Άρθρα

Λεωφόρος της Δύσης-Αφίσα ταινίας
Λεωφόρος της Δύσης- Αφίσα της ταινίας με τους G.Swanson και W.Holden

Αν τα όνειρα μπορεί να τα διατρέχει δρόμος, τότε αυτός έχει όνομα… Λεωφόρος της Δύσης. Ο λόγος απλός· με μήκος περί τα 35 χιλιόμετρα, διαπερνά κεντρικά σημεία του Λος Άντζελες, όπως το Μπέβερλι Χιλς και τη Μέκκα του κινηματογράφου, το Χόλυγουντ. Με αυτό στο μυαλό, το συχνό σεναριακό δίδυμο Billy Wilder και Charles Brackett αποφασίζουν να αφήσουν στην άκρη το «Κουτί με τα φασόλια» και να μετονομάσουν την ταινία τους σε Λεωφόρο της Δύσης. Πρόκειται για ένα μακάβριο μελόδραμα του 1950 με έντονα στοιχεία φιλμ νουάρ αλλά και δόσεις μαύρης κωμωδίας. Ενισχύοντας τη σεναριακή τους δυναμική με τη «στρατολόγηση» του D.M. Marshman Jr. και με τον Billy Wilder στο σκηνοθετικό τιμόνι ξεκινά να δημιουργείται η ταινία που θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της βιομηχανίας.

Περίληψη

Μετά από έντονο αυτοκινητικό κυνηγητό, ο σεναριογράφος δευτέρας διαλογής Joe Gillis (William Holden) βρίσκεται μπροστά από μια παρατημένη έπαυλη. Εκεί διαμένει η πάλαι ποτέ διάσημη ηθοποιός της βωβής περιόδου του κινηματογράφου Norma Desmond (Gloria Swanson) μαζί με τον πιστό της υπηρέτη Max (Erich von Stroheim). Για τα χρήματα και μόνο, αναλαμβάνει την επιμέλεια του σεναρίου, που υπογράφει η ίδια η Norma, και μετακομίζει στο σπίτι της. Παγιδευμένος χωρικά και συναισθηματικά ο Joe γρήγορα εξελίσσεται σε ερωτικό τρόπαιο της Norma με σημαντικές οικονομικές απολαβές. Το όνειρο, όμως, της συγγραφής δεν τον έχει αφήσει και φουντώνει με τη βοήθεια της νεαρής επιμελήτριας σεναρίων Betty (Nancy Olson). Τα νυχτερινά σκασιαρχεία του ταράσσουν την ήδη ταραγμένη πνευματικώς Norma και η αρχή του τέλους ξεκινά.

Λεωφόρος της Δύσης-Αρχή ταινίας
Λεωφόρος της Δύσης- Ο πολυσυζητημένος δρόμος του Λος Άντζελες
Ο ταλαντούχος κ. Γουάιλντερ

Γεννημένος στην τότε Αυστροουγγαρία, ο Samuel Wilder (Billy ήταν παρατσούκλι από τη μητέρα του λόγω της αδυναμίας της στο θρύλο της Δύσης Μπάφαλο Μπιλ) έδειξε νωρίς το ανήσυχό του πνεύμα. Έκανε πέρασμα από τη Νομική, τη δημοσιογραφία, τις δημόσιες σχέσεις μέχρι να ξεκινήσει το 1929 να ασχολείται με τον κινηματογράφο. Λόγω της ανόδου της ναζιστικής Γερμανίας αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Βερολίνο και να καταφύγει στη Γαλλία και από εκεί στις ΗΠΑ. Εκεί στο Χόλυγουντ σημαδεύεται η σεναριακή του σταδιοδρομία όταν γνωρίζει το συγγραφικό άλλο του μισό, τον Charles Brackett. Μαζί υπογράφουν βραβευμένες και αξιομνημόνευτες ταινίες, όπως τα «Νινότσκα» και «Χαμένο Σαββατοκύριακο».

Θέλοντας να έχει τον απόλυτο έλεγχο όσων γράφει, αποφασίζει να αναλάβει τα σκηνοθετικά ηνία. Μόνο αυτός μπορεί να αποτυπώσει το αίσθημα του κειμένου του και να φωτίσει τις λέξεις. Είναι κυνικός και το δηλώνει. Και όταν δεν το δηλώνει το δείχνει. Το οξύ του πνεύμα σε συνδυασμό με το καυστικό του χιούμορ ξεδιπλώνεται σε κάθε ταινία που φέρει την υπογραφή του ανεξαρτήτως κατηγορίας. Άλλωστε ο ίδιος δεν αναλώθηκε μόνο σε ένα είδος· πειραματίζεται στις ταινίες του επιλέγοντας από σκοτεινά δράματα μέχρι τρελές φαρσοκωμωδίες. Δε φοβάται να πρωτοπορήσει κάνοντας αρκετές από αυτές τολμηρές -για την εποχή τους-σε σκηνές ή περιεχόμενο.

