερα με έχει εκπλήξει.

Άννα: Είναι σήμερα η ποίηση αισιόδοξη; Έχει ελπίδα;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Οι καιροί είναι δύσκολοι, δεν μπορούν να εμπνεύσουν αισιοδοξία. Υπάρχει όμως μια αισιοδοξία και αυτή βρίσκεται στα μηνύματα της ζωής που λαμβάνει ο άνθρωπος μαζί με την αναπνοή του.

Άννα: Ο ποιητής παρατηρεί τον κόσμο ή τον πλάθει μέσα στους στίχους του;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ο ποιητής πρέπει να είναι περισσότερο από όλους μέσα στο κόσμο που ζούμε. Να κρατάει το μυστικό του όπλο και να κάνει μια ελαφριά μεταμόρφωση για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε την πραγματικότητα.

Άννα: Εν τέλει μας κρατούν τα ποιήματα ή μας γονατίζουν;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Κάνουν την δική μας στεναχώρια πιο ανεκτή. Αν το ποίημα είναι επιτυχημένο σε βοηθά να αντέξεις τη θλίψη χωρίς αυτή να ωραιοποιηθεί. Απλώς η αντοχή σου μεγαλώνει..

Συνέντευξη με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Συνέντευξη με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Άννα: Θα ήθελα να σταθούμε και σε ένα ποίημα από μια παλαιότερη συλλογή σας. Γράφετε στην εποχή ονείρων, της συλλογής Λυκοι και Σύννεφα(1963)

Κι ο χρόνος που υποσχέθηκε το θάνατο
στις γλυκές ροδιές ξεχάστηκε
Την συντροφιά ακολουθώντας
της ελπίδας και της ερημιάς
σαν ανταλλάσσουν την θλίψη τους.

Κυρία Ρουκ, γιατί να έχουν θλίψη τα ποιήματα;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ:Έχω πει πολλές φορές ότι τα ποιήματα γεννιούνται από μια πληγή και το ποίημα είναι η ουλή της. Εάν «πετύχει» η ποίηση ζεις πιο άνετα με την πληγή, δεν πονάει πια, απλά δεν την ξεχνάς ποτέ.

Άννα: Στα ποιήματά σας αναφέρεστε συχνά στο θάνατο. Ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής ή απλά η μετάβασή της;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής. Μετά το θάνατο δεν πάμε πουθενά. Μόνο στη γη.. Και δεν είναι άσχημα στη γη. Από το τέλος μας φυτρώνουνε λουλούδια.

Άννα: Και ο έρωτας; Ο έρωτας αποτελεί την καταξίωση της ύπαρξης;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ο έρωτας είναι η ύπαρξη! Και από άποψη βιολογική και από άποψη ουσίας. Ο έρωτας είναι μια ολόκληρη επανάσταση μέσα σου!

Άννα: Μιλήστε μας για τον Νίκο Καζανζάκη και την σχέση σας με αυτόν.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ο Νίκος Καζαντζάκης με βάφτισε το 1939 και ύστερα έφυγε αμέσως για το εξωτερικό λόγω του εμφυλίου. Όλη η αλληλογραφία της οικογένειάς μου με τον Καζαντζάκη υπάρχει. Εγώ περίμενα πως και πως να τελειώσω το Γυμνάσιο και να πάω στη Γαλλία για να σπουδάσω. Ο νονός μου πέθανε έξι μήνες πριν τελειώσω το Γυμνάσιο. Δεν τον είδα ποτέ σαν άνθρωπο να μιλήσουμε, να σφίξουμε τα χέρια, να αγκαλιαστούμε. Αυτό για μένα ήταν μεγάλο παράπονο. Έζησα βέβαια πάντα κάτω από τη σκιά του. Όλα τα ποιήματά μου του τα έστελνα και μου απαντούσε. Αυτό που μου έχει μείνει είναι που μου έλεγε κλωσσοπούλι του Παρνασσού μην με ντροπιάσεις!

Φωτογραφίες με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Φωτογραφίες με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Άννα: Ας μιλήσουμε λίγο και για την δύσκολη εποχή που διανύουμε. Η ποίηση σε όλες τις μεγάλες κρίσεις της ιστορίας έπαιξε σημαντικότατο ρόλο πρωτοστατώντας στην δημιουργία επαναστατικής διάθεσης και συνείδησης στο λαό. Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι η πολιτικοποιημένη ποίηση έχει εξαφανιστεί στις μέρες μας;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Βασικά κανείς νοήμων άνθρωπος δεν πιστεύει ότι ένα πολιτικό σύστημα θα μας σώσει ενώ ένα άλλο θα μας κατατροπώσει. Είναι τέτοια η αβεβαιότητα και η  επικινδυνότητα της κατάστασης, όπου για την αντιμετώπισή της χρειάζονται άλλα μέσα που δεν γνωρίζουμε. Το πολιτικό σύστημα γέρασε και δεν μπορεί να είναι χρήσιμο. Πόσων ανθρώπων το όνειρο ήταν μία αριστερή κυβέρνηση; Πάρα πολλών και αξιόλογων ανθρώπων. Στην πραγματικότητα όμως μόνο όλοι μαζί μπορούμε να έχουμε κάποια ελπίδα. Η νοοτροπία του κόμματος δεν βοηθάει καθόλου.

Άννα: Πάμε και στην μετάφραση. Πόσο δύσκολη είναι σε μια μετάφραση η μεταφορά της ατμόσφαιρας, του ύφους και του ρυθμού του έργου ειδικά αν πρόκειται για ποίημα;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η μετάφραση είναι το επάγγελμα μου. Μια ζωή αυτό ήταν και το βιοποριστικό μου επάγγελμα. Γνωρίζω 4 γλώσσες συμπεριλαμβανομένης και της Ελληνικής. Αγγλικά, Γαλλικά και Ρωσικά ήταν η γλώσσες μου. Μετέφρασα πάρα πολύ Ρώσικη ποίηση. Δεν νομίζω πως υπάρχει μέθοδος. Ο κάθε μεταφραστής θα πρέπει να έχει βαθιά γνώση της γλώσσας. Και να μεταφέρει χωρίς να προδίδει νοήματα και λέξεις την ιστορική περίοδο, την έκφραση στην άλλη γλώσσα. Σημασία έχει να βγει η ανάλογη ατμόσφαιρα. Εγώ την λάτρευα αυτή τη δουλειά! Η μετάφραση της ποίησης είναι η πιο δύσκολη μετάφραση αλλά είναι φοβερός πλούτος. Χαίρομαι που είχα αυτό το επάγγελμα.

Άννα: Ευχαριστούμε κυρία Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Πραγματικά ήταν τιμή μας και που μας ανοίξατε το σπίτι σας και που σας γνωρίσαμε από κοντά. 

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Το βλέπω, είναι γραμμένο στα μάτια σας.

 

Λένα Καλλέργη και Άννα Γρήβα
Λένα Καλλέργη και Άννα Γρήβα

Περί ποιήσεως: Άννα Γρίβα και Λένα Καλλέργη:Επιχειρώντας μια καταβύθιση στα λογοτεχνικά άδυτα, δύο αξιόλογες και φερέλπιδες νέες ποιήτριες, η Άννα Γρίβα και η Λένα Καλλέργη, κατέθεσαν τις απόψεις τους σχετικά με την ιδιάζουσα αυτή τέχνη της ποιήσεως αλλά και την απροσδιόριστη φύση της. Δύο διαφορετικά μα και συγκοινωνούντα ποιητικά μονοπάτια συναντιούνται και απολήγουν σε μια από κοινού διερεύνηση του ποιητικού καθώς και μια απόθεση των αυθεντικών καλλιτεχνικών εμπειριών που συνέλεξαν μέσα από την ποιητική ενασχόληση με την πραγματικότητα ή την πραγματική ενασχόληση με την ποίηση. Η συνεισφορά τους ανεκτίμητη και το πεδίο της ποιήσεως αχαρτογράφητο, μα γοητευτικό… παρακολουθείται να ανασυντίθεται και να αναδιαμορφώνεται μέσα από  τα μάτια των δύο ποιητριών και κοινωνών της ποιητικής χάρης.

Φυσικά, δεν θα μπορούσα να παραλείψω το θερμό ευχαριστήριο προς τις κυρίες Α. Γρίβα και Λ. Καλλέργη για την συνεργασία και διευρυμένη οπτική που μου χάρισαν ως προς τον τομέα της ποιητικής ουσίας και έκφρασης.

 Σ. Τσιμοπούλου: Τι έχουν οι λέξεις που δεν το έχει η ζωή; Εσείς γιατί προστρέχετε στην «τέχνη της Ποιήσεως»;

Α. Γρίβα: Οι λέξεις έχουν τη δύναμη των επικλήσεων, την αρμονία της μουσικής, το παράπονο των προσευχών, την τρυφερότητα των εξομολογήσεων. Οι λέξεις είναι εύθραυστες σαν τις μύχιες σκέψεις, αιώνιες σαν τους μύθους που αφηγούνται και όμορφες, όταν εκφράζουν μια καθαρή ψυχή. Προστρέχω στην ποίηση για να ξορκίσω το κακό και για να ζεστάνω το καρβουνάκι που έχουμε μέσα μας και πάντα σιγοκαίει…

Λ. Καλλέργη: Οι λέξεις είναι κομμάτια της ζωής. Είναι όψεις της ζωής και κώδικές της. Στην τέχνη της ποίησης βρίσκω τρόπους να κατανοώ, να αισθάνομαι, να επικοινωνώ ένα βαθύτερο στρώμα εμπειριών, εικόνων και επιθυμιών. Δημιουργώ και κάτι που μπορώ να προσφέρω, είτε είναι ένα στήριγμα για σύννεφα, είτε ένας δρόμος για να ξαναβρούμε τα παγωμένα και σπασμένα κομμάτια του εαυτού μας.  Η ποίηση φέρνει μέσα της μια ευκαιρία για να κεντριστεί και να δυναμώσει η φαντασία, άρα και η ελπίδα και η ευχαρίστηση της ζωής μας.

 Σ. Τσιμοπούλου: Κινδυνεύει όποιος δεν διαβάζει;

Α. Γρίβα: Κινδυνεύει, όποιος δεν αναρριγά μπρος στην ομορφιά και την καθαρότητα που μπορεί να πλέξει η τέχνη του ανθρώπου. Υπάρχουν βιβλία που κράτησαν δυνατή τη σπίθα της σκέψης ακόμη και μέσα σε σκοτεινούς αιώνες και σε αυτά τα βιβλία οφείλουμε αγάπη και σεβασμό.

Λ. Καλλέργη: Όχι απαραίτητα. Ωστόσο, αν διαβάζει, έχει πολύ περισσότερα όπλα και διεξόδους, και είναι πιο πλούσιος. Είναι, ίσως, και πιο ευτυχισμένος. Εξαρτάται όμως από το πώς διαχειρίζεται κανείς το διάβασμα που κάνει ή δεν κάνει, τι επιλέγει, τι νόημα του δίνει ή του αφαιρεί.

