Συνεντεύξεις

Ακριβή Κόλλια
Ακριβή Κόλλια

Η Ακριβή Κόλλια είναι ένας από τους ανθρώπους του κινηματογραφικού χώρου που μας γεμίζουν ειλικρινή και αστείρευτη έμπνευση. Με σπουδές στο Θέατρο, αλλά και στις Ψηφιακές Μορφές Τέχνης και μετέπειτα στα Στοιχεία Θεατρικότητας στον Κινηματογράφο, έχει καταφέρει πολλά και σε ιδιαίτερα νεαρή ηλικία. Έχει στο βιογραφικό της ως σκηνοθέτιδα 8 ταινίες μικρού μήκους, από το 2010!
Προσφάτως, μάλιστα, τιμήθηκε με το Βραβείο καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας για την μικρού μήκους ταινία της «Πολιορκία» (блокада) στην Αγία Πετρούπολη. Η ταινία επιχειρεί έναν συσχετισμό ανάμεσα στη Ρωσία την περίοδο της πολιορκίας του Leningrad και στην Ελλάδα των καιρών μας. Ένας άστεγος μεσήλικας, στην σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης, βιώνει τον αποκλεισμό λόγω της οικονομικής πολιορκίας της χώρας. Με αφορμή την ανάγνωση ενός ιστορικού άρθρου, βυθίζεται σε ένα παράξενο όνειρο που τον μεταφέρει στο πολιορκημένο Leningrad, στα 1942. Εκεί ταυτίζεται με τις απέλπιδες προσπάθειες των κατοίκων για επιβίωση.

Ακριβή Κόλλια πολιορκία
Η αφίσα της ταινίας «Πολιορκία»

Το Artic.gr εξασφάλισε για εσάς μια συνέντευξη της Ακριβής Κόλλια, η οποία μας μίλησε με ευδιάκριτη την αγάπη και το πάθος της για αυτό που κάνει. Την ευχαριστούμε πολύ και της ευχόμαστε ό, τι καλύτερο!

Μαργαρίτα: Στην τόσο δύσκολη εποχή που διανύουμε, δημιουργήσατε την «Πολιορκία», η οποία διακρίθηκε στην Αγία Πετρούπολη. Τι θεωρείς ότι συνέβαλε περισσότερο σε αυτή την επιτυχία;

Ακριβή Κόλλια: Νομίζω ότι η έλλειψη τεχνικών μέσων λειτούργησε υπέρ αυτής της ταινίας. Δε θα ήθελα άλλωστε να δω αυτήν την πλοκή αποτυπωμένη σε μια αψεγάδιαστη εικόνα, θα ήταν σαν να την ειρωνεύομαι. Γύρισα τη ταινία με φίλους, που ήρθαν με όλη τους τη διάθεση και θέληση να βοηθήσουν και με υλικά μέσα που βρήκαμε ή δανειστήκαμε. Ασφαλώς αυτό δε φαντάζει ιδανική παραγωγή ταινίας, μάλλον το αντίθετο, όμως σε αυτή τη περίπτωση η ατμόσφαιρα που πλαισίωνε τα γυρίσματα της ταινίας αποτυπώθηκε και ανέδειξε το θέμα της. Θα μπορούσα να πω λοιπόν τώρα, παίρνοντας την απόσταση μου, πως σκέφτομαι πολύ θετικά την περίοδο των γυρισμάτων και χαίρομαι που έγιναν έτσι.

Μαργαρίτα: Ποια ήταν η πρώτη σου αντίδραση όταν ενημερώθηκες για τη διάκριση της ταινίας «Πολιορκία» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου ταινιών μικρού μήκους της Αγίας Πετρούπολης;

Ακριβή Κόλλια: Οι εκπρόσωποι του φεστιβάλ που επικοινώνησα αρχικά εκεί ήταν τόσο ανοιχτοί με το να τους στείλω την ταινία, που για να πω την αλήθεια δεν περίμενα πως θα την δουν ανάμεσα σε τόσες συμμέτοχες. Όταν λοιπόν με ενημέρωσαν για τη διάκριση νόμιζα πως κάτι δε κατάλαβα σωστά. Το συνειδητοποίησα, αφού μου μετέφρασε το επίσημο κείμενο που μου έστειλαν, από τη ρωσική γλώσσα στα ελληνικά, η φίλη μου Ευγενία Κουσμίνα, η οποία παίζει την κοπέλα που πεθαίνει στη ταινία. Προφανώς και ένιωσα δικαίωση για μένα και για τους συνεργάτες μου.

Ακριβή Κόλλια Πολιορκία
Still από την «Πολιορκία»

Μαργαρίτα: Στην «Πολιορκία» δημιουργείς μία ιδιαίτερα τολμηρή σύνδεση ανάμεσα στη Ρωσία την περίοδο της πολιορκίας του Λένινγκραντ και στην Ελλάδα στις μέρες μας. Θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο αναφορικά με αυτό.

Ακριβή Κόλλια: Μέσω μιας συμβολικής προσέγγισης της πλοκής του σεναρίου, θα μπορούσα να πω, πως πολλοί προσπαθούν σήμερα να «φάνε» τους διπλανούς τους για να επιβιώσουν. Τα κίνητρα μάλιστα θα μπορούσαν να είναι τόσο αγνά, όπως η προσπάθεια μιας μητέρας να ταΐσει τα παιδιά της. Ασφαλώς όμως, η περίοδος της πολιορκίας του Λένινγκραντ δεν μπορεί να συγκριθεί με την Ελλάδα του σήμερα, καθώς εκεί επιβίωναν όλοι σε παρόμοιες συνθήκες. Εδώ δεν βρισκόμαστε όλοι, ακόμα τουλάχιστον, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Για αυτό η σύνδεση της Ελλάδας του σήμερα με το Λένινγκραντ την περίοδο της πολιορκίας, γίνεται μέσω ενός μοναδικού ήρωα, σε συνειρμικό επίπεδο. Ένας άνθρωπος που τα έχει χάσει όλα, στις συνθήκες που ζούμε τα τελευταία χρόνια, διαβάζοντας ένα κείμενο για τα χρόνια της πολιορκίας, μεταφέρεται σε κατάσταση παραισθήσεων, λόγω της πείνας, στο Λένινγκραντ και παρακολουθεί μια σκηνή ανθρωποφαγίας. Ο ήρωας ξυπνάει, σαν από εφιάλτη ανάμεσα σε βομβαρδισμούς. Δεν έχει διαπράξει κανένα κακό, ούτε μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι, καθώς η πραγματικότητα που παρακολούθησε δεν μπορούσε να τον αγγίξει, ούτε εκείνος να δράσει μέσα σε αυτήν. Ήταν εξωτερικός παρατηρητής αυτής της σκηνής, όπως και ο θεατής της ταινίας, όμως το ερώτημα έχει γεννηθεί. Ως πού θα ήταν ικανός να φτάσει σε μια αντίστοιχη κατάσταση;

Ακριβή Κόλλια Πολιορκία 1
«Ένας άνθρωπος που τα έχει χάσει όλα, στις συνθήκες που ζούμε τα τελευταία χρόνια, διαβάζοντας ένα κείμενο για τα χρόνια της πολιορκίας, μεταφέρεται σε κατάσταση παραισθήσεων, λόγω της πείνας, στο Λένινγκραντ και παρακολουθεί μια σκηνή ανθρωποφαγίας.»

Μαργαρίτα: Πώς ένιωσες τον παλμό των ανθρώπων στην Αγία Πετρούπολη σε σχέση με την «Πολιορκία»;

Ακριβή Κόλλια: Νομίζω το να επιλέξουν την «Πολιορκία» για το βραβείο της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, με ένα θέμα μάλιστα που αποτελεί ταμπού ακόμα και σήμερα, όπως με έχουν πληροφορήσει κάποιοι φίλοι που ζουν στη Ρωσία, δείχνει πως έχουν στραμμένα τα βλέμματα προς την Ελλάδα με μια υποστηρικτική στάση. Έλαβα πολύ θετικά σχόλια για την ταινία πράγμα που με χαροποίησε έντονα φυσικά.

Ακριβή Κόλλια Πολιορκία 2
«Πολιορκία» (блокада)

Μαργαρίτα: Παρά τις δυσκολίες, έχεις επιλέξει να δημιουργείς τέχνη στην Ελλάδα. Αν εμφανιζόταν η ευκαιρία, θα έφευγες στο εξωτερικό;

Ακριβή Κόλλια: Δεν έχω κάνει ακόμα όσα θα ήθελα εδώ. Είμαι ακόμα στην αρχή και τα επόμενα μου βήματα, θα ήθελα να είναι δίπλα σε αυτούς που με βοήθησαν και με υποστήριξαν μέχρι τώρα. Το να φύγω εκτός Ελλάδας δεν είναι στα άμεσα τουλάχιστον σχέδια μου. Θέλω να δω μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε δημιουργώντας εδώ. Έπειτα νομίζω πως ο ελληνικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια έχει αποδείξει πως μπορεί να πετύχει πολλά.

Ακριβή Κόλλια Πολιορκία 3
Η Πολιορκία βραβεύθηκε ως η καλύτερη ξενόγλωσση ταινία στην Αγία Πετρούπολη

Μαργαρίτα: Έχεις στο μυαλό σου να σκηνοθετήσεις κάποια ταινία μεγάλου μήκους;

Ακριβή Κόλλια: Ήδη προετοιμάζω τα θεμέλια για να μπορέσω να χτίσω τη πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία, η οποία αποτελεί τη συνέχεια της τελευταίας μου μικρού μήκους «Μαθήματα εμπιστοσύνης». Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτό το σενάριο, το οποίο περιστρέφεται γύρω από ιδέες όπως η ελευθερία και τα όρια μέσα σε μια κοινωνικά στερεοτυπική ερωτική σχέση, η ηδονή μέσω της οδύνης, η φαντασίωση και η εφαρμογή της στη πραγματικότητα. Πολλές φορές η φαντασίωση είναι αυτοσκοπός και η εφαρμογή της δημιουργεί τρόμο. Ψάχνω τα όρια και σίγουρα αυτή η ταινία θα τα ξεπεράσει σημαντικά και σε επίπεδο σεναρίου αλλά και δομής. Κάτι επίσης που έχει σημαντικό χώρο στη σκέψη μου είναι η συνειδητή αποδοχή του ενός συντρόφου από τον άλλο, όταν καταφέρει να γνωρίσει όλα τα πρόσωπα που συγκροτούν τη προσωπικότητα του. Δουλεύω αυτή τη ταινία εδώ και χρόνια και πιστεύω πως θα βρει κάπως την ανάσα της να ζήσει.
Παράλληλα γράφω με δύο εξαιρετικά έξυπνους και εύστοχους φίλους και συνεργάτες, αλλά δύο σενάρια για μεγάλου μήκους ταινίες, όπου το καθένα με γοητεύει έντονα με τον δικό του τρόπο και δυναμική.
Πιστεύω πολύ σε ό,τι δουλεύω οπότε με κάποιο τρόπο θα γίνει.

Ακριβή Κόλλια Πολιορκία 4
«Μέσω μιας συμβολικής προσέγγισης της πλοκής του σεναρίου, θα μπορούσα να πω, πως πολλοί προσπαθούν σήμερα να «φάνε» τους διπλανούς τους για να επιβιώσουν.»

Μαργαρίτα: Πολλοί νέοι έχουν ως όνειρο να εκφραστούν μέσω της τέχνης στην Ελλάδα, διστάζουν όμως λόγω των συνθηκών. Έχεις κάποια συμβουλή προς αυτούς;

Ακριβή Κόλλια: Οι συνθήκες δημιουργούνται όταν ο στόχος είναι δυνατός μέσα μας. Η ανάγκη να δεις τις εικόνες που είχες στο νου σου, είναι πιο ισχυρή απέναντι σε κάθε εμπόδιο. Εμείς φτιάχνουμε τα μέσα και όχι εκείνα εμάς. Αν συνέβαινε το αντίθετο δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εκφραστούμε γιατί θα είχαμε όλη ένα ίδιο αναμασώμενο και στερεοτυπικό αποτέλεσμα. Το ζητούμενο είναι να πεις τη προσωπική σου αλήθεια με τον δικό σου τρόπο. Έτσι κι αλλιώς όλοι οι άνθρωποι έχουμε παρόμοιες ιδέες στο νου μας, άλλες περισσότερο καλλιεργημένες και άλλες λιγότερο. Όταν λοιπόν θέλεις να πεις την προσωπική σου σκέψη για την αλήθεια σου σίγουρα θα υπάρξει ένας που θα την κατανοήσει απόλυτα και θα συγκινηθεί που μοιάζει με τη δική του. Τότε έχεις κερδίσει.

Ακριβή Κόλλια
Η Ακριβή Κόλλια

Δείτε την ταινία «Πολιορκία»

Ευχαριστούμε πολύ την Ακριβή Κόλλια για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, της ευχόμαστε κάθε επιτυχία!

Alexandre O. Philippe
Η συνέντευξη του σκηνοθέτη Alexandre O. Philippe στο Artic.gr

O Alexandre O. Philippe είναι ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ 78/52. Στην συνέντευξη που μας παραχώρησε στο 19ο ΦΝΘ μιλάει για το σχέση του με το σινεμά και τον θαυμασμό του για τον Alfred Hitchcock. Η παρακάτω συζήτηση ακολουθεί μια διαδρομή που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Από την πρώτη μικρού μήκους του σκηνοθέτη μέχρι τις απόψεις του για το σύγχρονο σινεμά και το Star Wars.

Μαίρη: Αρχικά θα ήθελα να σε ρωτήσω πότε αποφάσισες να γίνεις κινηματογραφιστής και γιατί.