Η πιο τολμηρή από όλες είναι αναμφίβολα η Λεωφόρος της Δύσης. Είναι η πρώτη φορά που δημιουργοί αποφασίζουν να υπεισέλθουν στα ενδότερα του κινηματογραφικού παρασκηνίου. Μέσα από την ταινία διαλύεται η εξιδανικευμένη εικόνα του συστήματος. Παρουσιάζεται σκληρά η ζωή όταν σβήσουν τα φώτα και περάσει η φήμη. Άλλωστε μιλάμε για μια περίοδο που λόγω της μετάβασης στον ομιλούντα κινηματογράφο, τα φαινόμενα της παραγκώνισης ήταν αρκετά. Κάποιοι το δέχθηκαν αξιοπρεπώς και προχώρησαν, κάποιοι πάσχισαν ανεπιτυχώς να το αναστρέψουν. Η Λεωφόρος της Δύσης αυτά τα «φαντάσματα» θέλει να παρουσιάσει. Έτσι μας προσφέρει ο Wilder την πιο πικρόχολη ταινία του. Χόλυγουντ εναντίον Χόλυγουντ λοιπόν…

Λεωφόρος της Δύσης- Πίσω από τις κάμερες
Ο σκηνοθέτης Wilder δίνει οδηγίες και η πρωταγωνίστρια Swanson θαυμάζει
Λεωφόρος της Δύσης-Ένας δρόμος, μια ιστορία

Η Λεωφόρος της Δύσης ξεκινά και μας γνωστοποιεί αμέσως το όνομά της, με τους τίτλους αρχής να κυλάνε στην άσφαλτο. Είμαστε στο σήμερα της ταινίας «ψαρεύοντας» το νεκρό σώμα του πρωταγωνιστή από την πισίνα. Ενώ από τα πρώτα λεπτά της αποκαλύπτεται το τέλος, παραδόξως το ενδιαφέρον δεν εκλείπει. Θέλουμε να μάθουμε τι ακριβώς έγινε. Με τη χρήση του φλάσμπακ – μία μέθοδο που αγαπάει ο Wilder – απλά θα γυρίσουμε πίσω μόλις έξι μήνες. Όχι μόνοι, όμως, αλλά συντροφιά με τη μεταθανάτια αφήγηση του Joe. Παρότι πικραμένος από την κατάληξή του, θέλει να διηγηθεί την ιστορία του, όπως έγινε, από την αρχή.

Σε οικονομικό και επαγγελματικό αδιέξοδο, ο ζωντανός -τότε- Joe ελπίζει σε μία ευκαιρία. Τα σενάριά του δεν πωλούνται, το ενοίκιο του τρέχει και οι δικαστικοί επιμελητές απειλούν με κατάσχεση του αυτοκινήτου του. Στην προσπάθειά του να τους ξεφύγει, ο δρόμος τον βγάζει σε μία φαινομενικά εγκαταλελειμμένη έπαυλη. Η λεπτομερής περιγραφή της έπαυλης μαρτυρά τον εντυπωσιασμό του. Μέσα από την επίμονη αφήγηση ίσως υποβόσκει μία λανθάνουσα παρομοίωση ανάμεσα στο κτήριο και την ιδιοκτήτριά του. Πρέπει να προετοιμαστούμε για τη μεγάλη γνωριμία με τη Norma. Και αυτή σαν την έπαυλη έχει μια σκονισμένη μεγαλοπρέπεια που μαρτυρά περασμένες στιγμές δόξας.

Με αιτία μια παρεξήγηση ο Joe μπαίνει επιφυλακτικά στο σπίτι. Στη θέα της πενθούσας Norma, που θρηνεί το νεκρό χιμπατζή της, αντιδρά με κραυγαλέα ειρωνεία. Δεν έχει αντιληφθεί αμέσως με ποια ακριβώς συνομιλεί. Ακόμη, όμως, και μετά την αναγνώριση, η ειρωνεία δεν παύει· απλά παραμερίζεται στιγμιαίως για την απαραίτητη δήλωση συγκρατημένου θαυμασμού. Εκεί παρατηρούμε, μέσα από ένα μνημειώδες πινγκ πονγκ καυστικών ατακών των πρωταγωνιστών, να ξεχύνεται το ασυγκράτητο δηκτικό χιούμορ του Wilder.

Λεωφόρος της Δύσης-Πίσω από τις κάμερες
Οι πρωταγωνιστές φιλιούνται και ο σκηνοθέτης Wilder αποτυπώνει τη σκηνή
Δόξα και ματαιοδοξία

Μια εκκεντρική συνεργασία ξεκινά με διαφορετική αφετηρία, αλλά κοινό τερματισμό. Ο μεν Joe βρίσκει ως επιμελητής του σεναρίου της ακόμη ψωνισμένης Norma την τέλεια ευκαιρία για γρήγορο και ξεκούραστο χρήμα. Η δε Norma, που γοητεύεται εξαρχής από το νεανία, βλέπει στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που θα βοηθήσει στην επανεμφάνισή της. Όχι επάνοδο· «Τη σιχαίνεται αυτή τη λέξη!». Του προσφέρει τα πάντα· σπίτι, χρήματα, ακριβά ρούχα στερώντας του, όμως, κάθε έννοια προσωπικού χώρου. Περικυκλώνεται συνέχεια από την ίδια και τον μπάτλερ της χάνοντας την ελευθερία της κίνησης. Εγκλωβισμένος σε ένα σπίτι έχει ως μόνη του διασκέδαση νύχτες σινεμά με πρωταγωνίστρια τη Norma.