Σ. Τσιμοπούλου: Ποιοι οι αγαπημένοι σας ποιητές-λογοτέχνες;

Α. Γρίβα: Η αρχαία κλασική γραμματεία, μήτρα όλης της λογοτεχνίας και οι ποιητές και ποιήτριες της ιταλικής Αναγέννησης.

Λ. Καλλέργη: Αγαπώ πολλούς λογοτέχνες. Ας αναφέρω εδώ τον Ίταλο Καλβίνο, τον Οκτάβιο Πας, τον Θερνούδα, πάρα πολλούς αγγλόφωνους ποιητές, τελευταία τον David Harsent, ας πούμε, και Έλληνες, φυσικά, απολαμβάνω πάντα τον Εγγονόπουλο – μου είναι δύσκολο να απαντώ σε τέτοιες ερωτήσεις, είναι σαν να αναδύονται ξαφνικά όλοι μαζί και να μπλοκάρω.

Άννα Γρίβα
Άννα Γρίβα

Σ. Τσιμοπούλου: Πώς εκλαμβάνει ένας ποιητής τον εαυτό του; Πώς αυτοπροσδιορίζεται;

Α. Γρίβα: Επί αυτού υπάρχουν τόσες απαντήσεις όσοι και οι ποιητές. Στην Αναγέννηση για παράδειγμα κάποιοι θεωρούσαν τον ποιητή φιλόσοφο, άλλοι τραγουδιστή των παθών του ανθρώπου και άλλοι προφήτη. Μάλλον ο πραγματικός ποιητής είναι όλα αυτά μαζί: ας σκεφτούμε τον Όμηρο ή τον Δάντη… Άλλωστε ο σπουδαίος Ιταλός ουμανιστής Cristoforo Landino έλεγε ότι ο Θεός είναι ο μέγιστος ποιητής και ο κόσμος το ποίημά του.

Λ. Καλλέργη: Καθένας με διαφορετικό τρόπο, φαντάζομαι. Η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει για έναν άνθρωπο ως πυρήνας, κεντρικός άξονας και βασικός τρόπος για να καταλαβαίνει τη ζωή. Κάπως έτσι λειτουργεί για μένα.

Σ. Τσιμοπούλου: Ποια η στάση σας ως ποιήτρια απέναντι στην πραγματικότητα και γενικότερα ποια είναι η σχέση της ποίησης με την εκάστοτε πραγματικότητα;

Α. Γρίβα: Για μένα η πραγματικότητα είναι πολυσύνθετη και ο άνθρωπος με τις περιορισμένες αισθήσεις του προσπαθεί να την αντιληφθεί και να την καταλάβει. Ίσως όμως είναι ελάχιστο αυτό που φθάνει σε εμάς και τα πιο σημαντικά λανθάνουν. Η ποίηση έχει το προνόμιο της φαντασίας, που μέσα στις άπειρες εκδοχές και δυνατότητές της, ίσως δίνει κάποτε και τις ορθές απαντήσεις για τη μυστική αλήθεια του κόσμου.

Λ. Καλλέργη: Η πραγματικότητα και η ποίηση μπορεί να τσακώνονται μερικές φορές, η εμπειρία μου όμως είναι ότι η μία γεννά την άλλη, και πάλι από την αρχή.

 Σ. Τσιμοπούλου: Ορμώμενη από την περιρρέουσα κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα εγείρονται ερωτήματα όπως αυτό του Μ. Μπρεχτ: Τον καιρό της φρίκης θα τραγουδάμε ακόμα;

Α. Γρίβα: Όχι, σε εμένα τουλάχιστον δεν εγείρεται το ερώτημα του Μπρεχτ, διότι πιστεύω ότι ο άνθρωπος θα τραγουδά πάντα, είναι η ίδια του η αναπνοή που ζητά το τραγούδι, για να καθαίρει τον πόνο και τη φθορά.

Λ. Καλλέργη: Θα τραγουδάμε.

Σ. Τσιμοπούλου: Ευνοεί η σύγχρονη εποχή την καλλιτεχνική εποχή;

Α. Γρίβα: Κάθε εποχή εγείρει τη δημιουργία, διότι ο άνθρωπος εκ φύσεως είναι δημιουργός. Όσο θα υπάρχουν τα βαθύτερα αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης, ο άνθρωπος θα προσπαθεί να σμιλέψει τις απαντήσεις του και την προσωπική του κατεύθυνση στη ζωή με τρεις τρόπους: τη δημιουργία, την προσφορά στον συνάνθρωπο και την αγάπη.

Λ. Καλλέργη: Ο καλλιτέχνης που είναι να δημιουργήσει, θα το κάνει, σε όποια εποχή κι αν ζει.

Σ. Τσιμοπούλου: Τι σας εμπνέει;

Α. Γρίβα: Το μυστήριο του ερχομού μας στον κόσμο, η επαφή μας με το αόρατο, η δυνατότητα του ανθρώπου να αγγίζει πράγματα αιώνια, η αναμόρφωση της ζωής με θεμέλιο την αγάπη.

Λ. Καλλέργη: Η φύση, ο κόσμος, τα λόγια των ανθρώπων, τα ζώα, οτιδήποτε.

Λένα Καλλέργη
Λένα Καλλέργη

 Σ. Τσιμοπούλου: Ένα ποίημα τελειώνει ή εγκαταλείπεται; Αν ισχύει το πρώτο, πώς γνωρίζετε ότι ένα ποίημα έχει ολοκληρωθεί;

Α. Γρίβα: Λίγα ποιήματα τελειώνουν, τα περισσότερα εγκαταλείπονται. Όταν ένα ποίημα ολοκληρώνεται στο λέει το ίδιο: σαν να υπάρχει κάπου έτοιμο και εγώ απλά το καταγράφω και ύστερα δεν μπορώ να προσθέσω τίποτε άλλο σε αυτό. Συνήθως τελειώνουν τα ποιήματά μου με μια μεγάλη νίκη της μαγείας έναντι του “ρεαλισμού”.

Λ. Καλλέργη: Υπάρχουν ποιήματα που τελειώνουν και άλλα που εγκαταλείπονται. Μπορεί να ξέρουν καλύτερα από μένα σε ποιο στάδιο βρίσκονται. Γι’ αυτό τους δίνω πάντα χώρο και χρόνο για να μου μιλήσουν. Τα επεξεργάζομαι πολύ, μετά τα αφήνω. Μερικά τελειώνουν και με την πρώτη γραφή. Δεν είναι όλα τα ποιήματα ίδια.

 Σ. Τσιμοπούλου: Διδάσκεται η ποίηση;

Α. Γρίβα: Κατακτάται με κοπιαστική τριβή και με την ακούραστη ελπίδα να επέλθει έστω για μια στιγμή στον νου και στην ψυχή το μυστηριώδες φως που φτιάχνει το ποίημα. Κάποιοι βέβαια, όπως οι μεγάλοι κλασικοί, ζήσαν σε μια διαρκή φώτιση, απ’ την οποία εμείς συλλαμβάνουνε λίγα ψίχουλα ήλιου.

Λ. Καλλέργη: Η ποίηση είναι τέχνη και κομμάτια της μπορούν να διδαχθούν. Όποιος εργάζεται για την ποίηση σαφώς και λαμβάνει διδασκαλία, είτε είναι με τη μορφή διαβασμάτων και πειραματισμών είτε με τη μορφή μαθημάτων, συζητήσεων κτλ. Διδάχθηκα με πολλούς τρόπους και φυσικά εξακολουθώ να μαθαίνω. Παρακολούθησα και μαθήματα που με βοήθησαν πολύ στο να δέχομαι κριτική και να οξύνω το δικό μου κριτήριο. Η περιέργεια και η αγάπη μου για την ποίηση με οδηγούν συνεχώς σε νέους δρόμους.

Σ. Τσιμοπούλου: Ποια η γνώμη σας για την επικράτηση του Λογοτεχνικού Κανόνα; Περιορίζει ή απελευθερώνει τους επίδοξους ποιητές και λογοτέχνες;

Α. Γρίβα: Ο Κανόνας είναι για μένα τα έργα που επεβίωσαν στην αιωνιότητα. Αυτά δίνουν το μέτρο και όποιος το έχει στο μυαλό του καλά πράττει. Η ποίηση είναι ένας ωκεανός θαυμάτων κι εμείς θα ικετεύουμε πάντα για μια σταγόνα του.

Λ. Καλλέργη: Ο Κανόνας έχει κάποια πρακτική χρησιμότητα. Όπως κάθε πράγμα που συντάσσεται με βάση ορισμένα κριτήρια, δεν μπορεί παρά να αφήνει στην άκρη κάποιους δημιουργούς και να ευνοεί άλλους. Ας έχουμε αυτό υπόψη μας για να μην τον αντιμετωπίζουμε ως τον απόλυτο οδηγό για τη λογοτεχνία.

 Σ. Τσιμοπούλου: Αρκεί να «κάνουν οι λέξεις έρωτα» για να γεννηθεί ένα ποίημα;

Α. Γρίβα: Ίσως αυτή η φράση μπορεί να λειτουργήσει σαν μια επιτυχής μεταφορά για τη δύναμη της ποίησης. Επιτυχές είναι το ποίημα που έχει αποκτήσει τις κοσμογονικές και αναγεννητικές λειτουργίες του έρωτα…

Λ. Καλλέργη: Μερικές φορές αρκεί απλά να κοιταχτούν.

 Σ. Τσιμοπούλου: Όσον αφορά τις τελευταίες σας συλλογές, ποιο ποίημα θα επιλέγατε να μας  παραθέσετε;

Α. Γρίβα:
                                                           ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ 

Ποιο είναι του φόβου το ξεδίψασμα;

Πώς μετριέται το βάρος της ανάσας;

Πώς να γυρίσει μια απουσία

σε χάδι θεοβρεχούμενο;

Ποιο μέρος επί γης

κρατά τον άνθρωπο στο ύψος του

και τη γραφή στην άμμο;

 

Τι χρώμα έχει ο θάνατος

τι χώμα έχει ο ύπνος;

Από νεράκι σε νερό

το τρυφερό σκορπίζει;

Σκουπίζει η τρέλα το μυαλό

για να γλιστρά αθόρυβα;

 

Ο χρόνος τέμνει κάθετα

ή σφάζει την ακτίνα μας;

Μήπως το αίμα εφάπτεται

κι αλλάζει καρωτίδες;

Έχει υπόλοιπο η θλίψη

ή τέλεια διαιρείται

πριν μας προσθέσει στο σκοτάδι;

Λ. Καλλέργη: Ένα ποίημα από τη συλλογή που ετοιμάζω.

Περιουσία

Ό,τι είχα, το έκρυψα

βαθιά στα σύννεφα.

 

Τα παλιά μου τετράδια,

τα φτερά από τετράποδα,

το καχύλι – απολίθωμα.

 

Αλλάζουν συνεχώς τα υπάρχοντά μου

στον ουρανό πληθαίνουν και σκορπίζονται

με τη βροχή μού επιστρέφουν αμύθητα.