Alexandre O. Philippe: Αυτό ήταν κάτι που ήρθε με τον καιρό. Αρχικά ήθελα να γίνω συγγραφέας και έγραφα θεατρικά έργα. Έπειτα πήγα σε ένα κολλέγιο στη Νέα Υόρκη όπου έπρεπε να γράφω και σενάρια. Εκεί βασικά αποφάσισα ότι ήθελα να ξεκινήσω να γυρίζω τις δικές μου ταινίες, γιατί αν και επέλεγαν το σενάριό μου δεν έφτανε ποτέ στο στάδιο της παραγωγής. Από αντίδραση αποφάσισα να γίνω σκηνοθέτης. Έκανα μια μικρού μήκους ταινία με μηδαμινό budget. Την έστειλα σε φεστιβάλ και τράβηξε αρκετή προσοχή. Βρέθηκαν παραγωγοί που ενδιαφέρονταν να χρηματοδοτήσουν την επόμενη ταινία μου. Είναι λοιπόν κάτι που συνέβη σταδιακά και τώρα κάνω ντοκιμαντέρ επί 12 χρόνια.

Μαίρη: Ποιο ήταν το θέμα της πρώτης σου ταινίας;

Alexandre O. Philippe: (γέλια) Μια πολύ παράξενη ιστορία από το Κολοράντο –ζούσα στο Κολοράντο τότε. Ήταν για μια κότα το 1945 που ζούσε χωρίς κεφάλι. Ο κτηνοτρόφος παρατήρησε ότι παρόλο που της είχε κόψει το κεφάλι, αυτή επιβίωσε. Συνέχισε να ζει επί 18 μήνες και έγινε διάσημη. Προσέλαβε μέχρι και ατζέντη. Στην πραγματικότητα υπάρχει ένα φεστιβάλ στο Κολοράντο όπου γιορτάζουν την ακέφαλη κότα. Μου φάνηκε ενδιαφέρον και αστείο θέμα και τελικά κατέληξα να κάνω ντοκιμαντέρ μιας ώρας για αυτό.

Μαίρη: (γέλια) Και πώς από τις κότες κατέληξες στον Hitchcock; Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ για τη συγκεκριμένη σκηνή;

Alexandre O. Philippe: Ο Hitchcock ήταν ανέκαθεν μια τεράστια πηγή έμπνευσης για μένα. Δεν ήμουν ούτε 10 χρονών όταν ξεκίνησα να βλέπω και να μελετώ τις ταινίες του. Από τεχνική άποψη θεωρώ ότι είναι ο απόλυτος στρατηγικός σκηνοθέτης. Όλα όσα συμβαίνουν στη ταινία (σ.σ. Ψυχώ) είναι πολύ ακριβή και προμελετημένα. Πάντα ήθελα να κάνω μια ταινία για τον Hitchcock και η σκηνή στο ντους ήταν η προφανής επιλογή. Ένιωθα ότι πρέπει να έχει μια κινηματογραφική αντιμετώπιση, γιατί είναι τα 2 πιο σπουδαία λεπτά στην ιστορία του κινηματογράφου. Ταυτόχρονα όμως ήταν πολύ δύσκολο. Έπρεπε να παρακολουθώ 20 φορές τη μέρα μια γυναίκα να σφάζεται στο μπάνιο. Ήταν μέρες που έπαιρνα ρεπό γιατί δεν άντεχα άλλο. Το εκπληκτικό είναι ότι νιώθω ότι υπάρχουν πολλά που δεν έχω ανακαλύψει ακόμα για αυτή τη σκηνή.

Μαίρη: Το Ψυχώ ήταν η πρώτη ταινία του Hitchcock που είδες;

Alexandre O. Philippe: Δεν θυμάμαι καν ποια ήταν η πρώτη ταινία του Hitchcock που είδα. Νιώθω ότι τουλάχιστον οι κλασσικές ταινίες του ήταν πάντα μέρος της ζωής μου. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θυμούνται πότε είδαν για πρώτη φορά το Ψυχώ. Εγώ δεν έχω αυτή την ανάμνηση και αυτό είναι κάπως θλιβερό. Μπορώ να ανακαλέσω ότι είχα μια εμμονή με το Vertigo, το Rear Window, το Shadow of a Doubt…υπάρχουν τόσες πολλές, η λίστα είναι ατελείωτη.

Η αφίσα της ταινίας του Alexandre O. Philippe 78/52
78/52 του Alexandre O. Philippe

Μαίρη: Συνάντησες δυσκολίες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;

Alexandre O. Philippe: Ήταν δύσκολο να πείσεις τον κόσμο ότι μπορείς να κάνεις μια ταινία για μια σκηνή. Πολλοί από τους διανομείς είπαν ότι σαν ιδέα ακούγεται καλό, αλλά θα περιμένουν μέχρι να δουν το τελικό αποτέλεσμα για να επενδύσουν στη ταινία. Για μας δεν ήταν εύκολο, διότι χρειαζόμασταν την επένδυση για να τη γυρίσουμε. Ήταν πολύ υψηλά τα έξοδα για αυτό το ντοκιμαντέρ. Τα καλά νέα είναι ότι τα καταφέραμε. Όταν κάναμε πρεμιέρα στο Sundance Film Festival η ταινία πήγε τέλεια και την πουλήσαμε τελικά ακριβά.

Μαίρη: Άξιζε λοιπόν.

Alexandre O. Philippe: Ναι, φυσικά και άξιζε. Για ‘μένα θα άξιζε σε κάθε περίπτωση. Απλώς χαίρομαι που κατάφερα να πάρω τα χρήματά μου πίσω και μάλιστα να βγάλω και κάποια παραπάνω.

Μαίρη: Ανέφερες στο Q&A ότι γράφεις και ένα βιβλίο. Θα μπορούσες να εμβαθύνεις λίγο στο θέμα; Έχει να κάνει πάλι με τη συγκεκριμένη σκηνή;

Alexandre O. Philippe: Ναι, έχει. Υπάρχουν τόσα πολλά που θέλει κανείς να συμπεριλάβει στο ντοκιμαντέρ, αλλά δεν μπορεί γιατί θα ήταν υπερβολικά μακροσκελές.  Όπως οραματίζομαι το βιβλίο θα είναι κάτι σαν το Conversations του Walter Murch. Μια σειρά από συζητήσεις γύρω από τη σκηνή στο μπάνιο με μεγάλους σκηνοθέτες, μοντέρ, κινηματογραφιστές, αρχιτέκτονες, χορογράφους, ζωγράφους, ψυχολόγους…Οποιονδήποτε που μπορεί να φέρει μια νέα οπτική σε αυτή τη μελέτη.

Μαίρη: Στο Q&Α μίλησες για τα 3 cut στη σκηνή όπου η Marion οδηγεί, τα οποία θυμίζουν τα cut στο ντουζ. Θα ήθελες να μοιραστείς ακόμα πληροφορία από αυτές που κόπηκαν στο μοντάζ;

Alexandre O. Philippe: Νομίζω η αγαπημένη μου είναι αυτή που ανέφερα στο Q&A. Επίσης με ενδιαφέρει πολύ το debate που υπάρχει ανάμεσα στους fun για το ψεύτικο αίμα. Η Stephen Rebello που έχει γράψει το Alfred Hitchcock and the making of Psycho μας πληροφόρησε ότι το σιρόπι σοκολάτας που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν Hershey’s, αλλά Shasta. Ωστόσο στην προσωπική μου έρευνα δεν βρήκα πουθενά να αναφέρεται κάτι τέτοιο. Οπότε εστίασα μόνο στη μαρτυρία της Marli Renfro. Κάποιοι fun ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιήθηκε μια άλλη μάρκα με το όνομα Bosco. Μου φαίνεται ενδιαφέρουσα αυτή η διαμάχη, νομίζω θα γινόταν καλή ταινία μικρού μήκους. Όλα αυτά τα στοιχεία όμως θα κούραζαν τον θεατή μιας και ήδη είχαμε τη σκηνή με τα πεπόνια. Παρεμπιπτόντως αυτή ήταν η αγαπημένη μου.

Μαίρη: Το να γράφει κανείς ένα βιβλίο για τον Hitchcock θα μπορούσε να θεωρηθεί εύκολο, καθώς ο όγκος πληροφοριών γύρω από αυτό το θέμα είναι τεράστιος. Ταυτόχρονα για τον ίδιο λόγο είναι και πολύ δύσκολο. Θα ήθελα να εστιάσουμε λίγο στο προσωπικό σου στοιχείο. Τι είναι αυτό που το βιβλίο σου έχει να προσθέσει στην ακαδημαϊκή έρευνα γύρω από το έργο του Hitchcock;

Alexandre O. Philippe: Έχεις δίκιο, ο Hitchcock είναι αναμφισβήτητα ο σκηνοθέτης για τον οποίο έχουν γραφτεί τα πιο πολλά. Πιστεύω ότι η σκηνή στο ντους είναι η σκηνή για την οποία έχουμε ακούσει τα περισσότερα, αλλά στην πραγματικότητα γνωρίζουμε τα λιγότερα. Το ντοκιμαντέρ μου τουλάχιστον φέρνει στο φως ζητήματα που δεν έχουν συζητηθεί, όπως τα πεπόνια και οι  αποδείξεις ότι η Marli Renfro ήταν στη ταινία. Υπάρχει ηχογράφηση της Janet Leigh να λέει ότι σε κάθε πλάνο βλέπουμε την ίδια, γεγονός που δεν ισχύει. Στο βιβλίο σκοπεύω επίσης να εξετάσω τη σκηνή μέσα από την οπτική ατόμων που δεν προέρχονται από τον χώρο του κινηματογράφου. Για παράδειγμα, πρόσφατα πήρα συνέντευξη από έναν διάσημο χορογράφο, τον Sean Curran. Είδαμε τη σκηνή από χορογραφική πλευρά και ήταν πολύ ενδιαφέρον, ξαφνικά άλλαξαν όλα. Το βιβλίο είναι μεν για τον Hitchcock και για τη σκηνή. Αλλά για μένα είναι επίσης μια πόρτα που ανοίγει έναν διάλογο για την δημιουργική διαδικασία.

Μαίρη: Διάβασα κάποτε το άρθρο μιας φεμινίστριας που κατηγορούσε τον Hitchcock ότι είναι σεξιστής επειδή στις ταινίες του δολοφονεί συνέχεια γυναίκες. Εσύ τι πιστεύεις για τη θέση αυτή;

Alexandre O. Philippe: Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και περίπλοκη ερώτηση. Από τη μία θεωρώ ότι ο Hitchcock είχε πολλά προβλήματα. Δεν ένιωθε καθόλου ελκυστικός. Πιστεύω ότι ήθελε να είναι με τις πρωταγωνίστριές του. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβαινε ποτέ του προκαλούσε μια τεράστια κοινωνική αναστάτωση. Η βίαιη σφαγή της Marion στο ντους είναι ένα ξέσπασμα για τον Hitchcock. Από την άλλη πλευρά θυμάμαι μια κυρία τη δεκαετία του ’70 που έβλεπε το Ψυχώ για πρώτη φορά. Σήκωσε το χέρι της και επαίνεσε τον Hitchcock για τη ριζοσπαστική δημιουργία ενός τέτοιου ανεξάρτητου και δυνατού γυναικείου χαρακτήρα, όπως η Marion Crane. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς τον φόνο που ακολουθεί. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει σχέση με το αν είναι φεμινιστής ή μισογύνης. Η δήλωση που κάνει είναι «δεν υπάρχει Θεός». Δεν έχει σημασία αν ο χαρακτήρας είναι άντρας ή γυναίκα. Έχει σημασία η απόλυτη φρίκη και η έλλειψη ασφάλειας που βιώνει ο χαρακτήρας. Υπό αυτό το πρίσμα το Ψυχώ είναι η πιο αγνή αποτύπωση της σκοτεινής κοσμοθεωρίας του σκηνοθέτη.

Η αφίσα της ταινίας The people VS George Lucas του Alexandre O. Philippe
The people VS George Lucas του Alexandre O. Philippe

Μαίρη: Ας απομακρυνθούμε τώρα από το έργο του Hitchcock. Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο και για άλλους σκηνοθέτες. Συγκεκριμένα για τον François Truffaut που έχει επηρεαστεί βαθύτατα από τον Hitchcock. Τι γνώμη έχεις για το έργο του;

Alexandre O. Philippe: Αγαπάω τον Truffaut, ωστόσο δεν τον λατρεύω όπως τον Hitchcock. Πιστεύω ότι είναι υπέροχος σκηνοθέτης. Ειδικά τα 400 Χτυπήματα είναι από τις καλύτερες ταινίες του. Τρέφω μεγάλο θαυμασμό για το έργο του και πιστεύω ότι αυτό που έκανε για τον Hitchcock ήταν πολύ σημαντικό. Ήταν αυτός που μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πόσο μεγάλος σκηνοθέτης είναι.

Μαίρη: Μάλιστα. Ο άλλος σκηνοθέτης στον οποίο θα αναφερθούμε είναι ο George Lucas, μιας και έχεις γυρίσει το ντοκιμαντέρ The people VS George Lucas. Να υποθέσω ότι είσαι φαν του Star Wars;

Alexandre O. Philippe: Δεν ξέρω αν είμαι ή ήμουν, είναι λίγο περίπλοκο.

Μαίρη: Δεν είσαι πια;

Alexandre O. Philippe: Είμαι σε μικρότερο βαθμό. Το Star Wars είναι τεράστιο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας και οι παλιές ταινίες μου αρέσουν ακόμα πολύ. Αλλά το να δουλέψω 4,5 χρόνια στο ντοκιμαντέρ αυτό είχε ως αποτέλεσμα να με κουράσει ο George Lucas όπως έχει εξελιχθεί. Βασικά είχα μια τεράστια συλλογή Star Wars και πούλησα τα πάντα όταν ολοκληρώθηκε η ταινία. Σε κάθε περίπτωση ο George είναι ένας πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος και σκηνοθέτης. Μια ξεχωριστή και περίπλοκη προσωπικότητα που έχει περίεργη σχέση με τους θαυμαστές του. Το Star Wars πλέον είναι ένα brand που δεν μπορείς να σκοτώσεις. Ό,τι βλακεία και να κάνει πάλι θα βγάζει εκατομμύρια δολάρια. Δεν υπονοώ κάτι για τις καινούριες ταινίες, απλώς δεν αγγίζουν το αρχικό πνεύμα του Star Wars. Για μένα η μαγεία του Star Wars έχει χαθεί.