Η ασφυκτική ατμόσφαιρα αρχίζει να πνίγει τον καιροσκόπο Joe. Βαρέθηκε να βλέπει τους «συγκατοίκους», κουράστηκε να κάνει παρέα με ξεχασμένα «κέρινα ομοιώματα». Θέλει να βρεθεί και να μιλήσει με συνομηλίκους. Θέλει να μυρίσει και να γευτεί τα νιάτα. Δεν συνειδητοποιεί ακόμη ότι μπλέχτηκε ήδη στο περίεργο παιχνίδι διεκδίκησης. Μετά την ερωτική εξομολόγηση και την απόπειρα αυτοκτονίας της προστάτιδας του υποκύπτει. Ίσως αισθάνεται λύπηση· ίσως και ευγνωμοσύνη. Άλλωστε η Norma είναι η μόνη, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, που του φέρθηκε με καλοσύνη στην απάνθρωπη αυτή πόλη. Υποκύπτει λοιπόν στον πιεστικό έρωτά της και γίνεται τελικώς το αγόρι-παιχνίδι της.

Μετά τη σεξουαλική κατάκτηση, το μόνο που απομένει για τη Norma είναι η πολυπόθητη ταινία της. Μπλεγμένη μέσα στη φαντασία της, που ενισχύθηκε από κατά συνθήκη ψεύδη των τρίτων, αφήνει ελεύθερη τη ματαιοδοξία της. Όχι ότι την είχε ποτέ περιορισμένη. Άλλωστε η επιλογή της να επιστρέψει στο σινεμά υποδυόμενη ίσως τη μεγαλύτερη πλανεύτρα, τη «Σαλώμη», περίτρανα αποδεικνύει τη μη αποδοχή της πραγματικότητας. Ενώ υπήρξε κάποτε μια σπουδαία ηθοποιός- ίσως η καλύτερη- δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πλέον η νιότη έχει φθίνει. Η ίδια όμως κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της, με ανάλογη βοήθεια από την αισθητική κοσμητική, για να εμποδίσει το χρόνο.

Λεωφόρος της Δύσης- Ηθοποιοί ταινίας
Ο W. Holden και τα «κέρινα ομοιώματα»
Η σταρ του παλαιού σινεμά

Λαμβάνοντας την άρνηση των Mae West, Mary Pickford και Greta Garbo για το ρόλο της Norma Desmond ο Wilder βρέθηκε σε τέλμα. Χρειάστηκε η πνευματώδης επέμβαση του George Cukor για να τεθεί το όνομα της πάντα τεράστιας Gloria Swanson στο τραπέζι. Η Λεωφόρος της Δύσης ενθουσιάζει την ηθοποιό αλλά προσβάλλεται από το αίτημα να περάσει από οντισιόν. Μετά τη φιλική απειλή του Cukor ότι «θα την πυροβολήσει αν δεν το κάνει», κάνει το δοκιμαστικό, και κερδίζει τον σημαντικότερο ρόλο της ζωής της.

Έντονη ηθοποιός με χαρακτηριστική φυσιογνωμία και συγκρατημένη προκλητικότητα ξεδιπλώνει την εμβληματική Desmond με σεβασμό. Αντιλαμβάνεται άλλωστε το ρόλο στο ακέραιο. Είναι και η ίδια, όπως και η Desmond, θρυλική σταρ του βωβού κινηματογράφου. Μόνο που η ίδια δεν είχε κανένα πρόβλημα με την αλλαγή στα δεδομένα. Μπορεί να μην την ευχαρίστησε που την προσπέρασε η παρέλαση, αλλά το αποδέχθηκε και προσαρμόστηκε. Στράφηκε στην τηλεόραση κάνοντας καινούρια καριέρα μέχρι φυσικά να έρθει στο δρόμο της η Λεωφόρος της Δύσης.

Σε όλη την ταινία η υποκριτική της εκπαίδευση είναι εμφανής. Με όλο το σώμα να συμμετέχει στην ερμηνεία μιλάει με τα μάτια, υπερβάλλει με τα χέρια. Ο χώρος δεν την εγκλωβίζει. Η εικόνα της γεμίζει αβίαστα την οθόνη, χωρίς όμως να υπερκαλύπτει τους συμπρωταγωνιστές της. Η έκπληξη βέβαια έρχεται με το διάλογο. Σαν να μιλούσε πάντα, δίνει άλλη διάσταση στις λέξεις, ίσως επειδή τις αντιμετωπίζει με πρωτόγνωρη υπακοή.