 

 Ποτέ δεν ξέρω τι θα μου δοθεί

κι έχω όλον τον καιρό δικό μου.

 

Σ. Τσιμοπούλου: Και πάλι αναφορικά με τις τελευταίες σας συλλογές, γιατί επιλέξατε αυτή την ευρύτερη θεματική;

Α. Γρίβα: Η θεματική της τελευταίας μου συλλογής είναι το μεταίχμιο των δύο κόσμων, του κόσμου των ζωντανών και των νεκρών και το σμίξιμό τους, η μυστική επαφή τους.

Λ. Καλλέργη: Με απασχολεί η μετακίνηση, το ταξίδι, η αλλαγή, η μεταφορά στο σώμα και στη γλώσσα. Αυτό επεξεργάζομαι στο δεύτερο βιβλίο μου.

 Σ. Τσιμοπούλου: Κ. Γρίβα, παρομοιάζετε τη «μνήμη» με «τρελό πουλί» που «ερωτεύεται πάντα τους απόντες» (Έτσι είναι τα πουλιά, Γαβριηλίδης,2015). Αυτό είναι ευχή ή κατάρα; Η λήθη είναι μήπως το αντίδοτο-αντίβαρο;

Άννα Γρίβα - Έτσι είναι τα πουλιά, Εξώφυλλο ποιητικής συλλογής
Άννα Γρίβα – Έτσι είναι τα πουλιά, Εξώφυλλο ποιητικής συλλογής

Α. Γρίβα: Η αληθεία, αν σκεφτούμε με βάση την ετυμολογία της λέξης, είναι η άρνηση της λήθης. Επομένως, μόνο η μνήμη οδηγεί στην αλήθεια. Και η μνήμη έχει κάτι μαγικό, μας ενώνει ακόμη και με αυτούς που είναι χαμένοι για πάντα…

 Σ. Τσιμοπούλου: Κ. Καλλέργη, το ποίημά σας «Μετά» ξεκινά με την φράση «Μετά θα γίνω άμμος».  Όμως ποιο είναι το κόστος –αν θεωρείται κόστος- για να μετατραπεί η ύπαρξη μας σε άμμο;

Κήποι στην Άμμο, Λένα Καλλέργη
Κήποι στην Άμμο, Λένα Καλλέργη

Λ. Καλλέργη: Για να γίνω άμμος μετά, μαζί με όλα αυτά που περιέχει, πρέπει να έχω ζήσει πριν. Αν είναι κόστος η ζωή.

 

 

Μάκης Τσίτας

Μάκης Τσίτας: «Πραγματικά πιστεύω πως η λογοτεχνία μάς κάνει καλύτερους ανθρώπους… Ανοίγει το μυαλό, αλλά κυρίως την καρδιά και την ψυχή μας.»

Ήταν ένα παγωμένο απόγευμα Τετάρτης, όταν βγήκα από το μετρό του Ευαγγελισμού και με ενθουσιασμό κατευθύνθηκα προς το γραφείο του Μάκη Τσίτα στην Πλατεία Προσκόπων. Ανυπομονούσα να συναντήσω τον συγγραφέα που τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 για το βιβλίο του «Μάρτυς μου ο Θεός», αλλά και τον άνθρωπο πίσω από τον συγγραφέα. Μόλις μπήκα στο γραφείο του με υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο και ένα ζεστό τσάι και ξεκινήσαμε να συζητάμε σε ένα χώρο γεμάτο βιβλία. Απόλαυσα ιδιαίτερα τη συζήτηση αυτή, αλλά κυρίως απόλαυσα τη διαπίστωση πως υπάρχουν ακόμα τόσο σεμνοί καλλιτέχνες που τιμούν όχι μόνο με τη συγγραφική τους ικανότητα, αλλά και με το ήθος τους, την τέχνη του λόγου. Aκολουθούν όσα ενδιαφέροντα συζητήσαμε… 

 

Μαριάννα Γεωργούλη: Πείτε μας λίγα λόγια για τον ήρωα του βιβλίου σας «Μάρτυς μου ο Θεός». Πρόκειται για έναν ήρωα, με τον οποίο υποθέτω πως δε μοιράζεστε κοινά βιώματα. Από πού αντλήσατε ερεθίσματα προκειμένου να χτίσετε έναν τόσο αληθοφανή χαρακτήρα;

Μάκης Τσίτας:Όντως δεν έχω κοινά στοιχεία με τον Χρυσοβαλάντη, το «Μάρτυς μου ο Θεός» είναι το λιγότερο αυτοβιογραφικό κείμενό μου. Η σύλληψη της ιδέας αυτού του ήρωα έγινε ξαφνικά και νομίζω πως με βρήκε αυτός, δεν τον βρήκα εγώ. Ίσως ήταν η ανάγκη να δώσω φωνή σε έναν άνθρωπο που δεν τον προσέχει κανείς. Υπάρχουν πολλοί «Χρυσοβαλάντηδες» που βρίσκονται πάντα στο «περιθώριο» της ζωής.  Ήξερα μάλιστα από πολύ νωρίς ότι θα είναι πρωτοπρόσωπη η αφήγηση, ότι θα μιλάει ο ίδιος ο ήρωας.

 

Μαριάννα:Με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση επιλέγετε μια αφηγηματική τεχνική αρκετά απαιτητική.

Μάκης Τσίτας:Όπως είπα, από νωρίς κατάλαβα ότι πρέπει να χρησιμοποιήσω την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Είναι απαιτητική και κρύβει πολλές παγίδες  (πολύ εύκολα μπορεί να ξεφύγει και να γίνει προφορική, φλύαρη, σαχλή ή μελό) αλλά είναι εξόχως γοητευτική. Μου φαίνεται πολύ ερεθιστικό να δίνεις αποκλειστικά  το λόγο σε έναν ήρωά σου κι εσύ να μην παρεμβαίνεις ούτε με μια λέξη.

 

Μαριάννα:Το «Μάρτυς μου ο Θεός» έγινε και θεατρικό. Σας δυσκόλεψε η αποκλειστικότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης στη δραματοποίηση του έργου;

Μάκης Τσίτας:Επειδή οι μονόλογοι στο θέατρο πρέπει να διαρκούν 75-80 λεπτά περίπου, χρειάστηκε να κόψω αρκετό κείμενο. Κύριο χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος είναι η επαναληπτικότητα, αφού ο ήρωας είναι εμμονικός και επαναλαμβάνει πολλές φορές τα ίδια πράγματα, προσθέτοντας κάθε φορά κάτι καινούργιο ή βλέποντάς το με διαφορετική ματιά. Στη θεατρική διασκευή έπρεπε να διαλέξω να διατηρήσω είτε την επαναληπτικότητα είτε τα πολλά επεισόδια. Προτίμησα το δεύτερο. Κι επίσης τόνισα περισσότερο τα δραματικά στοιχεία.

 

Μαριάννα:Σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, πέρα από το περιεχόμενο, φαίνεται να διαδραματίζει η γλώσσα και γενικά η μορφή, κάτι που δε συναντά κανείς σε όλους τους συγγραφείς. Είναι αυτό κάτι που σας απασχολεί στα έργα σας;

Μάκης Τσίτας:Πράγματι, στο «Μάρτυς μου ο Θεός» η γλώσσα είναι το πιο σημαντικό στοιχείο. Εμένα ως συγγραφέα με ενδιαφέρει κυρίως η γλώσσα. Ύστερα πηγαίνω στο περιεχόμενο. Συμβαίνουν καθημερινά τόσα ενδιαφέροντα πράγματα και γεγονότα με ανατροπές και αγωνία, ακούμε για σκάνδαλα και τόσα άλλα που είναι σαν ιστορίες αστυνομικών βιβλίων. Επομένως η υπόθεση από μόνη της δε λέει κάτι, μπορεί να είναι μια απλή αφήγηση, ξερή και δημοσιογραφική. Στη λογοτεχνία το βάρος πέφτει στο πώς θα πεις κάτι, στον τρόπο, στη γλώσσα και στη δομή.

 

Μαριάννα:Το περιεχόμενο από μόνο του, άλλωστε, δύσκολα μπορεί να δώσει ταυτότητα σε έναν συγγραφέα…

Μάκης Τσίτας:Αυτό ακριβώς… Εγώ όταν διαβάζω κάτι, θέλω να καταλαβαίνω αμέσως τον συγγραφέα που το έγραψε. Όπως όταν ακούω την εισαγωγή από ένα μουσικό κομμάτι υποψιάζομαι, ακόμα και αν δεν το έχω ξανακούσει, ότι είναι του τάδε μουσικού ή όταν διαβάζω ένα ποίημα καταλαβαίνω από το ύφος του σε ποιον ποιητή ανήκει, έτσι θα ήθελα να συμβαίνει και στην πεζογραφία.

 

Μαριάννα:Το βιβλίο σας τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014. Περιμένατε μια τέτοια διάκριση;

Μάκης Τσίτας:Όχι, δεν το περίμενα καθόλου.  Όταν το έγραφα, είχα μεγάλη αγωνία για το πώς θα το αντιμετωπίσει ο κόσμος και η κριτική.  Ευτυχώς είχε μια πολύ καλότυχη πορεία με επιστέγασμα τη βράβευση, η οποία συνέβαλε στο να γίνουν επανεκδόσεις και να κλειστούν συμφωνίες με εκδοτικούς  οίκους  του εξωτερικό για τη μετάφρασή του.

 

Μαριάννα:Λειτουργεί η βράβευση ως επιβεβαίωση και ως κίνητρο για να συνεχίσετε να γράφετε;

Μάκης Τσίτας:Σίγουρα ένα βραβείο λειτουργεί ως επιβράβευση του κόπου σου, σε γεμίζει αισιοδοξία και σου δίνει το αίσθημα ότι πατάς πιο γερά στα πόδια σου, όμως για μένα δεν αποτελεί κίνητρο για να γράψω. Έτσι κι αλλιώς θα έγραφα και μάλιστα στους δικούς μου ρυθμούς. Δεν αποτέλεσε δηλαδή το βραβείο αφορμή για να καθίσω να γράψω κάτι καινούργιο γρήγορα ούτε άλλαξε τον τρόπο της δουλειάς μου και το χρόνο που αφιερώνω στα κείμενά μου.

 

Μαριάννα:Γράφετε κάτι καινούργιο τώρα;

Μάκης Τσίτας:Nαι έχω μαζέψει το υλικό και σιγά σιγά ξεκινάω να το γράφω, με πολύ αργούς ρυθμούς όμως.

 

Μαριάννα:Ελπίζω να μη χρειαστούν και γι’ αυτό δέκα χρόνια για να το γράψετε!