Μαίρη: Σε απογοήτευσαν κατά κάποιο τρόπο οι καινούργιες ταινίες;

Alexandre O. Philippe: Νομίζω ότι το Force Awakens, για παράδειγμα, ήταν σχεδιασμένο με ασφάλεια. Είναι η ίδια ιστορία, δεν υπάρχει κανένα ρίσκο. Υπήρχε εφευρετικότητα. Το cast ήταν καλό και ο bb8 ήταν εμπνευσμένος χαρακτήρας. Αλλά δεν είχε τη μαγεία των πρώτων Star Wars. Το ίδιο συνέβη και στο Phantom Menace. Αυτό που θα ήθελα να δω στις καινούριες ταινίες Star Wars είναι αντί να προσπαθούν να επαναδημιουργήσουν μια συνθήκη, να αρχίσουν να πειραματίζονται περισσότερο και να δίνουν ευκαιρίες σε καινοτόμους σκηνοθέτες. Γυρίζοντας πίσω στον Hitchcock, το ίδιο συμπέρασμα βγήκε και από την έγχρωμη εκδοχή του Ψυχώ. Έκαναν τα πάντα με τον ίδιο τρόπο, κι όμως δεν λειτούργησε. Εκεί βρίσκεται και η απρόσιτη μαγεία του κινηματογράφου.

Μαίρη: Μια τελευταία ερώτηση. Τι σχέδια έχεις για το μέλλον; Ποιο θα είναι το θέμα του επόμενου ντοκιμαντέρ σου;

Alexandre O. Philippe: Εργάζομαι σε πολλά project αυτή τη στιγμή. Την επόμενη βδομάδα θα ξεκινήσουμε στην Ελβετία γυρίσματα για ένα ντοκιμαντέρ με συνδυασμό ταινίας και animation. Σχετίζεται με την προέλευση του Frankenstein και του μοντέρνου βρικόλακα. Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι δημιουργήθηκαν την ίδια νύκτα και στο ίδιο μέρος, στην Ελβετία. Θα δουλέψουμε με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Book of Life που είναι πολύ καλός μου φίλος και μεγάλος φαν του Frankenstein. Όσο για το animation, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να το αναλάβει η εταιρεία που έκανε πέρυσι το Εγώ ο Κολοκυθάκης. Το project ονομάζεται Monsters Within και έχει το μεγαλύτερο budget συγκριτικά με ό,τι έχω γυρίσει έως τώρα. Πέρα από αυτό, γυρίζουμε μια σειρά για μεγαλύτερες κινηματογραφικές σκηνές. Το 78/52 θα λειτουργήσει ως πρότυπο για τα επεισόδια. Έχω πολύ τρέξιμο και πολλά meetings, αλλά είναι μια παραγωγική περίοδος για μένα.

Μαίρη: Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου και σου εύχομαι τα καλύτερα!

Alexandre O. Philippe: Εγώ ευχαριστώ!

Άρης Χατζηστεφάνου
Ο σκηνοθέτης του This is not a coup Άρης Χατζηστεφάνου, φωτογραφία: Μαίρη Μπουλή

Ο Άρης Χατζηστεφάνου είναι η απόδειξη ότι παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ένα εναλλακτικό μέσο ενημέρωσης, ανεξάρτητο από διαφημίσεις, μπορεί να επιβιώσει στη χώρα μας. Η Infowar Productions από το 2011 έχει γυρίσει 4 ντοκιμαντέρ. Η Infowar εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας και σε κάθε μεγάλη στιγμή της οικονομίας και της πολιτικής είναι εδώ να μας παρουσιάσει κάτι διαφορετικό. Στο 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης συναντήσαμε τον σκηνοθέτη αυτών των ντοκιμαντέρ, Άρη Χατζηστεφάνου. Συζητήσαμε για τα πρώτα βήματα της Infowar, για το τελευταίο ντοκιμαντέρ που τιτλοφορείται This is not a coup, καθώς και για άλλα θέματα που πρωταγωνιστούν στη σκηνή της επικαιρότητας.

Μαίρη Μπουλή: Τι δυσκολίες συνάντησε η Infowar όταν πρωτοσυστάθηκε και κατά πόσο βοήθησε το γεγονός ότι προϋπήρχε κάποιο κοινό από στην εκπομπή σου στο Σκάι;

Άρης Χατζηστεφάνου: Όλα αυτά γεννήθηκαν από την ραδιοφωνική εκπομπή που είχε και τον ίδιο τίτλο. Το πέρασμα στη δημιουργία αυτής της ομάδας συνέβη όταν η ραδιοφωνική εκπομπή στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ έγινε για ένα χρόνο και τηλεοπτική. Εκεί γνωρίσαμε τον Άρη Τριανταφύλλου που είναι και ο μοντέρ και φτιάχτηκε η Infowar Productions. Τα πρώτα χρόνια ήταν λίγο σαν τα κόμματα στις αμερικάνικες εκλογές που υπάρχουν την προεκλογική περίοδο και μετά εξαφανίζονται. Και στο Debtocracy  και στο Catastroika δεν υπήρχε πρακτικά, εμείς την λέγαμε Infowar Productions για τα ντοκιμαντέρ. Από ‘κει και έπειτα αρχίσαμε να κάνουμε και άλλα πράγματα, περισσότερο βιοπορισμού. Ήρθαν σε μας κάποια συνδικάτα που ήθελαν μίνι ντοκιμαντέρ εναντίων των ιδιωτικοποιήσεων. Αυτά μπορεί να μην ήταν ακριβώς δικές μας δουλειές, αλλά ήταν πράγματα με τα οποία συμφωνούσαμε. Πλέον συνεργαζόμαστε και με ξένα δίκτυα. Όταν έρχεται στην Ελλάδα το Al Jazeera μπορεί να αναλάβουμε γυρίσματα. Επίσης μπορούμε να φτιάξουμε και D.C.P. που μας φαινόταν βουνό μέχρι σήμερα.

Μαίρη: Το Democracy Now, το αμερικάνικο κανάλι, αποτέλεσε μοντέλο έμπνευσης και φιλοσοφίας για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Infowar;

Άρης Χατζηστεφάνου: Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκινήσαμε το τηλεοπτικό είχα πάει να γνωρίσω την Amy Goodman, για να πάρουμε μια τυπική άδεια. Δεν ήταν το μοντέλο με την έννοια ότι αυτοί κάνουν δελτίο ουσιαστικά. Ήταν πολύ μακριά από αυτό που εμείς κάνουμε. Αλλά, αν θες σε φιλοσοφικό επίπεδο, μας έδωσε την αίσθηση ότι μπορεί να γίνει κάτι που να είναι αξιοπρεπές από επαγγελματική σκοπιά και να μην είναι μέσα στο γνωστό κατεστημένο των μέσων ενημέρωσης.

Μαίρη: Μάλιστα. Θα ήθελα να συζητήσουμε λίγο μια θεωρία του Noam Chomsky που ονομάζεται κατασκευή της συναίνεσης. Ο Chomsky υποστηρίζει ότι στις σχολές δημοσιογραφίας μας διδάσκουν τις αρχές της αντικειμενικότητας, αλλά αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ανεβάζουμε copy paste δελτία τύπου δίχως προσωπική έρευνα σχετικά με το κατά πόσο ισχύει το περιεχόμενό τους. Συμφωνείς ή διαφωνείς με την άποψη αυτή;

Άρης Χατζηστεφάνου: Καταρχήν δεν πιστεύω στην αντικειμενικότητα όπως την παρουσιάζουν συνήθως. Η δημοσιογραφία που ακολουθώ θα έλεγα, μιας και ανέφερες τον Chomsky, ότι στηρίζεται περισσότερο σε μια φράση του Howard Zinn. Έλεγε ότι «δεν μπορείς να είσαι αμέτοχος ή ακίνητος μέσα σε ένα κινούμενο τρένο». Σίγουρα ο δημοσιογράφος θα δώσει στην αντικειμενική πραγματικότητα δικά του στοιχεία. Αυτό το κατάλαβα περισσότερο εκεί που υποτίθεται ότι είναι η Μέκκα της αντικειμενικότητας, όταν εργαζόμουν στο BBC. Εκεί έμαθα ότι μπορώ την ίδια είδηση με τις ίδιες ακριβώς πληροφορίες και τις ίδιες λέξεις ανάλογα με τη διατύπωση και τη γραμματική που θα χρησιμοποιήσω να δώσω ένα εντελώς διαφορετικό νόημα. Δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι «Κατά τη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ παλαιστινίων και ισραηλινών δυνάμεων σκοτώθηκαν 4 άτομα ηλικίας 8-12 ετών». Ή μπορώ να πω ότι «Ο Ισραηλινός στρατός σκότωσε 4 παιδιά ηλικίας 8-12 ετών». Και μόνο που έχω αλλάξει το ρήμα και έχω περάσει από παθητική σε ενεργητική, έχω επέμβει. Αντικειμενικότητα λοιπόν δεν μπορεί να υπάρξει. Υπάρχει σοβαρή τεκμηρίωση της πληροφορίας. Όσο πιο ξεκάθαρος είσαι σ’ αυτό, τόσο το καλύτερο.

Μαίρη: Σε πολιτικό επίπεδο πιστεύεις ότι ένας δημοσιογράφος πρέπει να εμπλέκεται στον χώρο ή να κρίνει από απόσταση τα πράγματα;

Άρης Χατζηστεφάνου: Αν εννοείς σε κόμματα ή σε οργανώσεις, δεν πρέπει να εμπλέκεται. Εγώ δεν έχω υπάρξει ποτέ μέλος κάποιου κόμματος, αν και ήταν σχεδόν πάντα ξεκάθαρο ποιους θα ψήφιζα. Κουβαλάς πάντα μια ιδεολογική, μια πολιτική και μια ταξική ταυτότητα, τα οποία επηρεάζουν το πώς δουλεύεις. Αλλά δεν χρειάζεται να είσαι μέλος σε κάτι, αυτό μπορεί πραγματικά να δημιουργήσει προβλήματα.

Μαίρη: Το This is not a coup έχει αρκετό χιούμορ. Ένας τρόπος σάτιρας στην εποχή μας είναι τα memes. Πόσο πιστεύεις ότι αυτά επηρεάζουν την κοινή γνώμη;

Άρης Χατζηστεφάνου: Έχει ενδιαφέρον να το μελετήσει αυτό κανείς και σαν τρόπο γραφής. Απλώς φοβάμαι ότι όλα αυτά απευθύνονται σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό. Δηλαδή ακόμα και στις ΗΠΑ, ακόμα και σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης που είναι πολύ πιο ανεπτυγμένο το internet και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν παύει να απευθύνεται σε ένα κόσμο με μια συγκεκριμένη εκπαίδευση που ανήκει στα μεσαία και ανώτερα στρώματα ως επί το πλείστων. Έχουμε φτάσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια να θεωρούμε ότι αυτά τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Κατά μια έννοια ακόμα και όταν μιλούσαμε για επανάσταση του Tweeter και του Facebook στο Ιράν ή στην Αίγυπτο ήταν ανέκδοτο. Στο Ιράν είχε πρόσβαση ούτε το 1% του πληθυσμού. Είναι λοιπόν ενδιαφέρον, μερικές φορές είναι και από εικαστική σκοπιά, αλλά έχει τα όριά του.

This is not a coup Χατζηστεφάνου
This is not a coup του Άρη Χατζηστεφάνου

Μαίρη: Έκανα μια κινηματογραφική παρατήρηση στην εισαγωγή του This is not a coup. Το ντοκιμαντέρ ξεκινάει με μια πανοραμική λήψη διάφορων τοποθεσιών, η οποία με τεχνικούς όρους είναι γνωστή ως bird’s eye (το βλέμμα του πουλιού). Τα πλάνα αυτά τελειώνουν με ένα άσπρο πουλί και μετά το ντοκιμαντέρ ξεκινάει την κανονική αφηγηματική του πορεία. Πρόκειται για κάποιο κινηματογραφικό αστειάκι ή ήταν κάτι που συνέβη τυχαία;

Άρης Χατζηστεφάνου: Όχι, τώρα που το λες το σκέφτομαι πρώτη φορά. (γέλια) Θα το λέω στους επόμενους όμως ότι αυτό κάναμε. Βέβαια θέλαμε να τραβήξουμε πράγματα από ψηλά. Πήραμε drone για να μπορεί ο θεατής να τα δει από μακριά σε όλο τους το μεγαλείο…Τώρα το πουλί ήταν λίγο μια απόφαση της τελευταίας στιγμής. Όπως και όλες οι εισαγωγές των ντοκιμαντέρ για κάποιο περίεργο λόγο. Αφήνω κυριολεκτικά για την τελευταία μέρα του μοντάζ το πως θα ξεκινήσει. Θυμάμαι στο Catastroika δεν μπορούσαμε να βρούμε με τίποτα την έναρξη και κυρίως τη μουσική. Βρισκόμασταν στην κουζίνα, όπου είχα βάλει εγώ πλυντήριο πιάτων. Και αρχίζουμε και ακούμε ένα μοτίβο που κάνει το πλυντήριο. Το ηχογραφούμε εκείνη τη στιγμή και το στέλνουμε στον Ερμή Γεωργιάδη. Ο Ερμής μας έφερε τη μουσική που παίζει τώρα στον πρόλογο του Catastroika. Μάλλον ερασιτεχνισμός είναι αυτό εντέλει, παρά ότι είχαμε κάτι πολύ βαθύ στο μυαλό μας.