Ενώ μας παρουσιάζει μια γυναίκα πνευματικά ασταθή και ταραγμένη, μας γεννά αισθήματα συμπάθειας. Φροντίζει να μη μας ενοχλεί η ματαιοδοξία και η ασυγκράτητη αλαζονεία της. Απλά επιθυμεί να βρεθεί ξανά στο προσκήνιο και να ζωντανέψει τη λάμψη της. Ακόμη και μετά το φόνο αισθανόμαστε μια συμπόνοια για την περιθωριοποιημένη Norma. Τουλάχιστον στο τέλος έχει την ευκαιρία, στο μυαλό της έστω, να ζήσει την κινηματογραφική κάμερα να ανοίγει τελικώς για αυτήν.

Λεωφόρος της Δύσης- Σκηνή ταινίας
«Εντάξει κ. De Mille, είμαι έτοιμη για το κοντινό μου»
Το νέο αίμα

Οι δημιουργοί βρήκαν τελικώς τον πρωταγωνιστή που έψαχναν στο όμορφο πρόσωπο του William Holden. Πρόκειται για ηθοποιό που πάλευε να αναγνωριστεί, απλά δεν του είχε δοθεί ποτέ σημαντικός ρόλος για καταξίωση. Με το ρόλο του Joe Gillis μπόρεσε επιτέλους να αποδείξει την ερμηνευτική του βαρύτητα. Με την απλή και μεστή ερμηνεία του ο Holden γίνεται ο ιδανικός ηθοποιός της κινούμενης εικόνας σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Wilder. Ναι είναι ωραίος, ναι είναι αρσενικός, αλλά δεν κεντράρει μόνο εκεί. Ενώ επικεντρώνεται αρχικά στην επιφάνεια του ρόλου του (ελαφρώς απατεωνίσκος, καιροσκόπος, βολεψάκιας), δίνει δειλά αλλά σταθερά το μέγεθος της ψυχής του Gillis.

Στην αρχή πράγματι προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την πνευματική αστάθεια της Norma, καταλήγει όμως να την αγαπάει. Όχι ερωτικά, ίσως σαν μια ξεθωριασμένη μητρική φιγούρα.

Άλλη ποθεί και λαχταρά, τη νεαρή Betty. Η αγάπη του είναι μάλιστα τόση που επιλέγει να την αφήσει να φύγει. Πρέπει να σώσει την αθώα φύση της που πίστεψε ότι θα εξέλειπε δίπλα του. Από τη Betty λοιπόν χάνει την καρδιά, από τη Norma χάνει τη ζωή. Το περίεργο είναι όμως ότι κακία δεν της κρατάει. Εξακολουθεί μετά θάνατον να την πονάει και να τη νοιάζεται. Φοβάται τί θα πει ο κόσμος γι’ αυτήν και πώς θα τη θυμούνται.

Η Nancy Olson υποδύεται τη φιλόδοξη επιμελήτρια σεναρίων Betty. Είναι το ακριβώς αντίθετο από τη ματαιόδοξη Norma. Ήρεμη, γλυκιά, πράα. Προσπάθησε αρχικά να γίνει ηθοποιός, αλλά όταν της γνωστοποιήθηκε η έλλειψη ταλέντου, απλά στράφηκε σε άλλη καριέρα. Εκεί στη νέα της δουλειά πρωτοβλέπει το Joe. Σίγουρα η πρώτη γνωριμία τους είναι μια αποτυχία, αλλά κάτι βλέπει σ’αυτόν. Με επιμονή και ανάλογη πίεση τον καταφέρνει να συνεργαστούν. Και μετά γεννιέται ο έρωτας. Ένας έρωτας απλός, όμορφος αλλά καταδικασμένος να μη στεριώσει.

Λεωφόρος της Δύσης-Οι πρωταγωνιστές
Οι πρωταγωνιστές της Λεωφόρου της Δύσης σε κοινή φωτογράφιση
Ο παλαίμαχος

Ο θεαματικός ρόλος του Max γράφτηκε έχοντας οι δημιουργοί τον Erich von Stroheim στο μυαλό. Απειλητική υποκριτική φιγούρα του παλαιού Χόλυγουντ, αλλά και εκκεντρικός σκηνοθέτης, ο von Stroheim δεν ενθουσιάστηκε καθόλου, όταν του έγινε η πρόταση να παίξει στη Λεωφόρο της Δύσης. Δεν του άρεσε η ταινία καθόλου, είχε όμως ανάγκη τα χρήματα. Οπότε ευτυχώς είπε το μεγάλο ναι. Γιατί η ερμηνεία του ως ξεπεσμένος μπάτλερ είναι παροιμιώδης. Αλαζονικός και τρομακτικός από τη μία, συναισθηματικά φυλακισμένος από την άλλη.

Η αρχική του άρνηση βέβαια είναι κατανοητή. Υπήρχαν πολλές ομοιότητες με τη ζωή του. Θεωρούσε τον εαυτό του στερημένο σκηνοθέτη, που λόγω των δημιουργικών διαφορών με τα στούντιο, παραγκωνίστηκε η καριέρα του. Έτσι και στην ταινία η σκηνοθετική του καριέρα έφθινε, αλλά αυτή τη φορά από προσωπική επιλογή. Αγαπούσε αφόρητα την πρώην γυναίκα του, τη Norma, που δέχθηκε τον μειωτικό ρόλο του υπηρέτη. Έμεινε πιστός δίπλα της προσέχοντας και προφυλάσσοντας την. Της έτρεφε την ανάγκη της για αποδοχή με ψεύτικα γράμματα αγάπης και θαυμασμού. Τουλάχιστον του δίνεται στο τέλος η ευκαιρία να την σκηνοθετήσει για τελευταία φορά πριν την χάσει.