Μάκης Τσίτας:Κι εγώ το ελπίζω. (γέλια)

 

Μαριάννα:Από πού αντλείτε γενικά το υλικό για τα βιβλία σας;

Makis TsitasΜάκης Τσίτας:Χρησιμοποιώ τα πάντα: τη φαντασία, τις προσωπικές μου εμπειρίες, τις εμπειρίες δικών μου ανθρώπων.  Τα πάντα μπορούν να γίνουν ερέθισμα. Χθες ας πούμε άκουσα στο φωταγωγό της πολυκατοικίας μου το διάλογο μιας Ρωσίδας οικιακής βοηθού με την Ελληνίδα κυρία της. Δύο φράσεις τους μου φάνηκαν πολύ ενδιαφέρουσες – τις σημείωσα αμέσως.  Τέτοιο υλικό έχω βάλει πολλές φορές σε βιβλία μου, όπως και στο καινούργιο που ετοιμάζω.

 

Μαριάννα:Πείτε μου  λίγα λόγια για το πώς γεννήθηκε μέσα σας η αγάπη για τη λογοτεχνία, δεδομένου μάλιστα πως μεγαλώσατε σε ένα χωριό, χωρίς να έχετε, φαντάζομαι, πολλά λογοτεχνικά ερεθίσματα.

Μάκης Τσίτας:Να σας πω την αλήθεια δεν ξέρω, νομίζω πως έγινε τυχαία όλο αυτό. Όταν ήμουν μικρός διάβαζα κάποια παραμύθια, αλλά μέχρι εκεί. Κάποια στιγμή, όταν τελείωσα το δημοτικό, ο πατέρας μου, που ήταν νταλικέρης, με πήρε μαζί του στη Γερμανία. Ήξερα πως οι ώρες αναμονής στα τελωνεία και στα εργοστάσια είναι ατελείωτες, οπότε έγραψα δύο κασέτες με μουσική και πήρα και ένα βιβλίο να διαβάσω, αλλά χωρίς να το πάρω και πολύ στα σοβαρά – απλώς για να περνάει η ώρα μου. Ήταν η Αιολική Γη του Βενέζη. Στην αρχή δυσκολεύτηκα λίγο: διάβασα 2 σελίδες, ύστερα άλλες δύο αλλά στη συνέχεια το ρούφηξα πραγματικά – με γοήτευσε. Δε θεωρώ πως είναι αριστούργημα, όμως εκείνη την εποχή ήταν το κατάλληλο βιβλίο για να ξεκινήσω να διαβάζω. Μετά από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου είχε αλλάξει ο τρόπος που έβλεπα τα πράγματα, ο τρόπος που έβλεπα τον εαυτό μου αλλά και τον κόσμο. Άρχισε το χωριό μου να μου φαίνεται μικρό, αισθανόμουν πως υπάρχει κάτι εκεί έξω που εγώ δεν το ζω, πως γίνονται πράγματα, αλλά μακριά από εμένα. Και αυτό το συναίσθημα κράτησε πολλά χρόνια.

 

Μαριάννα:Το συζητούσατε με τους γονείς σας;

Μάκης Τσίτας:Ναι το έλεγα στη μητέρα μου. Όταν πήγαινα στις καφετέριες που υπήρχαν στο χωρίο επέστρεφα πολύ γρήγορα, παρόλο που οι φίλοι μου κάθονταν ατέλειωτες ώρες, και διάβαζα. Όταν με ρωτούσε η μητέρα μου γιατί επέστρεψα τόσο γρήγορα της απαντούσα «Μα τι να κάνω; Οι μισοί μιλάνε για τα χωράφια και οι άλλοι μισοί για τις νταλίκες». Δεν μπορούσα να μοιραστώ με κανέναν την αγάπη για τη λογοτεχνία.

 

Μαριάννα:Είναι εντυπωσιακό πάντως πώς μεγάλωσε όλο αυτό μέσα σας, παρ’ ό,τι δεν είχατε ανθρώπους να το μοιραστείτε…

Μάκης Τσίτας:Δεν έλεγα στους άλλους ότι γράφω, ήξερα ότι θα τους φανεί περίεργο που ένα αγόρι αντί να παίζει ποδόσφαιρο γράφει ποιήματα και ιστορίες. Το έμαθαν ουσιαστικά όταν ήμουν στο Λύκειο. Είχα στείλει τότε κάτι ποιήματα στη Ρωζίτα Σώκου που έγραφε στο Τηλέραμα και έδινε συμβουλές στον κόσμο. Τους περισσότερους που της έστελναν έργα τους τους κατακεραύνωνε – έγραφε συχνά «Καλύτερα να ασχοληθείς με κάτι άλλο». Έκανε όμως και πολύ ωραίες παρατηρήσεις και, επειδή εγώ δεν είχα κάποιον να δείξω τα έργα μου, της τα έστειλα, αν και με μεγάλο δισταγμό. Μου απάντησε όμως μέσω του περιοδικού και αυτή ήταν και η πρώτη καλή κριτική που πήρα, αφού μου είπε να συνεχίσω να γράφω. Ύστερα της έστειλα, ευχαριστώντας την, και ένα διήγημα, για το οποίο είπε επίσης καλά λόγια και έτσι ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τον «έξω κόσμο» και μάλιστα με έναν άνθρωπο που ήταν από το χώρο της τέχνης. Πάντως τη λογοτεχνία την πήρα πολύ στα σοβαρά και μάλιστα από νωρίς. Ό,τι έγραφα το δούλευα πάρα πολύ και έκανα πολλές μέρες και μήνες για να τελειώσω ένα ποίημα, πόσο μάλλον ένα πεζό που ήθελε περισσότερη δουλειά. Αυτό δεν ήξερα τότε γιατί το έκανα, άλλα ήταν μάλλον μια ενστικτώδης διάθεση τελειομανίας που υπήρχε. Από νωρίς ήξερα ότι θα γίνω συγγραφέας, αλλά όχι με κάποια δόση έπαρσης, ήμουν γενικώς προσγειωμένο παιδί και πολλές φορές υπερβολικά συγκρατημένο. Αυτό όμως ήταν κάτι που το ήξερα και όσο περνούσε ο καιρός εδραιωνόταν μέσα μου. Έτσι, από πολύ γρήγορα ό,τι έκανα στην πορεία είχε να κάνει με το γράψιμο. Σπούδασα δημοσιογραφία όχι γιατί με ενδιέφερε ο κλάδος, αλλά γιατί ήθελα να είναι κάτι σχετικό με το γράψιμο. Ύστερα ήρθα στην Αθήνα για να δουλέψω σε έναν εκδοτικό οίκο και σε ένα περιοδικό σχετικό με τη λογοτεχνία. Όλα στη ζωή μου κινήθηκαν γύρω από το γράψιμο από νωρίς.

 

Μαριάννα:Θεωρείτε πως μπορεί κανείς να είναι αποκλειστικά συγγραφέας στην Ελλάδα σήμερα;

Μάκης Τσίτας:Σίγουρα όχι. Είναι πολύ δύσκολο και μάταιο το να προσπαθεί κάποιος στην Ελλάδα να ζήσει από τα γραπτά του. Έχουμε μια πολύ μικρή αγορά και οι Έλληνες δε διαβάζουν, οπότε είναι αδύνατον. Οι ξένοι συγγραφείς είναι τυχεροί ως προς αυτό, ιδίως όταν είναι αγγλόφωνοι, ισπανόφωνοι ή γαλλόφωνοι και απευθύνονται σε μια μεγάλη αγορά. Εδώ ακόμα και κάθε χρόνο να βγάζεις ένα βιβλίο, αν δεν ανήκει στα λεγόμενα «εμπορικά», δεν έχει νόημα να προσπαθείς να ζήσεις από αυτό.

 

Μαριάννα:Αποφασίσατε έτσι να δημιουργήσετε πριν 2,5 χρόνια το diastixo.gr, ένα ενημερωτικό  site για το βιβλίο, και μάλιστα με εντυπωσιακή επιτυχία, αφού βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στον κόσμο. Πιστεύετε στην ηλεκτρονική δημοσιογραφία;

Μάκης Τσίτας:Nαι πιστεύω… Γενικότερα εμπιστεύομαι το διαδίκτυο, θεωρώ πως ήταν η μεγαλύτερη ανακάλυψη του αιώνα –  άλλαξε τον κόσμο. Ενστάσεις μπορεί να υπάρχουν, αλλά τα πάντα κρίνονται από το πώς χρησιμοποιεί κανείς κάτι. Όταν το χρησιμοποιείς με σύνεση και υπευθυνότητα, μόνο οφέλη μπορείς να έχεις από το διαδίκτυο. Υπερβολές σίγουρα υπάρχουν, όπως παντού, αλλά στην περίπτωση του τύπου το διαδίκτυο δίνει πολύ μεγάλη ευκαιρία να ακουστούν πολλές φωνές και επιτρέπει σε όλους να έχουν πρόσβαση στην πληροφόρηση. Είναι βέβαια πολύ πιο εύκολο να εμφανιστεί -κι έχει γίνει ήδη-  μπόλικη σαβούρα. Τα «σκουπίδια», όμως, υπάρχουν παντού… Την κακή ποιότητα την βλέπουμε και σε βιβλία και σε περιοδικά και σε εφημερίδες.

 

Μαριάννα:Λογοτεχνία διαβάζετε από την οθόνη ή προτιμάτε ακόμα το χαρτί;

Μάκης Τσίτας:Όχι λογοτεχνία δε διαβάζω ηλεκτρονικά.  Και το λέει αυτό ένας άνθρωπος που διευθύνει ένα ηλεκτρονικό περιοδικό (γέλια). Δεν πήρα ποτέ συσκευή ανάγνωσης, μ’  αρέσει να πιάνω το βιβλίο στα χέρια μου, να το φυλλομετρώ, να το μυρίζω. Θέλω να έχω τη δυνατότητα  να το τσαλακώνω, να σημειώνω κλπ.

 

Μαριάννα:Υπάρχουν συγγραφείς ή βιβλία που σας έχουν επηρεάσει;

Μάκης Τσίτας:Συγκεκριμένα βιβλία που με επηρέασαν δεν ξέρω αν υπάρχουν, αλλά αγαπημένους συγγραφείς έχω και είναι κυρίως Έλληνες. Από τότε που ήμουν παιδί με ενδιέφερε κυρίως η ελληνική λογοτεχνία, πεζογραφία και ποίηση. Αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι έτσι ο Πεντζίκης, ο Ιωάννου, ο Καζαντζής, ο Μπακόλας, ο Ταχτσής, ο Μάτεσις…  Αναφέρθηκα μόνο σε ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή, παρακολουθώ όμως κυρίως σύγχρονους λογοτέχνες. Είναι βέβαια κομμάτι της δουλειάς μου, αλλά θα το έκανα έτσι κι αλλιώς.