Μαίρη: Το Catastroika, μιας και το ανέφερες τώρα, είναι κατά των ιδιωτικοποιήσεων. Η Ελλάδα όπως έχει διαμορφωθεί τώρα οικονομικά μπορεί να στηρίξει μια εκστρατεία κατά των ιδιωτικοποιήσεων;

Άρης Χατζηστεφάνου: Ακριβώς επειδή έχει βρεθεί σ’ αυτή τη κατάσταση πρέπει να είναι κατά των ιδιωτικοποιήσεων. Πάντα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παραγωγής, θέλεις ο δημόσιος τομέας και το κράτος να λειτουργήσει ως ατμομηχανή. Αυτό έκαναν όλες οι μεγάλες οικονομίες. Ποτέ σε περιόδους κρίσης δεν έδιναν σημαντικούς τομείς της οικονομίας σε ιδιώτες. Από την Αμερική του Ρούσβελτ μέχρι τη Γερμανία του Χίτλερ, τις δύο όψεις του καπιταλιστικού συστήματος, ήθελαν το κράτος να είναι ατμομηχανή. Εμείς δεν έχουμε βέβαια αυτό ως πρόταση, αλλά σίγουρα είναι ένας τρόπος να υπάρχει κάποιος δημοκρατικός έλεγχος. Με στεγνούς και στυγνούς όρους δεν μπορείς να το αφήσεις σε κάποιους που ενδιαφέρονται μόνο για πρόσκαιρα κέρδη, γιατί έτσι βυθίζεται όλη η οικονομία. Αυτό βέβαια όταν είσαι μια αποικία χρέους δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ούτε την αστική τάξη που απλώς παρασιτικά ζούσε από ευρωπαϊκά δάνεια και σίγουρα δεν ενδιαφέρει ούτε τη Γερμανία, ούτε το ΔΝΤ.

Μαίρη: Άρα ουσιαστικά λες ότι ακριβώς επειδή βρίσκεται σε αυτή τη κατάσταση πρέπει να αντισταθεί σε αυτό το σύστημα, παρ’ όλο που θα είναι δύσκολο.

Άρης Χατζηστεφάνου: Πρέπει να αντισταθεί, πρέπει να έχει όχι κρατικό, αλλά δημόσιο έλεγχο. Πρέπει να επιστρέψει και στο έθνος κράτος. Όποτε το λέμε αυτό υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι στην ευρωπαϊκή αριστερά που αντιδρά, γιατί θεωρεί ότι η επιστροφή στο έθνος κράτος σημαίνει ένας νέος εθνικισμός. Εμείς αυτό που λέμε είναι ότι όταν έχεις απέναντί σου έναν τόσο δυνατό αντίπαλο όπως οι πολυεθνικές και οι τράπεζες, είναι σαν να κάνεις ανταρτοπόλεμο. Δεν πας να δώσεις μάχη σε μια μεγάλη πεδιάδα απέναντι σε έναν τακτικό στρατό. Θέλεις να καθορίσεις εσύ που θα δοθεί αυτή η μάχη. Όταν η αλάνα είναι η οικονομική παγκοσμιοποίηση, πρέπει να ξαναβρείς κάποια εργαλεία, όχι για εθνικιστικούς λόγους, αλλά για να μπορέσεις να προστατέψεις τον πληθυσμό σου. Τέτοια εργαλεία έχει το έθνος κράτος. Γι αυτό ζητάμε επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, γι αυτό ζητάμε εθνικοποίηση των τραπεζών, γι αυτό ζητάμε πράγματα που εμπεριέχουνε και μια δημοκρατία μέσα τους. Γιατί είναι πιο κοντά στον έλεγχο των πολιτών.

Catastroika του Άρη Χατζηστεφάνου
Το 2012 κυκλοφόρησε το Catastroika του Άρη Χατζηστεφάνου

Μαίρη: Στο ντοκιμαντέρ σου γενικά είναι πολύ έντονο το στοιχείο της παρομοίωσης. Αν σου ζητούνταν να περιγράψεις το διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τον περιορισμό εισόδου μεταναστών στις ΗΠΑ, τι παρομοίωση θα διάλεγες για να το εξηγήσεις;

Άρης Χατζηστεφάνου: Αυτό θέλει σκέψη. Μάλλον θα πήγαινε κάπως έτσι: Άνοιγμα με σκηνές από την ταινία «Το ταξίδι των καταραμένων», με τον Max von Sydow. Η ταινία αναφέρεται στην πορεία του St. Louis, του πλοίου που μετέφερε Εβραίους πρόσφυγες πριν από το ΄Β παγκόσμιο πόλεμο. Το St. Louis δεν έγινε δεκτό από την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία ακόμη έβλεπε μάλλον θετικά τη χιτλερική Γερμανία. Αρκετοί από τους επιβάτες, ύστερα από πολλές περιπέτειες κατέληξαν στα στρατόπεδα εξόντωσης των ναζί. Ίσως η βασική ιδέα να ήταν η διαδρομή του.

Μαίρη: Στο This is not a coup υπήρχαν πολλές συνεντεύξεις και μάλιστα από πρόσωπα που φαντάζομαι είναι δύσκολο να τα προσεγγίσει κανείς. Πόσο εύκολο ήταν σαν ομάδα να πάρετε από όλα αυτά τα άτομα συνέντευξη;

Άρης Χατζηστεφάνου: Το This is not a coup έχει μια διαφορά όσον αφορά τις συνεντεύξεις. Δεν πήγαμε μόνο σε ανθρώπους με τους οποίους κινούμαστε προς την ίδια κατεύθυνση. Σε όλα τα προηγούμενα ντοκιμαντέρ δεν υπήρχε κανείς που να λέει κάτι εντελώς αντίθετο. Τώρα προσεγγίζαμε και ανθρώπους όπως ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Étienne Davignon ή ακόμη και ο δημοσιογράφος Alan Friedman ο οποίος είναι θα έλεγα ένας Πρετεντέρης της Ιταλίας. Ξέρεις, σ’ αυτά τα πράγματα άμα έχεις κάνει μια αρχή και μπορείς να πεις ότι στα προηγούμενα ντοκιμαντέρ μου είχαν μιλήσει ορισμένα πρόσωπα, ανοίγουν περισσότερες πόρτες. Πάντα η δυσκολία είναι η πρώτη στιγμή. Είχε όμως και κυνήγι, όπως η συνέντευξη του Lafontaine. Ήταν ατυχία, γιατί δέχθηκε αμέσως ο άνθρωπος να μας μιλήσει. Δίνουμε πρώτο ραντεβού στο Παρίσι τη μέρα που έγιναν οι τρομοκρατικές επιθέσεις. Προσγειώνομαι τη στιγμή που αρχίζουν και δολοφονούν τον κόσμο. Οπότε ακυρώνεται. Δίνουμε δεύτερο ραντεβού στη Φρανκφούρτη. Πηγαίνω στη Φρανκφούρτη και είναι άρρωστος. Δίνουμε τρίτο και πάλι δεν μπορεί να ‘ρθει. Τελικά τον πέτυχα στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήταν τόσο πρόβλημα σε όσους ζητήσαμε να μην δεχτούν, όσο θέματα budget και να μπορέσουμε εμείς να πάμε να τους βρούμε. Ο πιο περίεργος ήταν ο Davignon. Του είπαμε ότι κάνουμε ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προφανώς ο άνθρωπος έβαλε στο google και είδε ποιοι είμαστε. Δεν νομίζω ότι είναι χαζός. Μάλλον θα έλεγα ότι είναι αυτή η αλαζονεία της εξουσίας των Βρυξελλών: «Είμαι 84 χρονών και ελέγχω ουσιαστικά την πολιτική ζωή ενός τεράστιου τμήματος της ηπείρου τα τελευταία 40 χρόνια. Τι έχω να φοβηθώ από ‘σένα;»

Μαίρη: Κατάλαβα. Η επόμενη ερώτηση φαντάζομαι θα σου έχει γίνει πολλές φορές. Αφορά την Κωνσταντοπούλου που μιλάει στο ντοκιμαντέρ. Ποια είναι η γνώμη σου για την πολιτική της πορεία, το κόμμα Πλεύση Ελευθερίας, και γενικά τη κατεύθυνση που ακολούθησε έπειτα από την αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ;

Άρης Χατζηστεφάνου: Καταρχήν να πούμε αν έχει κάποια σημασία ότι η συνέντευξη δόθηκε πριν φτιάξει το κόμμα. Δεν ήταν καν βουλευτής. Η συνέντευξη αφορά σε ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα, την Επιτροπή Αλήθειας Δημοσίου Χρέους που ήταν μια πρόταση την οποία εμείς είχαμε στηρίξει από το πρώτο ντοκιμαντέρ και η Κωνσταντοπούλου την έκανε πραγματικότητα. Ασχέτως αν ο ΣΥΡΙΖΑ πέταξε στα σκουπίδια το πόρισμα, το οποίο θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει. Δεν ήταν η Κωνσταντοπούλου ως πολιτικός ή οτιδήποτε άλλο που συμμετέχει στο ντοκιμαντέρ. Ήταν η Κωνσταντοπούλου ως πρόεδρος της Επιτροπής Αλήθειας. Η ερώτηση συνήθως διατυπώνεται «αν θα παίρνατε τη συνέντευξη και αφού είχε φτιάξει το κόμμα». Νομίζω ότι και με αυτή της την ιδιότητα και πάλι θα την παίρναμε. Όσο για την πορεία της, δεν ανήκουμε σε ίδιους χώρους. Δηλαδή έχει άλλα εργαλεία μάχης που είναι η αστική δικαιοσύνη και το αστικό κράτος. Έχω όμως μεγάλη εκτίμηση για αυτά που έκανε ως πρόεδρος της βουλής.

Μαίρη: Σχετικά με το δημοψήφισμα, είχες υποψιαστεί από πριν ότι ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα τα μέτρα λιτότητας ήταν αναπόφευκτα;

Άρης Χατζηστεφάνου: Ήμουν σίγουρος ότι αν δεν έμπαινε στο τραπέζι το θέμα της εξόδου από το ευρώ, είτε ήθελε η κυβέρνηση να κάνει κάτι καλύτερο, που δεν πιστεύω πια ότι ήθελε, είτε όχι, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είδαμε πολύ καθαρά στο δημοψήφισμα ότι όταν η ΕΚΤ μπορεί να σου κλείσει τη ρευστότητα και να διαλύσει την οικονομία σε 24 ώρες είναι αστείο να λες «εγώ θα πάω να διαπραγματευτώ». Γιατί θα πας να διαπραγματευτείς και γιατί να σ’ ακούσει κάποιος; Αφού δεν έχεις να πεις ότι θα φύγω είτε με όρους που θα συμφωνήσουμε, είτε με όρους καθαρά δικούς μας. Οπότε ήταν χαμένο από αυτή την άποψη. Αλλά το δημοψήφισμα δεν ήταν του Σύριζα ή της κυβέρνησης. Έτσι ξεκίνησε, αλλά ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο. Για ‘μένα είναι μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Έχει τεράστια σημασία, γιατί ξεκαθάρισε ταξικά το τοπίο. Οι φτωχοί ψήφισαν όχι, οι πλούσιοι ψήφισαν ναι. Τόσο ξεκάθαρος διαχωρισμός ταξικός νομίζω δεν έχει υπάρξει στην Ελλάδα από την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Υπό αυτή την έννοια έχει τεράστια σημασία και απέκτησε δυναμική δική του. Εντέλει δηλαδή δεν ήταν το ερώτημα όπως είχε διατυπωθεί, αλλά ότι ένας ολόκληρος λαός με το περίστροφο των κλειστών τραπεζών και με όλους να τον απειλούν ότι θα ‘ρθει η απόλυτη καταστροφή τόλμησε να πει όχι. Και αυτό είναι μια παρακαταθήκη που δεν χάνεται καθόλου και ας μην σεβάστηκαν το αίτημά του σε πρώτη φάση.

Μαίρη: Στο Q&A του This is not a coup είπες μεταξύ άλλων ότι κλείνει ένας κύκλος από κάτι που προτείνατε στο πρώτο ντοκιμαντέρ. Μετά λοιπόν από 4 ντοκιμαντέρ με μια αρκετά διεξοδική ανάλυση της σύγχρονης Ελλάδας τι θα ακολουθήσει; Θα ανοίξει ένας καινούριος κύκλος ανάλυσης της ελληνικής επικαιρότητας ή θα ήθελες να πειραματιστείς με άλλου είδους ντοκιμαντέρ;

Άρης Χατζηστεφάνου: Καταρχήν αυτό το «κλείνει ο κύκλος» το είπαμε και στο Catastroika, το είπαμε και στο Φασισμός ΑΕ, το λέμε και τώρα. Πάντα περνάμε μια φάση που δεν θέλουμε να ακούσουμε τίποτα για ντοκιμαντέρ, γιατί ο βασικός πυρήνας είναι μια ομάδα τεσσάρων ατόμων που κάνει μια δουλειά που θεωρώ ότι θα έπρεπε να έχει 25 άτομα. Οπότε τώρα είμαστε σε αυτή τη φάση της αγρανάπαυσης. Σίγουρα θα πρέπει ένα επόμενο ντοκιμαντέρ να μην έχει απλώς κριτική. Τώρα θέλαμε να απευθυνθούμε σε ένα ευρωπαϊκό κοινό, το οποίο είναι πολύ πιο πίσω στη συζήτηση περί ευρωσκεπτικισμού και τι προβλήματα έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη. Θέλαμε να του πούμε λίγο την αλφάβητο. Αν πούμε ότι περνάμε σε ένα 5ο ντοκιμαντέρ που είναι η συνέχεια των προηγούμενων θα πρέπει να έχει κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις να καταθέσει. Θα ήθελα να αλλάξει και από πλευράς παρουσίασης. Αλλά πάντα έτσι λέμε. Να το κάνουμε πιο κινηματογραφικό και να μην υπάρχουν τα κεφαλάκια των συνεντεύξεων. Αλλά στο τέλος κυριαρχεί ο δημοσιογράφος από τον κινηματογραφιστή και προκειμένου να τα πούμε όλα επιστρέφουμε σε μια μορφή πιο τυπική. Θα θέλαμε να τη σπάσουμε κάποια στιγμή. Θα δούμε.