Λεωφόρος της Δύσης- Παρασκήνια ταινίας
Οι παλαιοί συνεργάτες G. Swanson και C.B. De Mille σε μια τρυφερή στιγμή οικειότητας
Άγνωστες αλήθειες

Η Λεωφόρος της Δύσης αρχικά ξεκινούσε σε νεκροτομείο με τον πεθαμένο Joe να εξιστορεί σε «συναδέλφους» νεκρούς τι του συνέβη. Τα έντονα γέλια όμως του κοινού στις δοκιμαστικές προβολές ανάγκασαν τους δημιουργούς να κόψουν τη σκηνή. Φοβήθηκαν ότι θα χανόταν το νόημα και το ύφος της ταινίας.

Η περίφημη σκηνή της ανακάλυψης του πτώματος στην πισίνα ταλαιπώρησε τον λεπτολόγο Wilder. Για να επιτύχει την ιδανική λήψη, κατέφυγε σε λύση ανάγκης· απλά τοποθέτησε καθρέφτη στον πάτο της πισίνας και τράβηξε την αντανάκλαση.

Για το ρόλο του Joe Gillis ο ιδανικός στο μυαλό των δημιουργών ήταν ο Montgomery Clift. Πράγματι ο ηθοποιός εντάχθηκε στο καστ της ταινίας, όμως γρήγορα αποχώρησε. Η επίσημη δικαιολογία του ήταν ότι λόγω ομοιοτήτων με τον ρόλο του στην «Κληρονόμο» δεν ήθελε να αναλώνεται σε παρόμοιους ρόλους. Η αλήθεια παρ’ όλα αυτά ήταν λίγο διαφορετική. Η Libby Holman, επίσημη αγαπημένη του Clift, θεώρησε ότι λόγω της προσωπικής τους διαφοράς ηλικίας θα γίνονταν αντικείμενο χλευασμού. Ώριμα και ψύχραιμα του ζήτησε να διακόψει τη συνεργασία με την ταινία, διαφορετικά θα αυτοκτονούσε…

Τους φίλους της Norma, άλλως τα «κέρινα ομοιώματα» υποδύθηκαν πραγματικοί ηθοποιοί του βωβού κινηματογράφου, οι Buster Keaton, Anna Q. Nillson και H.B. Warner. Η Λεωφόρος της Δύσης εμπλουτίστηκε και από την εμφάνιση του μεγάλου σκηνοθέτη Cecil B. DeMille. Η συνύπαρξη στα πλατό με τη Swanson ήταν οικεία· είχαν συνεργασίες στο ένδοξο παρελθόν τους. Χρησιμοποίησαν μάλιστα στην ταινία και τις προσφωνήσεις που απέδιδαν και στην πραγματική ζωή ο ένας στον άλλον.

Η Λεωφόρος της Δύσης εξόργισε τον επικεφαλής της MGM Louis B. Mayer. Θεώρησε την ταινία πράξη προδοσίας, καθώς για τον ίδιο ο Wilder στράφηκε κατά του κόσμου του Χόλυγουντ. Δήλωσε μάλιστα ότι αν μπορούσε, θα αγόραζε την ταινία μόνο και μόνο για την «θάψει».

Trailer ταινίας

Λεωφόρος της Δύσης: Πληροφορίες ταινίας

  • Όνομα: Λεωφόρος της Δύσης
  • Σκηνοθεσία: Billy Wilder
  • Σενάριο: Billy Wilder, Charles Brackett, D.M. Marshman Jr.
  • Πρωταγωνιστές: Gloria Swanson, William Holden, Erich von Stroheim, Nancy Olson
  • Έτος παραγωγής: 1950
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Στούντιο παραγωγής: Paramount Studios
  • Διάρκεια: 110′

 

Πηγές


Καλοκαίρι - 10 κινηματογραφικές προτάσεις
Το Καλοκαίρι έφτασε και σας προτείνουμε 10 ταινίες που «μυρίζουν» περιπέτεια, ήλιο και θάλασσα.

Έφτασε το Καλοκαίρι και εμείς σας προτείνουμε 10 ταινίες, κλασικές και πιο εμπορικές, που «μυρίζουν» περιπέτεια, ήλιο και θάλασσα. Αναμφίβολα, τα θερινά σινεμά έχουν την τιμητική τους κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, παρουσιάζοντας παλιές ταινίες και νέες κυκλοφορίες. Προβολές ταινιών, που αναφέρονται ξεκάθαρα σε περιπέτειες του καλοκαιριού και σε μύθους, που εμείς συνδέσαμε με το καλοκαιρινό κλίμα. Κινηματογραφικές παραγωγές, στις οποίες επιστρέφουμε μόλις η θερμοκρασία ανέβει και λαμβάνουμε με αυτό τον τρόπο μια «ψυχαγωγική δροσιά». Από την «Καζαμπλάνκα» του Μάικλ Κέρτιζ, μέχρι και το μιούζικαλ «Dirty Dancing» του Εμίλ Αρντολίνο. Παρουσιάζονται 10 επιλογές ταινιών για το Καλοκαίρι, από την δεκαετία του 1940 μέχρι και την δεκαετία του 1980.