 

Μαριάννα:Είστε κατεξοχήν συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας. Πώς ξεκίνησε η αγάπη σας για το παιδικό βιβλίο;

Μάκης Τσίτας:Ξεκίνησε λίγο τυχαία, όταν ήμουν περίπου 18 χρονών και έγραφα μανιωδώς διηγήματα, τα περισσότερα από τα οποία μπήκαν μετά στη συλλογή «Πάτυ εκ του Πετρούλα». Κάποια στιγμή μού ήρθε στο νου μια εικόνα από τα παιδικά μου χρόνια που είχα σπίτι και είδα την αδερφή μου να μιλάει με έναν γάτο που είχαμε. Ήταν σαν να του έλεγε κάτι και σαν να της έλεγε κάτι κι αυτός… Μια πολύ τρυφερή εικόνα που ξεπήδησε χρόνια μετά και αποφάσισα να γράψω μια ιστορία σε πρώτο πρόσωπο με ένα κοριτσάκι που να μιλάει για το γάτο του. Ξεκίνησα να τη γράφω και συνειδητοποίησα πως ήταν ένα άλλο είδος αυτό που έγραφα, δεν ήταν διήγημα, αλλά βιβλίο για παιδιά. Μέχρι τότε ειλικρινά δεν είχα την παιδική λογοτεχνία σε εκτίμηση, την θεωρούσα εύκολη και αυτή είναι μια άποψη που έχει δυστυχώς πολύς κόσμος. Τελικά τελείωσα αυτή την ιστορία με τίτλο «Τ’ όνομά μου είναι Δώρα» και κυκλοφόρησε 14 χρόνια μετά. Έτσι ξεκίνησε η ενασχόλησή μου με την παιδική λογοτεχνία και στη συνέχεια μου φάνηκε πολύ γοητευτικό αυτό το είδος. Το να μπαίνω στο μυαλό ενός μικρού παιδιού το θεωρώ εξίσου γοητευτικό με το να μπαίνω στο μυαλό ενός ενήλικα. Να προσπαθείς  να καταλάβεις τι σκέφτεται ένα μικρό κορίτσι, πώς μιλάει, τι το ενοχλεί ή τι το κάνει να ντρέπεται.

 

Μαριάννα:Θεωρείτε πως είναι σημαντικό να διαβάζουν τα παιδιά βιβλία από μικρά για να αναπτύξουν αγάπη για τη λογοτεχνία;

Μάκης Τσίτας:Επισκέπτομαι συχνά σχολεία και βιβλιοθήκες και εκεί βλέπω πόσο σημαντικό είναι το να ξεκινάει η ανάγνωση από τις μικρές ηλικίες. Τα παιδιά που βλέπω να έχουν πιο ανοιχτό μυαλό, να είναι πιο εύστροφα και πιο κοινωνικά, να κινούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια μέσα στην τάξη, είναι αυτά που διαβάζουν. Η ανάγνωση δίνει πολλά εφόδια και είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο πως αν τα παιδιά ξεκινήσουν από μικρή ηλικία-από το νηπιαγωγείο κιόλας-να διαβάζουν βιβλία, θα είναι αναγνώστες σε όλη τους τη ζωή. Γι’ αυτό, όταν πηγαίνω στα σχολεία και μιλάω μαζί τους, τους λέω, και τους φαίνεται καμιά φορά περίεργο, είναι ότι ένα βιβλίο είναι σαν το ποδόσφαιρο ή σαν μια κούκλα, είναι παιχνίδι και απόλαυση και όχι μάθημα.

 

Μαριάννα:Αυτό το τελευταίο μπορεί να ισχύει και για τους ενήλικες που διαβάζουν λογοτεχνία; Μπορεί το βιβλίο να λειτουργήσει «θεραπευτικά» σε μια εποχή που το άγχος ξεπερνά τους ανθρώπους και πολλοί προτιμούν την τηλεόραση γυρνώντας σπίτι;

Μάκης Τσίτας:Φυσικά και μπορεί.. Είναι η «θεραπευτική δύναμη της τέχνης» που έχει αποδειχθεί περίτρανα και υπάρχουν ολόκληρες Σχολές πάνω σ’ αυτό και με πολύ καλά αποτελέσματα. Πραγματικά πιστεύω πως η λογοτεχνία μάς κάνει καλύτερους ανθρώπους… Ανοίγει το μυαλό, αλλά κυρίως την καρδιά και την ψυχή μας.

 

Μαριάννα:Σας ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτηση… Περιμένουμε με αγωνία το επόμενο βιβλίο σας!

Μάκης Τσίτας:Να είστε καλά, εγώ σας ευχαριστώ!

 

 

Μάρτυς μου ο Θεός

Tο βιβλίο του Μάκη Τσίτα Μάρτυς μου ο Θεός κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κίχλη.

 

 

Αλέξανδρος Ίσαρης στο Artic.gr
Ο Αλέξανδρος Ίσαρης από τη συνέντευξη του στην Άννα Καρτάλη στο Artic.gr - Photo: Vasilis Papavasileiou

Ο Αλέξανδρος Ίσαρης μιλά για την ζωή και το έργο του στην Άννα Καρτάλη.
Ήταν ένα όμορφο βράδυ Παρασκευής που θα έχω στη θύμησή μου για αρκετό καιρό. Αυτό το βράδυ συνέπιπτε με την επίσκεψη στο σπίτι του κυρίου Αλέξανδρου Ίσαρη για χάριν της συνέντευξης που είχαμε προγραμματίσει εδώ και καιρό για το Artic. Η απόλαυση της βραδιάς ξεκίνησε με την διαδρομή. Μέσα στο λεωφορείο διάβαζα την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Εγώ ένας ξένος από τις εκδόσεις ΚίχληΜε συνεπήρε τόσο η συλλογή που ήταν σαν να έχω μπει και εγώ μες στις σελίδες της, κάπου εκεί ανάμεσα στις λέξεις!

Τι όμορφη που είναι αυτή η μοναξιά!
Γαλάζια στις άκρες και σκοτεινή στην καρδιά
Κατεβαίνει απ’ τα βουνά γρατσουνώντας το πρόσωπο
Και βυθίζεται στη θάλασσα με μάτια πικραμύγδαλα.
Μυρίζει δειλινό, τώρα που τα ηλιοτρόπια γέρνουν σκεφτικά
Κι όταν με δαγκώνει, το αίμα στέκεται αναποφάσιστο στις φλέβες.

 Όταν έφτασα στο σπίτι, ο κύριος Ίσαρης με υποδέχθηκε εγκάρδια και με ξενάγησε στον κόσμο του, σε ένα κόσμο που «μυρίζει» βιβλία, ποιήματα.. χρώματα και σκίτσα! Το βράδυ πέρασε γρήγορα μα απολαυστικά και ένα μέρος της συζήτησής μας… σας το χαρίζουμε!

Ευχαριστούμε κύριε Ίσαρη εκ βάθους καρδίας και σας ευχόμαστε και εμείς Καλή και Δημιουργική Χρονιά!

Αλέξανδρος Ίσαρης - Άννα Καρτάλη
Αλέξανδρος Ίσαρης – Άννα Καρτάλη

Ο Αλέξανδρος Ίσαρης γεννήθηκε το 1941 στις Σέρρες. Σπούδασε αρχιτεκτονική στα Πολυτεχνεία του Γκρατς και της Θεσσαλονίκης. Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς δοκίμια, πεζά, ποιήματα και μεταφράσεις σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Επί οκτώ χρόνια ήταν υπεύθυνος της ελληνικής σύνταξης του περιοδικού «Ausblicke». Για την πρώτη του ποιητική συλλογή «Όμιλος Φίλων Θαλάσσης – Ο ισορροπιστής», του απονεμήθηκε το βραβείο Μαρίας Ράλλη (1977). Το 1990 επισκέφθηκε σημαντικά πολιτιστικά κέντρα της Γερμανίας, ύστερα από πρόσκληση του Ινστιτούτου Γκαίτε. Τα έτη 1990, 1992, 1994 και 1999 έμεινε για ένα διάστημα στη Βιέννη, ως προσκεκλημένος της Αυστριακής Λογοτεχνικής Εταιρείας. Το 1997 έγινε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Τόμας Μπέρνχαρντ. Το 1997 του απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο μετάφρασης για το «Μπετόν» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Το 2007 του απονεμήθηκε το βραβείο μετάφρασης του ΕΚΕΜΕΛ για το βιβλίο του Λούντβιχ Τηκ «Ο Ξανθός Έκμπερτ-Το Ρούνενμπεργκ». Το 2011 ανακηρύχθηκε «Συγγραφέας της χρονιάς» από το περιοδικό Status για το βιβλίο του «Βίνκελμαν ή το πεπρωμένο». Για το ίδιο βιβλίο του απονεμήθηκε το 2011 και το βραβείο διηγήματος του περιοδικού Διαβάζω, όπως και το βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης του ΕΚΕΜΕΛ για το βιβλίο «Επιστολές σε έναν νεαρό ποιητή» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Το 2012 δημοσιεύτηκαν ποιήματά του στην Anthologie de la poésie grecque 1975-2005 (Eκδόσεις L’ Harmattan).  Από τις εκδόσεις επίσης Κίχλη το 2012 κυκλοφόρησε το διήγημά του «Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς» και το 2013 η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον τίτλο «Εγώ ένα ξένος«, Ποιήματα 1967 – 2011.  Ο Αλέξανδρος Ίσαρης είναι επίσης πολύ γνωστός ζωγράφος και γραφίστας. Έχει παρουσιάσει ζωγραφική του σε οκτώ ατομικές και σε δώδεκα ομαδικές εκθέσεις. Από το 1978 ζει στην Αθήνα.

Άννα Καρτάλη: Ποιητής, μεταφραστής, πεζογράφος, ζωγράφος, γραφίστας και αρχιτέκτονας. Κύριε Ίσαρη είστε ένας άνθρωπος δημιουργικός και πολυπράγμων. Πώς προέκυψε η αγάπη σας για την κάθε τέχνη και ποια η ιστορία πίσω από αυτή.

Αλέξανδρος Ίσαρης: Κατ’ αρχάς δεν μου αρέσει η λέξη «πολυπράγμων». Πολυπράγμων είναι κάποιος που τσαλαβουτάει με μεγάλη ελαφρότητα σε διάφορες μορφές Τέχνης, ενώ εγώ είμαι το ακριβώς αντίθετο.΄Ο,τι και αν κάνω, το αντιμετωπίζω με μεγάλη σοβαρότητα και προσπαθώ να πετύχω ένα αποτέλεσμα που κρύβει πολύ μόχθο. Στόχος μου είναι πάντα να παραδίδω ένα άψογο καλλιτεχνικό προϊόν αφού έχω εξαντλήσει όλα τα εφόδια που διαθέτω. Σας αναφέρω μερικά παραδείγματα. Για τη μετάφραση του μοναδικού μυθιστορήματος του Ρίλκε που παρέδωσα πρόσφατα, αφιέρωσα τέσσερα χρόνια. Και για να ολοκληρώσω έναν πίνακα ζωγραφικής, εργάζομαι επί δύο, τρεις ή και τέσσερις μήνες. Προτιμώ τη λέξη «πολυτάλαντος». Είμαι ένας αναγεννησιακός άνθρωπος, γιατί έτσι γεννήθηκα. Αυτά ήταν τα DNA που κληρονόμησα από τους γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν ποδοσφαιριστής και διάβαζε μόνο εφημερίδες. Η μητέρα μου έπαιζε υπέροχα βιολί και μαντολίνο, διέθετε μια εξαίσια φωνή, και διάβαζε αχόρταγα ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Τη μορφή και το χαρακτήρα τα πήρα από τον πατέρα μου, και τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες από τη μητέρα μου.