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στη βιβλιοθήκη του σπιτιού του

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Ένας σκηνοθέτης παντός εποχής.
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος των ταινιών «Αυτή η Νύχτα Μένει», «Delivery», «Πεθαίνοντας στην Αθήνα» κ.α.. μας άνοιξε το σπίτι του και μας υποδέχτηκε με πολύ ζεστασιά και ειλικρινά ,έτοιμος να μας μιλήσει για όλα , για τη ζωή και το έργο του, τις απόψεις του στην τέχνη και φυσικά τις νέες του ταινίες, «Τα Οπορωφόρα της Αθήνας» και τα « Δεσμά αίματος». Χειμαρρώδης, καυστικός, με εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ σε μια απολαυστική συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Κύριε Παναγιωτόπουλε, πώς αποφασίσατε αλλά και πώς γίνατε σκηνοθέτης;

Από πάντα ήθελα να γίνω σκηνοθέτης, από πολύ μικρός για την ακρίβεια. Πριν τελειώσω καν το γυμνάσιο, για να καταλάβεις, είχα γραφτεί σε μια σχολή κινηματογράφου που δίδασκε ένας φίλος. Τα μαθήματα ήταν βραδινά και τα παρακολουθούσα μαζί με τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, στη συνέχεια τελείωσα το Γυμνάσιο και έφυγα να σπουδάσω στο Παρίσι, έκανα μια ταινία μικρού μήκους εδώ, άλλες δύο στο Παρίσι και έμεινα δώδεκα χρόνια εκεί, ξεκίνησα να κάνω τις ταινίες μου και αυτό κάνω μέχρι σήμερα. Δεν σκέφτηκα ποτέ πως θα μπορούσα να ήμουν κάτι άλλο…

Από πού κατάγεστε;

Ο πατέρας μου είναι από την Κωνσταντινούπολη και η μητέρα μου από την Πελοπόννησο, εγώ έχω γεννηθεί στη Μυτιλήνη και όταν ήμουν εφτά ετών ήρθαμε οικογενειακώς στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Χαλάνδρι, όταν ακόμη αυτό ήταν χωράφια.

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια στο Χαλάνδρι εκείνης της εποχής;

Πολύ όμορφα. Το σχολείο που πήγαινα ήταν στην πλατεία Δούρου πάνω από κάτι ψησταριές, για να παίξουμε στο διάλειμμα βγαίναμε στην πλατεία δίπλα στους καφενέδες και τις ταβέρνες, αργότερα όταν έγινε το νέο σχολείο ένιωσα πολύ δυστυχής που είχαμε χώρους για τις αθλοπαιδιές, σύγχρονες αίθουσες κτλ. Προτιμούσα την πλατεία που στα διαλείμματα πηγαίναμε στο περίπτερο και αγοράζαμε τσίχλες. Τις τελευταίες ώρες για να καταλάβεις μέσα στις αίθουσες ακούγονταν τα λαϊκά που έπαιζαν οι ταβέρνες, είχα μία αίσθηση ελευθερίας. Ξέρεις, ποτέ δεν μου άρεσε να φέρω τίτλο όπως τότε του μαθητή που μου έδιναν αποβολές γιατί δεν κουβαλούσα ποτέ τσάντα μαζί μου, αργότερα του στρατιώτη όπου είχα πάρει ένα σωρό φυλακές, γιατί δεν μου άρεσε ποτέ να φοράω μπερέ και όπως τώρα που δεν μου αρέσει να φέρω τον τίτλο του σκηνοθέτη. Θέλω να είμαι εγώ, αυτό που είμαι χωρίς τίτλους.

Ήσασταν δηλαδή πάντοτε ελεύθερο πνεύμα και φαντάζομαι εξίσου ρομαντικό με αυτό που βγάζετε στις ταινίες σας. Εδώ λοιπόν μου δίνεται η ευκαιρία να σας ρωτήσω αν η νέα σας ταινία διακατέχεται και χαρακτηρίζεται από τη συνήθη και γνωστή ρομαντική – φιλελεύθερη αισθητική σας;

Τί να σου πω, δεν είναι κάτι που κάνω επίτηδες, φυσικά ότι κάνω είμαι εγώ. Δεν μπορεί παρά να αντανακλάται ένα κομμάτι της ιστορίας, της ζωής, της προσωπικότητας και των απόψεων μου στις ταινίες μου. Κάθε φορά που κάνω μια ταινία νομίζω ότι κάνω μια κανονική και συνηθισμένη ταινία, μόνη μου επιδίωξη είναι να κάνω κάτι καλύτερο αμφισβητώντας ότι έχω φτιάξει μέχρι τώρα.

Λίγα λόγια για τη νέα σας ταινία ;

Η νέα μου ταινία λέγεται «Δεσμά Αίματος» και είναι βασισμένη σε ένα βιβλίο της Μαρίας Πάουελ βραβευμένο από το περιοδικό «Διαβάζω». Την ταινία θα την χαρακτήριζα ως ένα ερωτικό – ψυχολογικό θρίλερ αποδομένο και μεταφερμένο με τη δική μου οπτική στον κινηματογράφο. Η ιστορία θα μπορούσε να γίνει μια χολιγουντιανή ταινία ή μια εσωτερική και κλειστή ταινία μόνο με τον πυρήνα της ιστορίας και αυτό έκανα!

nikos-panagiotopoulos
Ποιό είναι το θέμα της ταινίας;

Το θέμα της ταινίας είναι η σχέση πάθους και αναζήτησης μιας νέας γυναίκας, όπου έχει συνάψει σεξουαλικές σχέσεις με ένα νέο από τη Βόρεια Ελλάδα που γνώρισε στο αεροπλάνο καθώς αυτή είναι αεροσυνοδός. Κάθε φορά που αυτός κατεβαίνει στην Αθήνα της τηλεφωνεί και συναντιούνται για να κάνουν έρωτα σε ένα ξενοδοχείο. Αργότερα πεθαίνοντας ο πατέρας της, ανακαλύπτει πως ο κοντινότερος άνθρωπος που έχει είναι εκείνος …

Και ποιοι πρωταγωνιστούν ;

Στην ταινία πρωταγωνιστούν η Μαρκέλα Γιαννάτου, ο Γιάννης Στάνκογλου, ι Νικήτας Τσακίρογλου, ο Δημήτρης Πιατάς και άλλοι πολύ καλοί ηθοποιοί που συνθέτουν ένα αξιόλογο cast .

Κάπου εδώ θα ήθελα να μου σχολιάσετε κάποιες κριτικές των τελευταίων σας ταινιών όπως για παράδειγμα το «Αθήνα – Κωνσταντινούπολη». Μια ταινία που πήρε εξαιρετικά διφορούμενες κριτικές καθώς από άλλους «θάφτηκε» και από άλλους εκθειάστηκε.

Οι ταινίες μου λίγο πολύ πάντοτε διχάζουν την κριτική, τα πράγματα άλλωστε που αρέσουν σε όλο τον κόσμο είναι λίγο ύποπτα… οι πάντες και τα πάντα είναι λίγο αμφιλεγόμενο, οπότε το αντιμετωπίζω ως κάτι απόλυτα φυσιολογικό και λογικό. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι έτσι…

Ποιά είναι η άποψη σας για τους κριτικούς του κινηματογράφου;

Ένας κριτικός κινηματογράφου που βάζει περισσότερα αστέρια στον Almodovar απ’ ότι στον Sokurov, είναι υπαίτιος για την οικονομική κρίση και γιατί το λέω αυτό, διότι θα έπρεπε να είναι εκεί κάποιος που ξέρει ενώ βρίσκεται εκεί κάποιος που δεν ξέρει. Αν αυτό το αναγάγεις σε όλους τους τομείς καλλιτεχνικούς και μη μπορείς να καταλάβεις πως αναπτύσσεται ή από πού προέρχεται μια κρίση οικονομική, ηθική ή αξιών. Οι άνθρωποι που υποτίθεται πως είναι οι επαΐοντες θα έπρεπε τουλάχιστον να μπορούν να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό.

Θα μας πείτε λοιπόν και ποια είναι η σχέση σας με την κριτική;

Αδιαφορώ, τώρα πια δεν ενδιαφέρομαι. Όταν ήμουν νέος νοιαζόμουν, αλλά είμαστε σε μια δουλειά που είμαστε αναγκασμένοι να αποζητούμε το θαυμασμό αυτών που περιφρονούμε, είναι λίγο σχιζοφρενική η κατάσταση. Δεν είμαι γενικά κατά της κριτικής ,αλλά πιστεύω πως θα έπρεπε να γράφουν κριτικές για ταινίες που τους άρεσαν και όχι για αυτές που δεν τους άρεσαν .Άλλωστε η κριτική και γενικότερα τα κείμενα που γράφονται για μια ταινία θα έπρεπε να αποτελούν προέκταση μίας απόλαυσης που φτάνει σε μια άλλη τέχνη ,αυτή του λόγου. Μπαίνω καμιά φορά στο διαδίκτυο και βλέπω κριτικές με λατινικούς μάλιστα χαρακτήρες από κάποιους ,για το πόσο δεν τους άρεσε μια ταινία, αυτό είναι λίγο παράξενο… Εντάξει υπάρχουν κάνα δυο χιλιάδες μανιοκαταθλιπτικοί που γράφουν στο internet, γράφουν γράμματα στις εφημερίδες, τηλεφωνούν σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις αλλά αυτό παίρνει διαστάσεις επιδημίας. Εν τέλει επειδή οι γνώμες διανέμονται δωρεάν δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τις παραλαμβάνουμε…

Ποιο είναι το είδος τέχνης που σας αρέσει, η εννοιολογική ή η αισθητική και ποιο σας ταιριάζει ως καλλιτέχνη;

Δεν μου αρέσει η εννοιολογική τέχνη, δεν πιστεύω πως πρέπει να είναι δομημένη έτσι ώστε να πρέπει να τελειώσει για να βγάλει ένα ολοκληρωμένο συμπέρασμα η ταινία. Κατά την άποψη μου κάθε πλάνο πρέπει να στέκεται από μόνο του, κάθε πλάνο πρέπει να είναι η ταινία. Ο Godard έλεγε πως το σινεμά είναι μια τέχνη που κινηματογραφεί το θάνατο στη δουλειά του, γιατί κινηματογραφεί το χρόνο. Τη στιγμή που κάνω τη λήψη σε βλέπω να φθείρεσαι, να πλησιάζεις προς το θάνατο. Ο Bella Tarr και ο Socurov για παράδειγμα το κάνουν καλύτερα από τον καθένα αυτό, ο χρόνος δεν είναι ψυχολογικός όπως το Hollywood αλλά ψυχικός. Ο ψυχικός χρόνος μπορεί να διανύσει εκατομμύρια έτη φωτός ανά πάσα στιγμή, ακόμη και τα τοπία έτσι όπως είναι κινηματογραφημένα, είναι ψυχικά…

Τι είναι για εσάς τεχνική;

Η τεχνική στην ουσία είναι πεθαμένα μυστικά, η διαρκής ακολουθία μιας πεπατημένης που σκοτώνει τη δημιουργία, καθώς το ανήσυχο πνεύμα του καλλιτέχνη επαναπαύεται.

Ρομαντικός και προσηλωμένος στην αισθητική με έντονα εσωτερικά στοιχεία, προς τα πού θα λέγατε ότι κατευθύνεστε και γιατί; Στη μεγάλη σχολή του Griffith ή στην εξίσου μεγάλη σχολή του Eisenstein;

Ο Eisenstein ήταν δογματικός και δημιούργησε το montage και φυσικά υπήρξε ο πρωτοπόρος του ιδεολογικού montage. Ενώ ο Griffith ήταν σκηνοθέτης του plan – séquence. Το σινεμά από την εποχή του Griffith και του Eisenstein δεν κάνει τίποτα άλλο από το να πηγαίνει μια δεκαετία προς την πλευρά του ενός και μια δεκαετία προς την πλευρά του άλλου κάνοντας ένα αδιάκοπο aller retoure. Ο Eisenstein κάνει ένα ιδεολογικό σινεμά μέσα από τη ρητορεία του montage, εγώ προσωπικά αισθάνομαι περισσότερο παιδί του Griffith και του plan – séquence.

Πώς κατά τη γνώμη σας μπορεί κάποιος μέσα από την τέχνη να εξασφαλίσει τις ισορροπίες και την ομαλότητα, χωρίς να τον «ρουφήξει» η δίνη της;

Το ρίσκο πάντοτε υπάρχει, αλλά και μια τακτοποιημένη ζωή τι νόημα έχει; Άλλωστε υπάρχει και αυτό που λένε, οι μεγαλύτερη ηδονή «το ζην επικινδύνως».