Καζαμπλάνκα, του Μάικλ Κέρτιζ, 1942

Στην Καζαμπλάνκα, τον Δεκέμβριο του 1941 ένας Αμερικανός, ιδιοκτήτης μπαρ, συναντά ξανά μια γυναίκα που έμελλε να του αλλάξει την ζωή. Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και η Ίγκριντ Μπέργκμαν πρωταγωνιστούν σε μια ταινία που σκιαγραφεί τις ευαίσθητες ανθρώπινες σχέσεις και έναν πόλεμο. Η Καζαμπλάνκα, στο Μαρόκο και το μπαρ του Αμερικανού Ρικ, αν και στον κινηματογραφικό χρόνο απέχουν του καλοκαιριού, έχουν καταφέρει κάτι μοναδικό. Από ένα ασπρόμαυρο φιλμ, η πολυπλοκότητα και η «πολυχρωμία» των χαρακτήρων, δημιουργούν την κατάλληλη συναισθηματική πρόκληση. Με τρία Βραβεία Όσκαρ, η Καζαμπλάνκα είναι μια ξεχωριστή ταινία για να την δει κάποιος κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Καζαμπλάνκα, του Μάικλ Κέρτιζ
Η Καζαμπλάνκα του Μάικλ Κέρτιζ, αποτελεί «must» ανεξαρτήτως εποχής, αλλά κυρίως το Καλοκαίρι.
Gilda, του Τσαρλς Βίντορ, 1946

Μπουένος Άιρες, 1945. Ο Τζόνι (Γκλεν Φορντ) γίνεται το δεξί χέρι του Μπάλιν Μάντσον, ενός ιδιοκτήτη λέσχης παράνομων παιχνιδιών. Όταν ο Μπάλιν αναχωρεί για ταξίδι και επιστρέφει πίσω με τη νέα του σύντροφο Τζίλντα (Ρίτα Χέιγουορθ) ένα επικίνδυνο παιχνίδι ξεκινά. Η πρότερη γνωριμία της Τζίλντα και του Τζόνι βάζει σε κίνδυνο τις ζωές των πρωταγωνιστών σε ένα από τα εντυπωσιακότερα Φιλμ Νουάρ της δεκαετίας του ’40. Ένας αγώνας λύτρωσης και εκδίκησης, με αρχή και τέλος την μοναδική Ρίτα Χέιγουορθ.

Gilda, του Τσαρλς Βίντορ
Το καλό Φιλμ Νουάρ δεν γνωρίζει εποχή και η εντυπωσιακή Gilda, κατά κόσμον Ρίτα Χέιγουορθ, μας συντροφεύει και αυτό το καλοκαίρι.
Λεωφορείον ο πόθος, του Ελία Καζάν, 1951

Βασισμένη στο ομώνυμο δράμα του Τένεσι Ουίλιαμς, το «Λεωφορείον ο πόθος» σκιαγραφεί μια ωμή και χειμαρρώδη ερωτική έλξη. Η Μπλανς (Βίβιαν Λι) επισκέπτεται την αδερφή της Στέλλα, η οποία μένει με τον σύζυγό της Στάνλεϋ (Μάρλον Μπράντο). Ένας ιδιότυπος δεσμός γεννιέται ανάμεσα στην Μπλανς και τον Στάνλεϋ, με μάρτυρα την αδερφή της Μπλανς. Αυτός ο δεσμός και η έλξη, σε συνδυασμό με το πολύπλοκο των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, θα οδηγήσει, εν τέλει, σε ολέθρια αποτελέσματα. Με 4 επιτυχίες στα Βραβεία Όσκαρ και 12 προτάσεις, η ταινία αυτή είναι «must» για την καλοκαιρινή περίοδο.

A Streetcar Named Desire, του Ελία Καζάν
Λεωφορείον ο πόθος, του Ελία Καζάν και το πάθος, η εμμονή και ο έρωτας ζωντανεύουν ξανά στη μεγάλη οθόνη.
Monsier Hulot’s Holiday, του Ζακ Τατί, 1953

Καλοκαίρι και ο κύριος Ιλό πηγαίνει σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο για χαλάρωση και αναψυχή. Μαζί με αυτόν, κάνουν check in στο ξενοδοχείο τα ευτράπελα, τα ατυχήματα και οι παρεξηγήσεις. Μια κωμωδία από τον μετρ του γέλιου Ζακ Τατί, η οποία μας θυμίζει σίγουρα εμπειρίες που ζήσαμε σε διακοπές μας.