Άννα: Ως ζωγράφος δείχνετε ιδιαίτερη προτίμηση στο μολύβι. Γιατί όχι στο λάδι ή στην τέμπερα;

Αλέξανδρος Ίσαρης: Παλιά ζωγράφιζα με μελάνια και αργότερα με λάδι. Τελικά κατέληξα στα χρωματιστά μολύβια, γιατί με αυτόν τον τρόπο αποδίδω τέλεια και την πιο μεγάλη λεπτομέρεια. Την τεχνική αυτή τη χρησιμοποιώ πάνω από είκοσι χρόνια και θα συνεχίσω να τη χρησιμοποιώ ως το τέλος της ζωής μου.

Αλέξανδρος Ίσαρης
Ο Αλέξανδρος Ίσαρης στη βιβλιοθήκη του σπιτιού του, από τη συνέντευξη του στην Άννα Καρτάλη για το Artic.gr – Photo: Vasilis Papavasileiou

Άννα: Ασχολείστε με την γραφιστική για βιοποριστικούς λόγους;  Πιστεύετε πως μειώνεται η έμπνευση των καλλιτεχνών που για βιοποριστικούς λόγους ασχολούνται με επαγγέλματα που δεν έχουν σχέση με τις τέχνες ή με αυτό τον τρόπο βρίσκουν τις ισορροπίες;

Αλέξανδρος Ίσαρης : Οταν το 1978 κατέβηκα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, αποφάσισα να εγκαταλείψω οριστικά την αρχιτεκτονική που ποτέ δεν αγάπησα και να αφιερωθώ στη ζωγραφική, στη λογοτεχνία και τη φωτογραφία.΄Εκλεισα μία γκαλερί και άρχισα να δουλεύω πυρετωδώς δέκα ώρες την ημέρα. Ετοίμασα τριάντα πίνακες με λάδια και δέκα μεγάλα σχέδια με μολύβι.΄Ομως στάθηκα πολύ άτυχος. Τα εγκαίνια της πρώτης μου έκθεσης στην Αθήνα, έγιναν πέντε ημέρες μετά τον μεγάλο σεισμό του 1981. Η γκαλερί ήταν γεμάτη ρωγμές, υπήρχε μεγάλη ανασφάλεια, ο κόσμος ήταν τρομοκρατημένος και πούλησα μόνο τέσσερα σχέδια. Ακολούθησε μία περίοδος μεγάλης φτώχειας και δυστυχίας.΄Αρχισα να κάνω μεταφράσεις, επιμέλειες βιβλίων, εικονογραφήσεις παιδικών βιβλίων και διορθώσεις κάθε είδους.΄Ενας εκδότης μου ζήτησε να του κάνω το εξώφυλλο ενός βιβλίου. Το εξώφυλλο άρεσε πολύ σε όλους. ΄Αρχισα να δέχομαι προτάσεις και από άλλους εκδοτικούς οίκους. Μέσα σε δύο χρόνια έγινα ένας περιζήτητος γραφίστας!΄Οταν άρχισα να συνεργάζομαι σταθερά με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τα οικονομικά μου βελτιώθηκαν αισθητά. Παράλληλα άρχισα να ζωγραφίζω πυρετωδώς, αλλά αυτή τη φορά με χρωματιστά μολύβια.. Η έμπνευσή μου δεν μειώθηκε, αλλά περιορίστηκε ο χρόνος που διέθετα για τη λογοτεχνία, τις μεταφράσεις και τη ζωγραφική. Πάντως ένιωθα πολύ περήφανος και δυνατός που μπόρεσα να ξανασταθώ στα πόδια μου, αν και αυτό μου στοίχισε πολλές επισκέψεις σε γιατρούς και νοσοκομεία…

 

Άννα: Έχετε κατοικήσει στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Γερμανία για μικρότερο διάστημα. Ποια πόλη από τις τρεις σας ενέπνευσε για περισσότερη δημιουργία;

Αλέξανδρος Ίσαρης : ΄Εχω ζήσει στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα.΄Εχω μείνει για μεγάλα διαστήματα στο Βερολίνο και στη Βιέννη. Η μόνη πόλη που με εμπνέει είναι η Αθήνα, μια πόλη πολύ ζωντανή, θορυβώδης, δύσκολη, προβληματική, άσχημη και μουντζουρωμένη, με περιοχές γύρω από την Ακρόπολη, το Θησείο και το Μοναστηράκι ανεπανάληπτης ομορφιάς. Εδώ στην Αθήνα δημιούργησα πολλά σημαντικά πράγματα. Αυτή η ανωνυμία και η αδιαφορία των ανθρώπων με βοηθούν να συγκεντρώνομαι στον εαυτό μου και στον κόσμο μου. ‘Αλλωστε η Αθήνα έχει υπέροχο κλίμα και το ωραιότερο φως του κόσμου!

 Άννα: Μετά από όλη αυτή τη δημιουργία και την προσφορά σας στην τέχνη, πείτε μας αν γυρνούσατε πίσω τον χρόνο, θα γράφατε και πάλι αυτά που γράψατε; Θα κάνατε κάποιο άλλο επάγγελμα; Θα αλλάζατε στίχους, λέξεις, πινελιές σε πίνακες, χρώμα στην ζωή σας;

Αλέξανδρος Ίσαρης : Νομίζω πως δεν θα άλλαζαν πολλά πράγματα.΄Ολα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Πιστεύω πολύ στο πεπρωμένο. Πιστεύω σ’ αυτό που είπε κάποτε ο μεγάλος Λατινοαμερικάνος συγγραφέας Ερνέστο Σάμπατο: » Μην είστε αθώοι! Τίποτα δεν είναι τυχαίο».

Αλέξανδρος Ίσαρης
Αλέξανδρος Ίσαρης

Άννα: Πού είστε πιο πιστός στην εικόνα ή τη γραφή; Στα σχήματα ή τα λόγια;

Αλέξανδρος Ίσαρης : Είμαι πιστός και στα δύο. Μόνο που επειδή οι λέξεις διαθέτουν τεράστια δύναμη, τις φοβάμαι πολύ.΄Οταν γράφω δικά μου κείμενα ή μεταφράζω κείμενα άλλων συγγραφέων (έχω μεταφέρει στα ελληνικά πάνω από τριάντα βιβλία), υποφέρω αφάνταστα. Νιώθω σαν να βαδίζω σε ένα τεράστιο ναρκοπέδιο. Ενώ τα χρώματα και τα σχήματα είναι περισσότερο αθώα. Η λογοτεχνία με κουράζει, ενώ η ζωγραφική με απογειώνει. Παρ’ όλ’ αυτά τις αγαπάω και τις δυο.

 Άννα: Πάμε και στην ποίηση.. Γιατί βάζετε στις πληγές το νύχι; Γιατί το ακάνθινο στεφάνι στα μαλλιά; Γιατί να χει πίκρα το φιλί;
Από το ποίημα “Πρέπει να βρω μια γλώσσα” και την συλλογή «Θα επιστρέψω φωτεινός» (Ποιήματα 1993-1999) (2000).

Αλέξανδρος Ίσαρης : Γιατί δεν μπορώ να ξεχάσω.΄Εζησα μια ζωή υπερβολικά περιπετειώδη και δύσκολη.΄Οποτε επιστρέφω στην πεδιάδα των αναμνήσεων είναι σαν να βάζω το νύχι στις πληγές..Στη ζωή μου υπήρξαν πολλές ασθένειες, προδοσίες, οικονομικές δυσκολίες, ανεκπλήρωτοι έρωτες, δυσλειτουργικές φιλίες…Δεν παραπονιέμαι. Το ότι όλα αυτά μετουσιώθηκαν τελικά σε Τέχνη, είναι πραγματική ευλογία.

Άννα: Λέτε στο ποίημα Άνυδρη καρέκλα:
Με κούρασε αυτή η άνυδρη καρέκλα. Κι έπειτα δίχως αγάπη τι να πεις;
Ακόμα και οι στίχοι μας μοιάζουν από πηλό. 
Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999) (2000). 

Η αγάπη δεν είναι ένας καλός λόγος να γράψει κάποιος; Γιατί κάποιοι αρνιούνται πως είναι ερωτικοί ποιητές; Για ποιο λόγο θεωρείται περιορισμός ο ερωτισμός; Δεν είναι και αυτός μεγάλο κομμάτι της ζωής και της έμπνευσης;

 Αλέξανδρος Ίσαρης : Η αγάπη και ο έρωτας καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο στα έργα μου. Καθώς και οι ματαιώσεις, οι διαψεύσεις, οι θάνατοι. Μια ζωή χωρίς αγάπη δεν είναι καν ζωή. Εγώ πρόσφερα απλόχερα την Αγάπη μου στους άλλους.΄Ομως έζησα και σε μεγάλες, σκοτεινές κάμαρες, όπου η αγάπη υπήρχε μόνο στα βιβλία. Αυτό που χαρακτηρίζει την ύπαρξή μου γενικά είναι η μοναξιά και η σιωπή.΄Όμως μέσα σ΄αυτή την αχανή ακινησία, μπόρεσα και δημιούργησα πολλά σημαντικά πράγματα.

Άννα: Ο χρόνος απαλύνει την επιθυμία ή απλά την λησμονά;

Αλέξανδρος Ίσαρης : Δυστυχώς η επιθυμία παραμένει σε όλη μας τη ζωή.΄Ομως οι περισσότερες ζωές είναι ένα μωσαϊκό ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Ευτυχώς με το χρόνο γινόμαστε πιο σοφοί, λιγότερο παρορμητικοί και περισσότερο επιφυλακτικοί.

Αλέξανδρος Ίσαρης
Αλέξανδρος Ίσαρης

Άννα: Ποιο της απόρριψης το χρώμα; Η μοναξιά σώζει από την απουσία;

Αλέξανδρος Ίσαρης: Η απόρριψη είναι μαύρη. Η μοναξιά δεν σώζει από την απουσία. Η μοναξιά σε έναν κοινό άνθρωπο οδηγεί στη απελπισία, στην αρρώστια και στο θάνατο.΄Ομως για έναν καλλιτέχνη είναι πηγή έμπνευσης. Θεωρώ τον εαυτό μου φοβερά προνομιούχο άτομο, γιατί μέσα από τη μοναξιά κι από την απουσία κατάφερα να δημιουργήσω τόση ομορφιά!