Θα ήθελα να σας ρωτήσω μιας και ζήσατε πολλά χρόνια στο Παρίσι , ποια πόλη θα διαλέγατε λοιπόν Αθήνα ή Παρίσι και γιατί;

Ούτε συζήτηση, επέλεξα και θα επέλεγα ξανά και ξανά την Αθήνα. Δεν μου αρέσουν οι πόλεις μουσεία, εγώ θέλω μέσα στην πόλη να υπάρχει ένα οικόπεδο με μια άδεια και σκουριασμένη κονσέρβα, ένας χωματόδρομος, μυρωδιές από κλαδιά ,αυτές είναι οι ηδονές της παιδικής μου ηλικίας …Με ρωτούν γιατί αγαπάς την Αθήνα , «είναι μία άσχημη πόλη» μου λένε και φυσικά τους απαντώ «δεν αγαπάς τη μητέρα σου επειδή είναι όμορφη, διαφορετικά θα αγαπούσαμε όλοι μια όμορφη για μάνα μας …» Όταν εγώ ήμουν στο Παρίσι αυτό που μου έλειπε περισσότερο ,όσο και αν σου ακουστεί παράξενο, ήταν η λέξη “μαλάκα” και οι κυρίες στις γειτονιές που με τη ρόμπα ή το νυχτικό βγαίνουν στις πόρτες ! Έτσι κι αλλιώς για εμένα η Αθήνα είναι γεμάτη από μνήμες ,κάθε γωνία και κάθε σημείο σε αυτή την πόλη είναι γεμάτη αναμνήσεις ,γυρίζουμε με τη γυναίκα μου και θυμόμαστε στιγμές σε κάθε ένα μέρος ξεχωριστά. Εξάλλου τον καιρό της Αθήνας που θα τον βρεις ,τη λιακάδα μέσ’τη μέση του χειμώνα και το γαλανό της ουρανό . Το Παρίσι είναι μουντό ,διαρκώς πρέπει να κυκλοφορείς με μία ομπρέλα στο χέρι γιατί δεν ξέρεις πότε θα αρχίσει να βρέχει ακόμα και το καλοκαίρι!

Και τελευταία μας ερώτηση, κ. Παναγιωτόπουλε πώς θα χαρακτηρίζατε των εαυτό σας με δύο κουβέντες ;

Θα μπορούσα να περιγράψω τον εαυτό μου ως ένα εύθυμο πεσιμιστή ή ως ένα άθεο μυστικιστή !

ΤRAILER «ΤΑ ΟΠΩΡΟΦΩΡΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ»


 

O Γιάννης Σολδάτος
O Γιάννης Σολδάτος

Γιάννης Σολδάτος: Ο άνθρωπος που μας έμαθε να διαβάζουμε κινηματογράφο.
Ό,τι και να πούμε για να συστήσουμε τον Γιάννη Σολδάτο στο κοινό θα είναι λίγο, καθώς πρόκειται για μια από τις ιστορικότερες μορφές του ελληνικού κινηματογράφου και έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους των γραμμάτων στην εποχή μας. Ιστορικός, καθηγητής, συγγραφέας, σκηνοθέτης, εκδότης, έχει μια ανεκτίμητη προσφορά στην 7η τέχνη αλλά και στο θέατρο κάνοντας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο και τα πολύτιμα έργα – συγγράμματα που έχει γράψει ή έχει εκδώσει της νέας γενιάς να εμβαθύνουν, να εκτιμήσουν, αλλά και να αγαπήσουν την τέχνη.

Κύριε Σολδάτο, πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο;

Είναι μεγάλη ιστορία, στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Αρχή, ένας φίλος, ο Γιώργος Μπαζίνας, αυτός που έκανε, αργότερα, το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις «Παρά 5» και όλα αυτά τα βιβλία κόμικς, που ως συμμαθητής του εξατάξιου τότε γυμνασίου στην Πρέβεζα, με μύησε στα μυστικά της 7ης τέχνης αλλά και του θεάτρου. Εκείνη την εποχή, προς το τέλος του γυμνασίου, ασχολήθηκα λίγο με το θέατρο σε μερικές τοπικές παραστάσεις και κάπως έτσι πήρα και την απόφαση να ασχοληθώ με τη δραματουργία.

Ως νέος, στα παιδικά σας χρόνια, πριν ο κ. Μπαζίνας σας μυήσει στα μυστικά του κινηματογράφου και του θεάτρου, είχατε καλλιτεχνικές ανησυχίες ή δραστηριότητες;

Φυσικά, από το δημοτικό μου άρεσε να παίζω στο θέατρο και να υποδύομαι ρόλους. Με έβαζαν να παίζω τον Κολοκοτρώνη καθώς ήμουν κοντός και είχα βαριά φωνή. Ήθελα να παίζω σε όλα τα σκετσάκια ως και το γυμνάσιο. Επίσης όταν ήμουν στο δημοτικό φτιάχναμε φιγούρες με χαρτόνι, στήναμε μια τέντα και παίζαμε Καραγκιόζη, μαζευόταν η γειτονιά και μας έφερνε κανένα αυγό, επίσης γυρίζαμε και λέγαμε τα κάλαντα, τον Λάζαρο ή παίζαμε τα πάθη του Χριστού και ήμουν για τέσσερα χρόνια βοηθός παπά στην εκκλησία. Ξέρεις, το έβλεπα σαν παράσταση, σαν θέαμα καθώς έβγαινε ο παπάς με τα άμφια και τα θυμιατήρια· αισθανόμουν πως έπαιζα ένα ρόλο με τον παπά πρωταγωνιστή και εμένα δευτεραγωνιστή.

 

Ο Γιάννης Σολδάτος στο γραφείο του - photo Vasilis Papavasileiou
Ο Γιάννης Σολδάτος στο γραφείο του επί το έργο…

Αργότερα όμως πώς εμπλακείκατε επαγγελματικά με τον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου;

Έφυγα από την Πρέβεζα, μετά το σχολείο, και κατέβηκα στην Αθήνα, θέλησα να πάω στη σχολή Σταυράκου όπου ήταν και ο Γιώργος (Μπαζίνας), ο πατέρας μου δεν με άφησε και έτσι βρέθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 να είμαι καθηγητής στη σχολή Σταυράκου. Αυτό μάλιστα το είχα πει και στον μακαρίτη το Γιάννη Τσαρούχη και μου είχε απαντήσει με ένα από αυτά τα όμορφα αποφθέγματα της ιστορίας του πως «Έτσι είναι με τη σχολή Σταυράκου, όσοι δεν κατάφεραν να γίνουν φοιτητές έγιναν καθηγητές».

Είχα ασχοληθεί από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του ’70 με το θέατρο μέσα από τη θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου εκεί κάναμε κάποιες παραστάσεις. Κάπου μετά τη μεταπολίτευση ήρθαν εκεί που βρισκόμασταν, πάνω από το κινηματοθέατρο Ίριδα, να μας παρακολουθήσουν μια παρέα ανθρώπων του κινηματογράφου, ο Θανάσης Ρεντζής, ο Τάκης Αντωνόπουλος, ο Χρήστος Μάγκος, ο σπουδαίος αυτός οπερατέρ και ο Σωτήρης Δημητρίου, ο πολύ μεγάλος θεωρητικός του κινηματογράφου και τότε έμπλεξα μαζί τους και μπήκα στην παρέα τους. Μου είπε ο Θανάσης ότι κάποιοι Εγγλέζοι θέλουν να εκδώσουν μια Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και με ρώτησε: «Μπορείς να τη γράψεις εσύ;» Εκείνη την εποχή έγραφα στο περιοδικό «Θεατρικά» που έβγαζε ο Γιώργος Χατζηδάκης, όπου ήμουν και βοηθός του. Με ρώτησε μια μέρα ο Γιώργος (Χατζηδάκης): «Εσύ τι ξέρεις από τον ελληνικό κινηματογράφο; Ξέρεις να διακρίνεις τον κινηματογράφο του Φέρρη από του Δαλιανίδη;» και του απάντησα: «Όχι δεν ξέρω, αλλά θα μάθω». Πήγα πρώτα στον Κώστα (Φέρρη) και του είπα: «Κώστα, απόψε εσύ θα μου πεις για τον δικό σου κινηματογράφο και μετά θα πάω στον Δαλιανίδη». Παιδεύτηκα δύο με τρία χρόνια, αλλά τελείωσα την «Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου» που εκδόθηκε για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Καστανιώτη και το περιοδικό «ΦΙΛΜ» που έβγαζαν ο Καστανιώτης με τον Ρεντζή εκείνη την εποχή, σ’ ένα τεύχος τριακοσίων σελίδων. Αυτή ήταν και η πρώτη του μορφή. Μαζί με το θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών φτιάξαμε και το κινηματογραφικό τμήμα το οποίο υπάρχει ακόμη και σήμερα, όπου κάναμε μαθήματα κινηματογράφου και μια μικρή ταινιούλα που ευτυχώς χάθηκε (γέλιο).

Κύριε Σολδάτο, πώς μπήκατε στο χώρο των εκδόσεων;

Στον εκδοτικό χώρο μπήκα, θα έλεγα, από την πίσω πόρτα. Ο Γιάννης Δουβίτσας που είχε τις εκδόσεις «Νεφέλη» με κάλεσε να τον βοηθήσω. Αυτός είχε και μια τοπική εφημερίδα της Λευκαδας που έγραφα και εκεί, είναι και πατριώτης μου. Πήγα λοιπόν και ξεκινήσαμε μια κινηματογραφική σειρά. Εκδώσαμε τους «Μεγάλους Κωμικούς του Κινηματογράφου», τους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας», το σενάριο του Παναγιωτόπουλου και τότε λέω στον Γιάννη: «Δεν βγάζουμε την ‘‘Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου’’;» και μου απαντά: «Σώπα, είσαι τρελός; Δεν πρόκειται να το αγοράσει κανείς αυτό». Πήγα στη συνέχεια στον Καστανιώτη όπου το είχε εκδώσει σε μορφή περιοδικού, όπως είπα, και μου απάντησε και εκείνος το ίδιο. Έτσι το έβγαλα το βιβλίο μέσα από τις εκδόσεις «Νεφέλη» αλλά με δικά μου χρήματα, με βοήθησε και ο Τρικεριώτης, που έχει τις εκδόσεις «Πρωτοπορία», και εντέλει το βιβλίο πούλησε με το παραπάνω. Είχα προσχεδιάσει εν τω μεταξύ και ένα βιβλίο για τον Αϊζενστάιν. Ο Δουβίτσας δεν τα ήθελε πια τα κινηματογραφικά και έτσι αναγκάστηκα να ανοίξω δικό μου εκδοτικό οίκο. Πήρα τα βιβλία της «Ιστορίας του Ελληνικού Κινηματογράφου», τους άλλαξα εξώφυλλο, δηλαδή έγραφαν «Αιγόκερως» και από μέσα «Νεφέλη» και έτσι ξεκίνησα με την προοπτική να βγάζω κινηματογραφικά βιβλία. Εκεί βρέθηκε ένας φίλος που με βοήθησε πάρα πολύ, ο Βασίλης Ραφαηλίδης και βγάλαμε τα «Λεξικά ταινιών» του, τα οποία πήγαν πάρα πολύ καλά. Μετά εμφανίσθηκε ο ποιητής Γιώργος Καραβασίλης όπου με βοήθησε στη λογοτεχνία και εκδώσαμε την «Ανθολογία μαύρου χιούμορ», αργότερα συλλογές του Έντγκαρ Άλαν Πόε και έτσι ειδικεύτηκε ο «Αιγόκερως» στο φανταστικό, στον υπερρεαλισμό και στον κινηματογράφο. Στη συνέχεια μπήκαν στην παρέα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ποιητές, θεωρητικοί του κινηματογράφου, ιστορικοί και άλλοι. Έτσι λοιπόν ξεκίνη σε μια σειρά για τον κινηματογράφο που αυτή τη στιγμή ξεπερνά τα 300 βιβλία.

Η σειρά βιβλίων που εκδίδατε με το γενικό τίτλο «Κινηματογραφικό αρχείο», μια σειρά που σημάδεψε τη θεωρητική ενασχόληση πολλών σινεφίλ και συνάμα υπήρξε ορόσημο στον χώρο του κινηματογραφικού βιβλίου στην Ελλάδα, γιατί σταμάτησε να επανεκδίδεται;

Τα συγκεκριμένα βιβλία όταν τα εξέδωσα πωλούνταν στους κινηματογράφους και είχαν την τιμή είτε ενός εισιτηρίου είτε πολλές φορές και φθηνότερα του εισιτήριου. Τα πρώτα δέκα πήγαν πάρα πολύ καλά, τα επόμενα δέκα λιγότερο καλά, μετά μέτρια κτλ. Αφού εκδόθηκαν τα πρώτα πενήντα τεύχη, είχε κάνει πλέον τον κύκλο του, έγιναν κάποιες επανεκδόσεις, αλλά αργότερα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 βγήκαν μερικά από αυτά έγχρωμα πλέον και σε μεγάλο τετράγωνο σχήμα, όπου αντικατέστησαν τα παλιά βιβλιαράκια τσέπης. Το παράδοξο σε αυτή τη σειρά, είναι πως δεν πούλησαν τα βιβλία των δημοφιλών προσωπικοτήτων που έκοβαν πολλά εισιτήρια όπως π.χ. του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, του Χάουαρντ Χοκς, του Τζον Φορντ, του Σαμ Πέκινπα, αλλά αυτών που δεν έκοβαν πολλά εισιτήρια όπως του Ζαν Λικ Γκοντάρ, του Λουίς Μπουνιουέλ, του Φρανσουά Τριφό, του Σεργκέι Αϊζενστάιν. Οπότε συμπεραίνουμε ότι είναι τελείως διαφορετικό το αναγνωστικό κοινό των κινηματογραφόφιλων από την πλειοψηφία του κόσμου που πηγαίνει να δει μια ταινία.