Les vacances de monsieur hulot, Zak Tati
Ο κύριος Ιλό ετοιμάζεται για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Μαζί του φέρνει τα ευτράπελα, τις παρεξηγήσεις και το γέλιο.
Καλοκαίρι και Alfred Hitchcock

Από τον μετρ του γέλιου, στον μετρ του τρόμου. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ το 1954 παρουσιάζει την ταινία του «Rear window». Με πρωταγωνιστές τους Τζέϊμς Στιούαρτ και Γκρέις Κέλι, παρουσιάζεται η ιστορία ενός φωτογράφου, ο οποίος σε ένα ατύχημα σπάει το πόδι του. Κλεισμένος λοιπόν στο σπίτι του, παρατηρεί και κατασκοπεύει τους γείτονες του στη Νέα Υόρκη. Έτσι λοιπόν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένας εκ των γειτόνων του είναι δολοφόνος. Με την βοήθεια της συντρόφου του Lisa και της νοσοκόμας του αναζητά την αλήθεια, για να μάθει αν ο γείτονας του σκότωσε τη γυναίκα του. Με την θερμοκρασία να ανεβαίνει και τα παράθυρα να μένουν ανοικτά, ο Χίτσκοκ θα μας κάνει να κοιτάξουμε καλά ποιος μένει απέναντι μας.

Rear window, του Άλφρεντ Χίτσκοκ
Το Καλοκαίρι είναι εδώ, τα παράθυρα μένουν ανοιχτά, λόγω ζέστης και οι γείτονες μας είναι δολοφόνοι, σύμφωνα πάντα με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ …
Summertime, του Ντέιβιντ Λιν, 1955

Ένα ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ μιας Αμερικανίδας γραμματέως και ενός Ιταλού, ιδιοκτήτη μαγαζιού με αντίκες, εξελίσσεται στην Βενετία. Η Κάθριν Χέπμπορν και ο Ροσάνο Μπράτσι πρωταγωνιστούν σε ένα καλοκαιρινό ρομάντζο. Μια ταινία, που έρχεται να δηλώσει πως ο έρωτας μπορεί και είναι εκεί για όποιον είναι ανοιχτός προς αυτόν. Καλοκαίρι και απαιτείται να «χαθούμε» κι εμείς στα κανάλια της Βενετίας και στην ταινία του Λιν.

Summertime, του Ντέιβιντ Λιν
Ο Ντέιβιντ Λιν πιστεύει στη δύναμη του καλοκαιρινού έρωτα και μας προσκαλεί να χαθούμε μαζί του στα κανάλια της Βενετίας.
The endless summer, του Μπρους Μπράουν, 1966

Το καλοκαίρι είναι ήλιος, είναι θάλασσα, είναι παραλία και κύματα. Το καλοκαίρι είναι για surfing και μια πρόκληση για τους λάτρεις του αθλήματος να βρουν και να δαμάσουν το μεγαλύτερο κύμα. Ένα ντοκιμαντέρ από τον σκηνοθέτη Μπρους Μπράουν (Bruce Brown), ο οποίος ακολουθεί 2 surfers στην αναζήτηση τους για το «τέλειο» κύμα. Από τις ακτές της Δυτικής Αφρικής, στα κύματα των θαλασσών της Αυστραλίας, μέχρι την Ταϊτή. Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί 2 ανθρώπους καθώς κατακτούν το όνειρο τους.

The endless summer, Bruce Brown Documentary
Ένα μοναδικό ντοκιμαντέρ, για το πιο γνωστό καλοκαιρινό άθλημα, που δεν είναι άλλο από το Surfing.
American Graffiti, του Τζορτζ Λούκας, 1973

Μια παρέα παιδιών, γιορτάζει το τέλος του καλοκαιριού του 1962 σε μια μικρή πόλη της Καλιφόρνια. Έχουν όλοι μόλις αποφοιτήσει από το Λύκειο και ετοιμάζονται να ακολουθήσουν χωριστές διαδρομές. Άλλος θα φύγει μακριά για σπουδές, κάποιος θα παραμείνει στην πόλη, όμως όλοι σκέφτονται αυτό που έχει βασανίσει πολλούς από εμάς τους ίδιους. Πώς θα είναι η ζωή όταν αφήσουμε την πόλη που μεγαλώσαμε, για να φοιτήσουμε και να ζήσουμε σε ένα άλλο τόπο; Πόσες αναμνήσεις, γέλια, χαρές και εμπειρίες μπορούν να χωρέσουν σε ένα τελευταίο βράδυ, όταν όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα;

American Graffiti, George Lucas
Μια ταινία του διάσημου σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας, για το καλοκαίρι και τις αλλαγές στη ζωή μιας παρέας εφήβων.
Grease, του Ράνταλ Κλέισερ, 1978

Το καλοκαίρι είναι επίσης χορός, φλερτ, βόλτες με το αμάξι και ηλιοβασιλέματα κάτω από το δροσερό αεράκι. Είναι μουσική που αντηχεί παντού και προσκαλεί σε ένα ιδιαίτερο τραγούδι. Ένα από τα πιο γνωστά μιούζικαλ του Αμερικανικού κινηματογράφου παρουσιάζεται το 1978 και ντύνει μουσικά τα καλοκαίρια μας. Grease, με πρωταγωνιστές τους Τζον Τραβόλτα (John Travolta) και Ολίβια Νιούτον Τζον (Olivia Newton-John), οι οποίοι κινούνται σε ασύλληπτους ρυθμούς και ταχύτητες.