Άννα: Και πάμε στην συλλογή “Εγώ ένας ξένος, Κίχλη (2013)” . Nιώθετε ξένος; Οι άνθρωποι νιώθουμε παραγκωνισμένοι από τους γύρω μας ή μήπως είμαστε πρωτίστως παραγκωνισμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό;
Στην ίδια συλλογή λέτε: «Γλιστρώντας από πόρτα σε πόρτα / Ξόδεψα τον ήλιο και τον ουρανό / Και ποτέ κανένας δεν ρώτησε / Για τ’ όνομά μου»
Θέλετε να μας μιλήσετε για αυτούς τους υπέροχους στίχους;

Αλέξανδρος Ίσαρης: ΄Ενιωθα ξένος από πολύ παλιά.΄Ημουν ξένος ανάμεσα στα άλλα παιδιά, ανάμεσα στους συμφοιτητές μου, ανάμεσα στους φαντάρους, ανάμεσα στους συναδέλφους μου. Στη Ελλάδα νιώθω ξένος, σε μια παρέα νιώθω ξένος. Ακόμα και μετά το θάνατό μου θα είμαι ξένος ανάμεσα σε ξένους, γιατί θα με θάψουν στον Πύργο της Τήνου… Δεν νιώθω ξένος μόνο όταν δημιουργώ, όταν αγαπώ και αγαπιέμαι και όταν έρχομαι σε επαφή με τα έργα των μεγάλων δημιουργών, που με συντροφεύουν σε όλη μου τη ζωή.

Άννα: Για το τέλος της χρονιάς και μιας καινούργιας την αρχή, θα μας χαρίσετε μιαν ευχή ή ίσως έναν στίχο;

Αλέξανδρος Ίσαρης: Η ευχή μου είναι να μπορείτε να αντέχετε ό,τι και αν προκύψει στη ζωή σας. Καλή Χρονιά.

Η Τετη Σώλου στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι για το Artic.gr
Η Τετη Σώλου στη συνέντευξη της με την Άννα Καρτάλη - Artic.gr

Τέτη Σώλου, συγγραφέας, εικονογράφος, μεταφράστρια. Αν και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην νομική, αφοσιώθηκε σε αυτό που αγαπά περισσότερο, στα βιβλία, τα σκίτσα και τα παιδιά!
Από το 1988 έχει εικονογραφήσει πάνω από 150 βιβλία, λογοτεχνικά, μορφωτικά και ψυχαγωγικά, έχει κάνει καλλιτεχνική επιμέλεια σε βιβλία για παιδιά και ενήλικες, έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά φτιάχνοντας κόμικς και σελίδες για παιδιά, έχει φτιάξει επιτραπέζια παιχνίδια, αυτοκόλλητα, αφίσες και cd-rom.

Το 2002 δημιουργήθηκε ο εκδοτικός οίκος «μικρή Μίλητος» και ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια και την ευθύνη του δημιουργικού τμήματος του. Το 2006 δημιούργησε τις εκδόσεις Πορτοκάλι. Από το Πορτοκάλι κυκλοφόρησαν 19 βιβλία για παιδιά.  Το 2011 έφτιαξε τη «Γλυκιά ζωή», το πρώτο της λεύκωμα για ενήλικες, που αποτυπώνει τη ζωή στο Σουφλί τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και που κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου σε αριθμημένα αντίτυπα. Το 2012 έγραψε το πρώτο βιβλίο για μεγάλους, μία ιστορική μελέτη για την παλιά Θεσσαλονίκη, το βιβλίο «Θεσσαλονίκη-Μνημεία, μνήματα και μνήμες». Το 2013 ήταν η χρονιά που δημιουργήθηκε το Σκιτσογραφείο «Το τέλειο» και γεννήθηκε η Ιζόλα, το άλτερ έγκο που φτιάχνει καρτούν!
Τον Ιούνιο του 2014 εκδίδονται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό οι μεταφράσεις τριών ολοκληρωμένων έργων του Λευκάδιου Χερν! Το Κοττό, το Ιαπωνικό Μωσαϊκό, και το Καϊντάν. Ένα έργο σπουδαίο, για να γίνει γνωστός στην Ελλάδα, ο γεννημένος στην Λευκάδα Εθνικός Ποιητής της Ιαπωνίας, ο Λευκάδιος Χερν ή  με το Γιαπωνέζικο όνομα του ο Κοϊζούμι Γιακούμο.
Με την κυρία Σώλου συναντηθήκαμε στον ευχάριστο χώρο του βιβλιοπωλείου Λεμόνι στο Θησείο και η συζήτησή μας ήταν απολαυστική και εποικοδομητική!

Η Τετη Σώλου μαζί με την Άννα Καρτάλη
Η Τετη Σώλου μαζί με την Άννα Καρτάλη στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι – Artic.gr

Άννα: Κυρία Σώλου, γνωρίζουμε πως έχετε γράψει βιβλία για ενήλικες και βιβλία για νέους, έχετε ασχοληθεί με τα εκπαιδευτικά παιχνίδια, τις σπαζοκεφαλιές και τους γρίφους. Θα θέλατε να μας παρουσιάσετε το συγγραφικό σας έργο; Ποια η σχέση του με την φαντασία;

Τέτη Σώλου: Έχω γράψει και εικονογραφήσει 40 βιβλία για παιδιά. Είναι κόμικς, επιτραπέζια παιχνίδια και βιβλία με σπαζοκεφαλιές, κουίζ, σταυρόλεξα, τεστ γνώσεων και πολλές άλλες δραστηριότητες. Τα βιβλία μου για μεγάλους είναι ιστορικές έρευνες και καταγραφές. «Η ιστορία με τη σιωπή ή παραχαράσσεται ή παραγράφεται προς μεγάλη ζημιά του τόπου», είχε πει κάποιος και ερευνώντας ανακάλυψα πόσο σοφός ήταν ο λόγος που είπε.  Ίσως θα έλεγε κανείς πως εδώ δεν έχει θέση η φαντασία. Η φαντασία θα σε κάνει να εμπνευστείς το θέμα, τον τρόπο προσέγγισης, τη μέθοδο και θα δώσει τη θέση της και στην έρευνα και σε όσα έπονται.

Άννα: Το εκπαιδευτικό παιχνίδι αναπτύσσει τη δημιουργική σκέψη των παιδιών και την ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Μιλήστε μας για τα οφέλη του.

Τέτη Σώλου: Το παιχνίδι είναι ένας πολύ καλός και ψυχαγωγικός τρόπος για να μάθει κανείς και ακόμα καλύτερος για να συγκρατήσει, αφομοιώσει, εμπλουτίσει και αξιοποιήσει αυτά που έμαθε. Βοηθάει να ανακαλύψεις δεξιότητες, να τις χρησιμοποιήσεις, θεμελιώνει αυτοπεποίθηση, ανοίγει δρόμους στη φαντασία, αναπτύσσει την κρίση, σε βοηθάει να γνωρίσεις τα πλαίσια και τους τρόπους που σπάνε. Ένας ολόκληρος κόσμος. Σαν δημιουργός αυτών των βιβλίων είχα εφόδια τη φαντασία, την περιέργεια, το χιούμορ, τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, το υποδεκάμετρο, τα μαθηματικά… Δύσκολα φαντάζεται κανείς την έρευνα που έχει προηγηθεί και τον αυστηρό σχεδιασμό που υπάρχει για την δημιουργία των παιχνιδιών.

Άννα: Ας πάμε και στην εικονογράφηση. Ποιος ο ρόλος της στην ολοκλήρωση ενός βιβλίου. Πείτε μας λίγα λόγια για την τέχνη της.

εικονογράφησηΤέτη Σώλου: Η εικονογράφηση κάνει το βιβλίο ένα περιβάλλον ευχάριστο στο μικρό αναγνώστη. Μιλάω για την εικονογράφηση παιδικού βιβλίου, γιατί στην εικονογράφηση για ενήλικο κοινό το πράγμα είναι διαφορετικό, κι αν δεν υπήρχαν τα κόμικς, θα ήταν μάλλον ανύπαρκτο. Η εικονογράφηση δίνει μορφή στο κείμενο, το περιγράφει, το σχολιάζει, προσθέτει τη διάσταση που λείπει, ζωντανεύει τους χαρακτήρες δημιουργώντας αναγνωρίσιμους ήρωες και χτίζει έναν μικρόκοσμο για να τον εξερευνήσει ο αναγνώστης και μέσα από αυτόν να διεισδύσει στο κείμενο. Δίνει μια μορφή οργάνωσης και ανάγνωσης, που ταιριάζει στην εποχή και στον αναγνώστη. Όσο πιο ενδιαφέρων και οικείος γίνει αυτός ο μικρόκοσμος, όσο περισσότερη ελευθερία και διεξόδους δίνει, τόσο το καλύτερο για το βιβλίο και για τον αναγνώστη. Ο εικονογράφος σε τούτο μοιάζει με τον ζωγράφο: δεν ψάχνει να εκφραστεί, αλλά να εκφράσει. Βασικό εργαλείο για τον εικονογράφο είναι το καλό κείμενο, και γνώρισμα του καλογραμμένου κειμένου είναι η ελευθερία που αφήνει στην εικόνα. 

Άννα: Υπάρχουν σήμερα «καλά κείμενα»; Φαντάζομαι ένα «καλό κείμενο» αποτελεί έμπνευση για τους εικονογράφους.

Τέτη Σώλου:
 Παρ’ όλο που η μεγάλη παραγωγή βιβλίων που είχαμε τα τελευταία χρόνια θα μας οδηγούσε στη σκέψη ότι υπάρχει αφθονία καλών κειμένων, στις μέρες μας η γενική διαπίστωση ότι «βγήκε και πολλή σαβούρα» μάς φέρνει μπροστά στη δυσάρεστη πραγματικότητα ότι τα καλά κείμενα, που έγιναν καλά λογοτεχνικά βιβλία, ήταν λίγα. Το λέω και το ξαναλέω, ο καημός του εικονογράφου είναι το καλό κείμενο. Αυτό γίνεται και πηγή έμπνευσης και εργαλείο. Θεωρώ ότι είναι πολύ σπουδαίο να δημιουργήσει ο εικονογράφος στενή σχέση με τον κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά. Να τον γνωρίσει καλά και να τον κάνει δικό του άνθρωπο, για να μπορέσει να τον περιγράψει και να αποδώσει κινήσεις, συναισθήματα και ατμόσφαιρα.

Άννα:  Και όταν έρθει η ώρα της δημιουργίας, ποιον ρόλο ενστερνίζεστε; Δημιουργείτε ως παιδί ή ως ενήλικος;

 Τέτη Σώλου: Όταν φτιάχνω ένα βιβλίο, μπαίνω στη θέση του αναγνώστη, δηλαδή του παιδιού που ζει στον ακατανόητο κόσμο των μεγάλων, οι οποίοι με διάφορους τρόπους δυσκολεύουν τη ζωή. Είναι πολύ σοβαρή υπόθεση να μιλάς στα παιδιά, γιατί τα παιδιά καταλαβαίνουν με την καρδιά. Τους αρέσουν τα ξεκάθαρα πράγματα, τα έντονα συναισθήματα και οι μικρές… παρανομίες. Και στον εικονογράφο το ίδιο.