Η μόνη σας ενασχόληση από τότε είναι οι εκδόσεις και η συγγραφή βιβλίων;

Όχι, παράλληλα με τη συγγραφή και την έκδοση βιβλίων, ξεκίνησα και την πρακτική μου ενασχόληση με τον κινηματογράφο, όπως επίσης και τη διδασκαλία. Έτσι λοιπόν βρέθηκα να διδάσκω σε σχολές όπως τη σχολή Σταυράκου όπου δίδασκα ιστορία του κινηματογράφου και κατά καιρούς σενάριο, τελευταία σε δραματικές σχολές διδάσκω το μάθημα του κινηματογράφου και παράλληλα ξεκίνησα την πρακτική μου ενασχόληση αρχικά με την τηλεόραση, με τον Λάκη Παπαστάθη, στην εκπομπή «Παρασκήνιο», στη συνέχεια με μια μικρού μήκους προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και δύο τηλεταινίες για την ΕΡΤ. Παράλληλα και στη συνέχεια έκανα 6 ταινίες, η πρώτη μου μεγάλου μήκους ήταν «Το Αίνιγμα», ένα δικό μου βιβλίο που μετέφερα στον κινηματογράφο, όπως έκανα και σε όλες μου τις ταινίες, αφού και στις υπόλοιπες μετέφερα δικά μου μυθιστορήματα στον κινηματογράφο. Η ταινία «Το Αίνιγμα», αν μη τι άλλο αξίζει για τη συνεύρεση ιερών τεράτων του κινηματογράφου όπως ο Θ. Βέγγος, ο Α. Δαμιανός, ο Γ. Βελέντζας, ο Η. Λογοθέτης, ο Δ. Αβδελιώδης. Στη συνέχεια άρχισα να συμμαζεύομαι, δεν ήθελα, δεν μπόρεσα, δεν με ενδιέφερε να μπω σε μεγάλες παραγωγές παρά μόνο να κάνω αυτό που θέλω και έτσι τα τελευταία 2-3 χρόνια κάνω μια ταινία κάθε χρόνο, με μαθητές και φίλους στο γραφείο σχεδόν μηδενικού κόστους, αλλά είναι αυτό που θέλω και με ικανοποιεί.

Θα θέλατε να μας πείτε και μερικά λόγια και για τις άλλες πέντε ταινίες όπως μας είπατε και για «Το Αίνιγμα»;

Υπάρχουν δύο τηλεταινίες σε παραγωγή της ΕΡΤ, η πρώτη είναι «Η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου», πάνω σε μια νουβέλα του Νίκου Κούνδουρου που μαζί με τον Νίκο κάναμε το σενάριο. Η δεύτερη είναι πάνω σε ένα διήγημα του Ευγένιου Αρανίτση «Τα βήματα» με πρωταγωνιστή τον Θ. Βέγγο και ανάμεσα σε αυτές τις δύο έκανα «Το Αίνιγμα». Η επόμενη ταινία μεγάλου μήκους είναι «Ο υποβρύχιος έρωτας» βασισμένη σε ένα δικό μου βιβλίο. Έπειτα ξεκίνησα την «τριλογία των Εξαρχείων» όπου η πρώτη ονομάζεται «Βίοι Αγίων», γυρισμένη εξ ολοκλήρου στο γραφείο μου και στην αποθήκη του εκδοτικού οίκου, όπου σε ένα περίεργο αλαλούμ, με διάφορους παράλογους τρόπους επικοινωνίας των μέσα με τους έξω που έχουν ξεσηκωθεί όλοι και επικρατεί αναβρασμός, δημιουργείται μια θεότρελη σπονδυλωτή κωμωδία. Η δεύτερη ταινία λέγεται «Φιοντόρ», έχει σχέση με το κλασικό αριστούργημα του Ντοστογιέφσκι «Ο παίχτης». Πραγματεύεται τις υπαρξιακές αναζητήσεις, τα όνειρα, τους φόβους, και τις αγωνίες ενός συγγραφέα, ο οποίος κάτω από την πίεση της εκδότριας του καλείται να γράψει σε ένα μήνα ολόκληρο βιβλίο. Η τρίτη είναι στα σκαριά, δεν έχει ξεκινήσει ακόμη, θα είναι μια περίεργη μεταφορά της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» στα καθ’ ημάς, όπου σε ένα πορνείο ή ένα μπαρ μαζεύονται οι ήρωες της «Οδύσσειας» και της «Ιλιάδας». Ενδεχομένως να μην την κάνω αμέσως αυτήν την ταινία καθώς υπάρχει μια ακόμη σκέψη στα σκαριά για μια ταινία, η οποία θα ονομάζεται «Η επέλαση των Απάτσι» όπου σαν θέμα της έχει την είσοδο σε ένα μικρομεγάλο αστικό σπίτι μιας παρέας εξαθλιωμένων όπου η κατάσταση θυμίζει το «Χοιροστάσιο» του Παζολίνι. Μια από τις δύο πάντως ήταν στο πρόγραμμα να ξεκινήσει μέσα στον Μάιο, αλλά εντέλει λόγω μιας άλλης συγκυρίας δεν θα ξεκινήσει ακόμη, μάλλον από το καλοκαίρι και μετά.

Ποια είναι αυτή η συγκυρία που σας σταματά;

Μετά από 25 χρόνια απουσίας, το 2000 γύρισα στο θέατρο, αρχικά γράφοντας και αργότερα στη συνέχεια σκηνοθετώντας. Το πρώτο θεατρικό που έγραψα ονομάζεται «Όταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης συνάντησε τον Γεώργιο Βιζυηνό» που αναφέρεται στις τελευταίες ημέρες του Βιζυηνού στο ψυχιατρείο και τη φανταστική επίσκεψη που δέχτηκε από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Αυτό το έργο το έκανε παράσταση ο Γιώργος Αρμένης και μάλιστα ήταν πάρα πολύ καλή. Στη συνέχεια έγραψα το «Όταν ο Σκαρίμπας κήρυξε τον πόλεμο κατά της Χαλκίδας» που το σκηνοθέτησε και επίσης ανέβασε με εξαιρετική επιτυχία ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Μετά έγραψα ένα έργο «Πόε», στηριγμένο στον Ε. Α. Πόε που ανέβασε ο Αλμπέρτο Εσκενάζυ και ήταν και αυτή καλή. Έπειτα ανέβασα ένα έργο μου, σε δική μου σκηνοθεσία με το όνομα «Ιερή πόρνη» που και με αυτό πήγαμε επίσης αρκετά καλά και φέτος ξεκινήσαμε ένα άλλο θεατρικό μου. Το θέμα είναι δύο πίνακες του Θεόφιλου που συνομιλούν μεταξύ τους και ονομάζεται «Η ερωτευμένη απελπισθείσα». Την παράσταση αυτή ξεκίνησε να τη σκηνοθετεί μια φίλη που στην πορεία κάτι συνέβη και την ανέλαβα και αυτήν εγώ. Τέλος έχω ξεκινήσει ένα νέο project με το όνομα «Το σημείο του σταυρού», μαζί με φίλους οι οποίοι ποζάρουν ως εσταυρωμένοι. Φτιάχνεται ένα βιβλίο και θα γίνουν και κάποιες εκθέσεις φωτογραφίας.

Ο Γιάννης Σολδάτος
Ο Γιάννης Σολδάτος

Για ποιο λόγο κ. Σολδάτο δεν ασχοληθήκατε περισσότερο ενεργά ως δημιουργός του κινηματογράφου;

Όταν με ρωτούν: «ποιο είναι το πρότυπό σου» απαντώ πως είναι ο Κοκτό που έκανε τα πάντα ταυτόχρονα. Ήταν ποιητής, ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, σκηνοθέτης κ.ά. Με ρωτούν πολλές φορές γιατί ασχολούμαι με τόσα πράγματα. Από πανικό θα έλεγα, αν κάνω μονάχα ένα πράγμα και δεν μου πάει καλά, θα πηδήξω από το μπαλκόνι. Αν έκανα μόνο ταινίες, ξεκινούσα να κάνω μια και στη συνέχεια μου έλεγαν: «δεν σου δίνουμε λεφτά», θα τρελαινόμουν! Ενώ τώρα αν δεν μου πάει η ταινία, θα πω δεν πειράζει, θα γράψω το βιβλίο μου, αν δεν μου πάει ούτε το βιβλίο, θα ανεβάσω μια παράσταση στο θέατρο, αν ούτε αυτό μου πάει, θα ασχοληθώ με τις εκδόσεις και εν πάση περιπτώσει κάτι θα έχω να κάνω. Το συγκεκριμένο ήταν και το σημείο διαφωνίας μου με τον μακαρίτη τον Αγγελόπουλο που μου έλεγε: «Ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς» και του έλεγα: «Δεν μπορώ να κάνω αυτό που κάνεις εσύ, Θεόδωρε», δηλαδή να περιμένω τέσσερα και πέντε χρόνια για να κάνω μια ταινία. Ο Αγγελόπουλος αυτό έκανε, για πέντε και έξι χρόνια σκεφτόταν την επόμενη ταινία του, πώς θα είναι, πώς θα είναι τα πλάνα του, πώς θα στήσει τους ηθοποιούς του, πού θα κάνει τα γυρίσματα κτλ. Ήταν μοναδικός στο να κάνει ένα πράγμα με μοναδικό τρόπο.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο δημιουργό του χώρου μετά τόσα χρόνια εμπειρίας για το ξεκίνημα του;

Να κάνει αυτό που του αρέσει, να έχει ανοιχτό μυαλό και να δουλεύει πολύ. Μόνο αυτά, δεν μπορεί στο κάτω-κάτω να του πεις και τίποτα άλλο, θα είναι λάθος, ο καθένας είναι ξεχωριστός και έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει και ό,τι του αρέσει.

Πολύ ωραία, θα ήθελα τώρα να μου σχολιάσετε, ως ιστορικός του κινηματογράφου που είστε, δώδεκα γνωστούς σκηνοθέτες από τον σύγχρονο και τον κλασικό κινηματογράφο. Θα σας λέω εγώ τα ονόματα και θα μου κάνετε ένα πολύ σύντομο σχόλιο για τον καθένα, πάμε;

Ναι ξεκινάμε!

1. Όρσον Γουέλς: Η ιδιοφυία

2. Σ. Μ. Αϊζενστάιν: Ο αρχιμάστορας

3. Εμίρ Κοστουρίτσα: Ο ευφάνταστος τσιγγάνος

4. Ζαν Λυκ Γκοντάρ: Ο αναρχικός πάπας

5. Στήβεν Σπήλμπεργκ: Η ιλουστρασιόν βιτρίνα

6. Μικελάντζελο Αντονιόνι: Ο διανοούμενος

7. Λουίς Μπουνιουέλ: Ο μάγος

8. Κένζι Μιζογκούτσι:Τα απόκρυφα ευαγγέλια

9. Πιερ Πάολο Παζολίνι: Το πάντρεμα της θεωρίας με την ποίηση

10. Ίνγκμαρ Μπέρκμαν: Ο άνθρωπος που αναμετρήθηκε με τον θεό

11. Ζακ Τατί: Εκείνος που έδωσε στο ασήμαντο σημαντικότερες διαστάσεις από το σημαντικό

12. Μπράιαν Ντε Πάλμα: Η χολιγουντιανή επιτομή

 

INFO

Ο Γιάννης Σολδάτος γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1952. Είναι συγγραφέας της Iστορίας του Ελληνικού Kινηματογράφου και διευθυντής του εκδοτικού οίκου «Αιγόκερως», που έχει στο ενεργητικό του την κυκλοφορία εκατοντάδων κινηματογραφικών και λογοτεχνικών βιβλίων. Έχει διατελέσει καθηγητής Iστορίας του Kινηματογράφου στις σχολές Σταυράκου και Χατζίκου. Έχει γράψει τα βιβλία: Στον αστερισμό του Κριού (μυθιστόρημα), Τρομαχτικές ιστορίες (διηγήματα), Πολεμικές ιστορίες (διηγήματα), Tο Αίνιγμα (μυθιστόρημα), Eύα, η αγαπημένη των βρικολάκων (νουβέλα), Η πλάνη (νουβέλα), Υποβρύχιος έρωτας (μυθιστόρημα), Ελένη: Λιοσίων 5Α (διηγήματα), Αλέξης Δαμιανός (κριτική βιογραφία), Ζαν-Λικ Γκοντάρ (κριτική βιογραφία), Συνοπτική Iστορία του Ελληνικού Kινηματογράφου, Ελληνικός Κινηματογράφος, ένας αιώνας (πολυτελές πανόραμα), Ένας άνθρωπος παντός καιρού (κριτική βιογραφία του Θανάση Βέγγου). Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες: Η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου (παραγωγή «Aιγόκερως»-ET2), Bήματα (παραγωγή «Aιγόκερως»-ET2), Υποβρύχιος έρωτας (παραγωγή «Aιγόκερως»-EΡT-NEW STAR), Tο Aίνιγμα (παραγωγή «Aιγόκερως»-EΡT-EKK-ΦAΣMA), Ένα Σάββατο βράδυ (μικρού μήκους, παραγωγή «Aιγόκερως»-EKK). Έχει επίσης σκηνοθετήσει σαράντα επεισόδια της σειράς Η περιπέτεια ενός ποιήματος (παραγωγή «Aιγόκερως»-ET2), τέσσερα δραματοποιημένα επεισόδια της σειράς Σελίδες με θέα (ET1), τo ντοκιμαντέρ Ένας άνθρωπος παντός καιρού (παραγωγή «Aιγόκερως»-EPT-EKK), πέντε ντοκιμαντέρ με το γενικό τίτλο Καστρολόγος (αναφορά στον Φώτη Κόντογλου – παραγωγή ET1) και δέκα επεισόδια της εκπομπής Παρασκήνιο (ΕΤ1). Τέλος, έχει κάνει την παραγωγή πολλών ραδιοφωνικών εκπομπών, κυρίως με θέμα τον κινηματογράφο.

Δείτε την εισαγωγή από το βραβευμένο μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ του Γιάννη Σολδάτου: «ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ: Άνθρωπος παντός καιρού».

 

Έφη Λογγίνου
Η Έφη Λογγίνου σε σκηνή από τα 45m2 του Στράτου Τζίτζη

Έφη Λογγίνου: Το κορίτσι έξω από τα 45 τετ.
Η Έφη Λογγίνου, πρόσφατα βραβευμένη από το φεστιβάλ “Νύχτες Πρεμιέρας” ως καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιός για τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην ταινία “45 m2” του Στράτου Τζίτζη, βρέθηκε μαζί μας σε ένα καφέ του Θησείου για να μας μιλήσει για την ταινία, τον εαυτό της και την καριέρα της.