Άννα: Μιλήστε μας για την «γέννηση» του  «Σκιτσογραφείου το Τέλειο». Πώς γεννήθηκε αυτό το alter ego εν μέσω της κρίσης; Ποια είναι η Ιζόλα;

 izolaΤέτη Σώλου: Στην κρίση που περνάει το βιβλίο, και που δεν είναι μόνο οικονομική, βαραίνει ο εκφυλισμός των αξιών, η παρατεινόμενη σιγή των πνευματικών ανθρώπων και η αμηχανία των δημιουργών. Βαρυχειμωνιά! «Την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις» διάβασα σ’ έναν τοίχο. Έτσι δημιουργήθηκε το «Σκιτσογραφείο Το τέλειο» και η Ιζόλα. Από τη βαθιά και ακλόνητη πεποίθηση ότι ο μόνος τρόπος να αντισταθείς στη βαρυχειμωνιά, σ’ αυτήν την καινούργια κατοχή που γκρεμίζει και αφανίζει, είναι να κάνεις δημιουργικά πράγματα.

Η Ιζόλα δεν είναι άνθρωπος. Είναι το άλτερ έγκο μου σε καρτούν. Γι’ αυτό και δηλώνει: «Ό,τι είναι η Σώλου για το παιδικό είμαι εγώ για το άλλο». Είναι έξυπνη, εξωστρεφής, μάλλον ανεύθυνη, δημιουργική, αφάνταστα παραγωγική, έχει φίλους, στέκια και φλερτ. Μέσα σ’ έναν χρόνο από τη δημιουργία της έχει φτιάξει κόμικς, καρτούν, γελοιογραφίες, φανζίν, δημοσίευε στην Ελευθεροτυπία, πήρε μέρος στο Comicdom κι έκανε ατομική έκθεση.

Άννα: Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση. Κι όχι μια απλή μετάφραση. Μια εξαιρετική μετάφραση ενός Έλληνα και ταυτόχρονα εθνικού ποιητή της Ιαπωνίας. Πώς προέκυψε ο σταθμός « Λευκάδιος Χερν» στην ζωή σας.

Τέτη Σώλου: Ο Χερν προέκυψε κεραυνοβόλα όπως ο κεραυνοβόλος έρωτας. Πριν από το 2006 δεν τον γνώριζα. Βρέθηκα μπροστά σ’ ένα κείμενό του κι αντί να το διαβάσω, άρχισα να το μεταφράζω. Από τότε έχω μεταφράσει τα τρία μεγάλα έργα του «Κοττό», «Ιαπωνικό Μωσαϊκό» και «Καϊντάν» που έχουν κυκλοφόρησαν φέτος, τα Ιαπωνικά Παραμύθια, αποσπάσματα έργων του διαφόρων περιόδων και συνεχίζω με τη μετάφραση του Shadowings.

Άννα:  Είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται ολοκληρωμένα έργα του Λευκάδου Χερν στα ελληνικά. Μιλήστε μας για την σημαντικότητα αυτών των εκδόσεων. 

Ιαπωνικό ΜωσαϊκόΤέτη Σώλου: Ενώ οι Έλληνες εκδότες είχαν επιφυλάξεις ως προς την εμπορική επιτυχία των έργων του Χερν, το Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς με όραμα να φτάσει το έργο του Λευκάδιου σε ευρύτερο ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό, ως τους Έλληνες της Διασποράς, προχώρησε στην έκδοση τριών μεγάλων έργων, φέτος που συμπληρώνονται 110 χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα και 150 χρόνια από την ένωση των Ιόνιων νησιών με την Ελλάδα.

Το «Κοττό, το «Ιαπωνικό Μωσαϊκό» και το «Καϊντάν» εκδόθηκαν ολοκληρωμένα, όπως ακριβώς τα έγραψε ο Λευκάδιος, σε μορφή έκδοσης που είχε εγκρίνει ο ίδιος και μεταφέρουν το αγγλικό κείμενο στην ελληνική γλώσσα δίνοντας στον συγγραφέα τους φθόγγους της μητρικής του γλώσσας ύστερα από έναν αιώνα.

Ο δισέγγονος του Λευκάδιου Χερν, Μπον Κοϊζούμι, τίμησε την πρωτοβουλία γράφοντας πρόλογο – για πρώτη φορά σε ελληνική έκδοση των έργων του προπάππου του. Εξίσου τιμητικό είναι ότι τα τρία έργα εκτίθενται στο «Ιστορικό Κέντρο Λευκάδιος Χερν» που εγκαινιάστηκε φέτος στη Λευκάδα, δωρεά της οικογένειας Κοϊζούμι και κατάθεση σεβασμού και αγάπης στο πνεύμα του συγγραφέα.

Για την πραγματοποίηση της έκδοσης και για μένα προσωπικά ήταν πολύ σημαντική η προσφορά του συλλέκτη Τάκη Ευσταθίου, που μου παραχώρησε πρόσβαση στο πλούσιο αρχείο του και άφθονες πληροφορίες, η στήριξη της οικογένειας Κοϊζούμι και του George C. Poulos υπεύθυνου του Ταμείου Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, τους οποίους θα ήθελα και δημόσια να ευχαριστήσω.

Άννα:  Και τα τρία βιβλία του Χερν που μεταφράσατε αφηγούνται παραδοσιακές ιστορίες, περιγράφουν με εξαιρετική λεπτομέρεια τα ήθη και έθιμα της Ιαπωνίας, μας μεταφέρουν στοχασμούς, θρύλους, δοξασίες των απλών ανθρώπων. Μέσα στο έργα του Χερν υπάρχει όλη η Ιαπωνική παράδοση! Έργο θαυμάσιο για την εποχή που περιγράφει. Αυτό αγάπησαν οι Ιάπωνες στον Χέρν, το ότι ένας «ξένος» ελκύστηκε από την χώρα τους και έγινε ένα με αυτούς; 

Τέτη Σώλου: Ο Λευκάδιος Χερν έχει τη σπάνια ικανότητα όχι απλώς να παρατηρεί, αλλά και να εισχωρεί στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων των διάφορων πολιτισμών και να αντιλαμβάνεται τον τρόπο σκέψης τους. Δεν έχει προκαταλήψεις και δεν κάνει διακρίσεις και αντιλαμβάνεται με ευαισθησία τη διαφορετικότητα. Υπήρξε πολυπολιτισμικός και πολίτης του κόσμου, πριν αυτές οι έννοιες γίνουν του συρμού.Έγραψε για την Ιαπωνία με ευαισθησία και αγάπη. Όπως σημειώνει ο Roger Pulvers «Ήταν δύσκολο για τους Ιάπωνες ν’ αντισταθούν σε τέτοια κατάφωρη λατρεία, έτσι όπως ήταν εστιασμένη στην απόλυτη μοναδικότητά τους». Ως δάσκαλος της αγγλικής γλώσσας στην Ιαπωνία προέτρεπε τους μαθητές του να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους μέσα από τη γνώση της παράδοσής τους.

Ο Λευκάδιος Χερν αγαπούσε κάθε τι παλιό. Οι παλιές πεποιθήσεις που κληροδοτήθηκαν μέσα από τους αιώνες, οι παλιοί ναοί που καθαγιάστηκαν από γενιές γενεών και τα παλιά συναισθήματα που καθόρισαν τη ζωή των ανθρώπων ασκούσαν επάνω του μεγάλη έλξη. Καταγράφοντας με τη λεπτότητα και διεισδυτικότητα που τον χαρακτήριζαν τις απόκοσμες ιστορίες της βουδιστικής παράδοσης απεικόνισε τον Ιάπωνα βουδιστή με τις δοξασίες και τις δεισιδαιμονίες του, ζωγράφισε την επίδραση που είχε ο βουδισμός στην καθημερινή ζωή. Διέσωσε παιδικά ιαπωνικά τραγούδια που δεν είχαν πριν απ’ αυτόν καταγραφεί. Διέσωσε την παράδοση της Ιαπωνίας και έφτιαξε γέφυρα ανάμεσα στον Ιάπωνα και τη Δύση.

Άννα:  Τι είναι για εσάς ο Λευκάδιος Χερν;

Τέτη Σώλου: Ένα ελεύθερο μυαλό, πνεύμα διεισδυτικό, αδάμαστο όραμα, ακαταπόνητη εργατικότητα και λυτρωτική δημιουργικότητα.

Λευκάδιος ΧερνΚανένα εμπόδιο δεν στάθηκε ούτε ανυπέρβλητο ούτε και δυνατότερο από το όραμά του. Αντιμετώπισε μεγάλα εμπόδια, ικανά να καταβάλλουν και να περιθωριοποιήσουν τον άνθρωπο. Η ορφάνια, ενώ είχε και τους δύο γονείς του, η δυσμορφία που τον σημάδεψε στην εφηβεία, η μοναξιά, η προδοσία, η απώλεια της πατρικής περιουσίας και τα επακόλουθά της: η φτώχεια, η πείνα και η εξαθλίωση που ήρθαν και στοιβάχτηκαν πάνω στα τραύματα της παιδικής του ηλικίας. Ποια τεράστια ψυχική δύναμη είχε μέσα του αυτός ο άνθρωπος! Από πού την αντλούσε, πώς την τροφοδοτούσε;

Μέσα από τον Χερν γνωρίζω την ιαπωνική ψυχή, μια ψυχή που θα μείνει για πάντα άγνωστη σ’ εμάς, τον πολιτισμό και την καλλιέργεια ανθρώπων που ήδη από την εποχή του Χερν είχαν γίνει σκόνη, για να σχηματίσουν άλλους γαλαξίες που δεν έχουν φτιαχτεί ακόμα, όπως θα ’λεγε και ο ίδιος. Πανανθρώπινες αξίες, ήθος και σεβασμό που ανακαλύπτει και αναδεικνύει το ηθικό εύρος του Χερν διαλύοντας προκαταλήψεις, ενοχές, φόβους και στεγανά. Ψηλαφώ την προσέγγιση και την φιλοσοφία ενός αγνωστικιστή, όπως ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του, για τον οποίο η ζωή είναι μία και χωράει το ίδιο μέσα σε μια δροσοσταλίδα ή σε ολόκληρο το σύμπαν, και ο θάνατος δεν είναι απώλεια. Ενός αγνωστικιστή που χαρακτηρίζεται από σέβας, σημάδι «της σίγουρης, τρανής ψυχής», όπως θα έλεγε ο Καζαντζάκης.

Από τη ζωή και το έργο του οικουμενικού συγγραφέα, ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να αντλήσει πρότυπα, μαθήματα και λύσεις.

Άννα:  Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο στον συγγραφικό τομέα; Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το νέο σας πόνημα;

Τέτη Σώλου: Είναι υπό έκδοση το βιβλίο μου για την παλιά, πολύχρωμη και πολύγλωσση Θεσσαλονίκη, που είναι ιστορικό, καθώς και ένα παιδικό βιβλίο που έχω εικονογραφήσει και που θα κυκλοφορήσει στο εξωτερικό. Ελπίζω και στην Ελλάδα μεταφρασμένο.