Καλημέρα Έφη, πώς νιώθεις που βραβεύτηκες από το φεστιβάλ “Νύχτες Πρεμιέρας” ως η καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιός σε ταινία μεγάλου μήκους;

Σίγουρα νιώθω πολύ μεγάλη χαρά και τιμή για αυτή μου τη βράβευση αλλά και για το ότι ακούστηκε για άλλη μια φορά η ταινία. Είναι μία δουλειά που αγαπώ και με κάνει υπερήφανη !

Πόσα χρόνια είσαι στο επάγγελμα του ηθοποιού;

Φέτος είναι ο ένατος μου χρόνος στη δουλειά, τελείωσα τη σχολή του Γιώργου Κιμούλη το 2002. Βέβαια η σχολή πλέον δεν υπάρχει αλλά όσο λειτουργούσε έκανε καλή δουλειά (χαμόγελά).

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την υποκριτική, ήταν το παιδικό σου όνειρο;

Νομίζω ότι δεν το επέλεξα ακριβώς, η ίδια μου η ζωή με οδήγησε και κάποια στιγμή μου έγινε ανάγκη, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο και να είμαι ευτυχισμένη. Ξέρεις, όπως όλα τα παιδιά και εγώ έψαχνα τι θα κάνω στη ζωή μου, σίγουρα δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι το οποίο θα με έκανε να νιώθω ανελεύθερη.

Ποιες ήταν όμως οι πρώτες σου επιρροές που σε οδήγησαν στη γνωριμία σου με το θέατρο και τον κινηματογράφο;

Από παιδί όταν ήμουν στη Σουηδία, είχα την τύχη οι γονείς μου να έχουν επιλέξει ένα παιδικό σταθμό όπου κάναμε πολλά θεατρικά παιχνίδια και είχε και αίθουσα με κουστούμια και αργότερα ανεβάζαμε παραστάσεις. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα ασχολήθηκα με κάποιες ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες στην εφηβεία μου και παρακολουθούσα το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της Πάτρας. Λίγο πολύ, αυτά ήταν τα ερεθίσματα μου.

Μου είπες ότι ήσουν στη Σουηδία, πώς βρέθηκες εκεί;

Είχε πάει η μητέρα μου να σπουδάσει, εκεί πήγε να την βρει ο πατέρας μου όπου γνωρίζονταν από παιδιά έτσι έμειναν και άρχισαν να δουλεύουν. Στη συνέχεια παντρεύτηκαν και έτσι γεννήθηκα εγώ και η αδερφή μου εκεί.

images_757_3_45m3

Ας γυρίσουμε όμως πάλι στην υποκριτική… Ποιά ήταν η πρώτη σου δουλειά;

Η πρώτη μου δουλειά ήταν στην “Αντιγόνη” όπου ανέβηκε στην Επίδαυρο στο δεύτερο μου έτος της σχολής σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη, με πρωταγωνίστρια την Πέγκυ Τρικαλιώτη στο ρόλο της Αντιγόνης και εκεί συμμετείχα για πρώτη μου φορά σε επαγγελματική παράσταση έχοντας ένα ρόλο στο χορό.

Δηλαδή το ξεκίνημα σου ήταν στο θέατρο της Επιδαύρου, θαυμάσιο ξεκίνημα για μία νέα ηθοποιό, εξαιρετική εμπειρία αλλά και μεγάλο το βάρος της ευθύνης σωστά;

Δεν ένιωσα τότε τόσο έντονα το βάρος της ευθύνης, ήμουν νέα, άπειρη και αθώα, στη σχολή ακόμα. Τώρα αυτή τη στιγμή που γνωρίζω κάποια πράγματα περισσότερα θα ένιωθα πολύ πιο έντονα αυτό το δέος, σίγουρα θα αγχωνόμουν πολύ και θα έπρεπε να έχω πολύ μεγάλη σιγουριά για τον εαυτό μου για να ανταπεξέλθω.

Πώς συνέχισες την καριέρα σου και τι ακολούθησε;

Στη συνέχεια έπαιξα πάλι με τον Γιώργο Κιμούλη στον «Έμπορο της Βενετίας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, όπου έπαιζα την Τζέσικα ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος ρόλος της καριέρας μου.

Και η πρώτη σου κινηματογραφική δουλειά;

Η πρώτη μου δουλειά στον κινηματογράφο ήταν μία ταινία μικρού μήκους ενός φίλου μου του Παναγιώτη του Φαφούτη με τίτλο «Η ζωή είναι Βραχεία» και έκανα ένα πολύ μικρό πέρασμα, κάνοντας την κοπέλα του πρωταγωνιστή. Ήταν κυρίως μία πρόσκληση για να μάθω πως γυρίζεται μια κινηματογραφική ταινία, γι’ αυτό το λόγο και παρευρέθηκα σε όλα τα γυρίσματα. Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους που συμμετείχα ήταν τα «45 m2», δεν είχα μεγάλη εμπειρία από τον κινηματογράφο πριν από αυτή.

Έλεγες λοιπόν ότι ως επί το πλείστον, αν συμπεριλάβουμε στα υπόψη μας και τους ρόλους σου στην τηλεόραση συνηθίζεται οι ρόλοι που σου δίνονται να είναι της νεαρής κοπέλας.

Ναι και πιστεύω ότι για τα επόμενα σαράντα χρόνια θα συνεχίζω να παίζω το ρόλο της μικρής κοπέλας, θα έχουν ασπρίσει τα μαλλιά μου και ακόμη θα παίζω την μικρή κοπέλα (γέλια).

Αυτό είναι πολύ καλό από τη μία γιατί μικροδείχνεις, είσαι μία φρέσκια παρουσία και άλλωστε έχεις και πολλά χρόνια καριέρας ακόμη μπροστά σου έτσι ώστε να σου δοθεί η ευκαιρία να παίξεις και τους «γηραιούς» ρόλους.

Σε ευχαριστώ πολύ. Σοβαρά τώρα, μου δίνει μεγάλη χαρά όμως να παίζω τους ρόλους που μπορώ να παίζω αυτή τη στιγμή και αργότερα θα δοκιμαστώ με κάτι αλλιώτικο, έτσι και αλλιώς κάθε φορά βάζω και κάτι νέο στις αποσκευές μου… Δεν βιάζομαι αλλά και δεν φοβάμαι να γεράσω, για την ακρίβεια θέλω να γεράσω και να γεράσω καλά ακόμη και να κάνω ρυτίδες. Δεν έχω πρόβλημα, ειλικρινά πιστεύω ότι κάθε ηλικία έχει τη δική της χάρη και σίγουρα όλα όσα έχεις να αποκομίσεις από την διαδρομή και την πορεία σου προς τα γεράματα είναι πάρα πολύ σημαντικά και το αντίτιμο φαντάζει μικρό.

Η τελευταία σου δουλειά στο θέατρο, νομίζω ήταν στο θέατρο τέχνης Κάρολος Κουν, σωστά;

Σωστά, έπαιξα «Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης» του Μαριβό σε σκηνοθεσία του Εύη Γαβριηλίδη ενσαρκώνοντας την Σίλβια. Ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία. Ήταν μεγάλη μου τιμή που έπαιξα στο θέατρο Κάρολος Κουν και σίγουρα μεγάλη μου χαρά που συνεργάστηκα με τον Εύη Γαβριηλίδη που είναι ένας πολύ σημαντικός σκηνοθέτης που έχει κάνει πολλές δουλειές σε Ελλάδα και Κύπρο και σίγουρα έμαθα πάρα πολλά δίπλα του.

images_provevlimena_logginou

Μίλησέ μας για τα «45 m2», την ταινία για την οποία βραβεύτηκες και όπως μας είπες και νωρίτερα είναι ο πρώτος σου πρωταγωνιστικός ρόλος στον κινηματογράφο…

Σίγουρα ήταν μεγάλη μου χαρά και μεγάλη μου τιμή που πρωταγωνίστησα στην ταινία του Στράτου (Τσίτζης) και ο ρόλος της Χριστίνας ήταν ένας εξαιρετικά ενδιαφέρον ρόλος, όμορφος και δέθηκα μαζί του.

Πώς προσέγγισες εσύ αυτό το ρόλο, έτσι ώστε να καταφέρεις να τον ενσαρκώσεις με τον τρόπο που τον ενσάρκωσες;

Ήταν ένα μεγάλο ταξίδι, γιατί ναι μεν είμαι η ηρωίδα και εννοώ ότι έχει στοιχεία μου και έχω στοιχεία της αλλά έπρεπε να ψάξω και πολλά πράγματα και να παρατηρήσω τους άλλους νέους γύρω μου έτσι ώστε να ενταχθώ στον ψυχισμό αυτής της κοπέλας. Σίγουρα με βοήθησε πολύ και ο σκηνοθέτης μου ο οποίος αγαπά πολύ τους ηθοποιούς και με οδήγησε σωστά.

Με το γυμνό αντιμετώπισες δυσκολίες;

Το γυμνό είναι δύσκολο για όλους τους ηθοποιούς και για εμένα είναι φυσικά. Δεν είναι δύσκολο για το πώς θα χαρακτηρίσουν ή πώς θα δουν το σώμα μου, με τον ίδιο τρόπο που ξεγυμνώνεις την ψυχή σου για να προσεγγίσεις ένα ρόλο και αισθάνεσαι περίεργα έτσι αισθάνεσαι και όταν βγάζεις τα ρούχα σου, είναι το ίδιο πράγμα ακριβώς. Για άντρες και γυναίκες ισχύει αυτό, αλλά σίγουρα το καλό κλίμα εμπιστοσύνης και σεβασμού που επικρατεί στα γυρίσματα είναι πολύ σημαντικό για να γίνει μία σκηνή.

Ποια είναι τα όνειρα σου και οι στόχοι σου για αυτή τη δουλειά;

Πρώτα απ’ όλα θέλω να είμαι υγιής και δυνατή, σίγουρα στις μέρες μας σε κάθε δουλειά χρειάζεται περίσσεια δύναμη για να αντέξει κανείς. Επίσης να έχω καθαρή σκέψη και καλή αντίληψη έτσι ώστε να μη χάνω ευκαιρίες και φυσικά να κάνω γνωριμίες και καλές συνεργασίες όπου θα με βοηθήσουν και εμένα να αναπτυχθώ μέσα από τη συνεργασία μας. Δεν σκέφτομαι συγκεκριμένους ρόλους.

Ναι αλλά ποιος είναι ο ρόλος που θα ήθελες να παίξεις αυτή τη στιγμή;

Κανένας και όλοι ταυτόχρονα, αυτή τη στιγμή δεν έχω στο μυαλό μου κάποιο συγκεκριμένο ρόλο. Θα σου πω όμως το ρόλο που ονειρευόμουν όταν ήμουν στη σχολή να παίξω, αυτός είναι ο ρόλος της Λαίδης Μάκβεθ αλλά μετά από εννιά χρόνια εμπειρίας στο χώρο καταλαβαίνεις ότι μπορείς να κερδίσεις και να ανακαλύψεις τη μαγεία μέσα από κάθε ρόλο.

Ποιος είναι ο ρόλος ο οποίος θαυμάζεις άσχετα με το αν θα μπορούσες να τον παίξεις, γιατί μπορεί να μιλάμε για κάποιον αντρικό ρόλο, όπως π.χ. τον Οθέλλο;

Ο Ριχάρδος ο Τρίτος.

Κινηματογράφος ή θέατρο;

Και τα δύο τα αγαπώ, θέλω να κάνω πολλές ταινίες και φυσικά να παίξω και σε πολλές παραστάσεις.

images_45tetragwnika2

Είσαι οπαδός του ευρωπαϊκού ή του Αμερικανικού κινηματογράφου;

Του ευρωπαϊκού κυρίως αλλά και του ανεξάρτητου αμερικανικού όπως και του ασιατικού.

Αγαπημένος σκηνοθέτης;

Ο Ταρκόφσκι, αλλά σίγουρα είναι πολλοί οι μεγάλοι σκηνοθέτες, ευτυχώς δηλαδή για εμάς.

Αγαπημένος συγγραφέας;

Ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Αγκέεφ που έχει γράψει, μην σοκαριστείς από τον τίτλο, «Το μυθιστόρημα με κοκαΐνη». Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο, μου το πρότεινε και εμένα ένας φίλος μου και το προτείνω και εγώ με τη σειρά μου σε όλους τους φίλους του περιοδικού να το διαβάσουν, για εμένα είναι από τα πιο δυνατά και όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει.

Ποια είναι τα χόμπι σου;

Κατά καιρούς έχω περάσει από διάφορα στάδια όπως π.χ. να ζωγραφίζω ή να φτιάχνω κοσμήματα με πηλό, μου αρέσει πολύ το τρέξιμο, οι βόλτες με το ποδήλατο, το κολύμπι και τώρα θέλω να ασχοληθώ με τη φωτογραφία, την βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα και πολύ εκφραστική ως τέχνη.

Τι επάγγελμα ήθελες να κάνεις όταν ήσουνα παιδί;

Από παιδί ήθελα να γίνω ηθοποιός αλλά μου άρεσε πολύ και η ψυχολογία και το επάγγελμα του αρχαιολόγου, μου αρέσει να ερευνώ και να εμβαθύνω.

Και εν τέλει έγινες ηθοποιός…

Ναι, και είμαι πάρα πολύ χαρούμενη άλλωστε είναι και αυτό που με εκφράζει καλύτερα.

Σε ευχαριστώ πολύ Έφη, σίγουρα η κουβέντα μας είχε πολύ ενδιαφέρον! Σου εύχομαι κάθε επιτυχία και μία λαμπρή καριέρα, γιατί το αξίζεις. Είσαι άλλωστε ένα πολύ προσγειωμένο άτομο και πολύ ευπρόσιτη.

Και εγώ σε ευχαριστώ, να είσαι καλά και κάθε επιτυχία για το περιοδικό.

 

ΔΕΙΤΕ ΤΟ TRAILER ΤΩΝ «45 m2»