Καλοκαίρι και Grease, του Ράνταλ Κλέισερ
«We got chills and they’re multiplying» με ένα από τα διασημότερα κινηματογραφικά μιούζικαλ. Καλοκαίρι, ήλιος, χορός, τραγούδι και Grease.
Dirty Dancing, του Εμίλ Αρντολίνο, 1987

Το καλοκαίρι του 1963 η Μπέϊμπι (Τζένιφερ Γκρέι) περνά τις καλοκαιρινές διακοπές με την οικογένεια της σε ένα θέρετρο. Εκεί, ερωτεύεται τον καθηγητή χορού της κατασκήνωσης, τον Τζόνι (Πάτρικ Σουέιζι). Ένα ερωτικό ειδύλλιο ξεκινά με τους δύο πρωταγωνιστές, το οποίο δένεται από το πάθος και την αγάπη για τον χορό.

Dirty dancing, του Εμίλ Αρντολίνο
Καλοκαίρι είναι διακοπές, ρομαντικές βραδιές, χορός και διασκέδαση. Το Dirty dancing είναι η ταινία για το καλοκαίρι.

Πολλές ακόμη ταινίες θα μπορούσαν να έχουν προστεθεί σε αυτή τη λίστα προτάσεων για το Καλοκαίρι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αναφέρθηκαν ταινίες, που έμμεσα ή άμεσα έχουμε συνδέσει με αυτή τη περίοδο του χρόνου. Με την πρώτη ευκαιρία λοιπόν, ανατρέξτε στους κινηματογραφικούς αυτούς μύθους και βάλτε στο καλοκαίρι σας μουσική, χορό και περιπέτεια…

IMDB

Φεστιβάλ των Καννών. Θόδωρος Αγγελοπουλος, Χρυσος Φοινικας 1998
Φεστιβάλ των Καννών. Θόδωρος Αγγελοπουλος, Χρυσος Φοινικας, για την ταινία «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» το1998.

Το Φεστιβάλ των Καννών κλείνει φέτος τα 70 χρόνια παρουσίας και αποτελεί ένα από τα διασημότερα κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Παρουσιάσεις ταινιών, εντός και εκτός του επίσημου διαγωνιστικού προγράμματος, θα λάβουν χώρα από τις 17 έως τις 28 Μαΐου 2017 στη Γαλλία. Στα 70 αυτά χρόνια, η ελληνική κινηματογραφική παρουσία υπήρξε κάτι παραπάνω από άρτια, πρωτοποριακή και επιτυχημένη. Αρχής γενομένης το 1951 και την ταινία «Τελευταία Αποστολή», του Νίκου Τσιφόρου, μέχρι και την ταινία «Αστακός», του Γιώργου Λάνθιμου το 2015. Ο ελληνικός κινηματογράφος κατάφερε να αναδείξει σπουδαίους ηθοποιούς και σενάρια, μέσα από τον κινηματογραφικό φακό.

Όμως, το παρόν άρθρο έρχεται να ρίξει μια ματιά στους Έλληνες σκηνοθέτες, οι οποίοι βραβεύτηκαν στον θεσμό αυτό, από το 1960 και έπειτα. Ανεξαρτήτως σύνθεσης παραγωγής και λοιπών λεπτομερειών, ας ρίξουμε μια ματιά στο ελληνικό σκηνοθετικό βλέμμα σε 7 ταινίες. Ταινίες, οι οποίες κέρδισαν επάξια διακρίσεις στον διαγωνισμό.

1962 – «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη

Ο Μιχάλης Κακογιάννης μετά τα σπουδαία έργα «Στέλλα» (1955) και «Χαμένο κορμί» (1961), διαγωνίζεται στις Κάννες με την ταινία του «Ηλέκτρα». Βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, ο Κακογιάννης παρουσιάζει μια εύστοχη και άρτια απόδοση του δράματος στο κινηματογραφικό πανί. Η ταινία κερδίζει το Μεγάλο Τεχνικό Βραβείο και το Βραβείο Καλύτερης Κινηματογραφικής Μεταφοράς.

Φεστιβάλ των Καννών, Ηλέκτρα του Μιχάλη Κακογιάννη,1962
Ηλέκτρα, του Μιχάλη Κακογιάννη, Φεστιβάλ των Καννών, 1962.
1969 – «Ζ» του Κώστα Γαβρά στο Φεστιβάλ των Καννών

Η πρώτη από τις τρεις εξαιρετικές ταινίες του σπουδαίου σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά στο Φεστιβάλ των Καννών. Αν και δεν ήταν ελληνικής παραγωγής, η ταινία «Ζ» με θέμα την δολοφονία του αριστερού βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη, κατάφερε να αποσπάσει δύο βραβεία στο διαγωνιστικό τμήμα. Το Βραβείο της Επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών και το Βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού για τον πρωταγωνιστή Ζαν Λουί Τρεντινιάν (Jean-Louis Trintignant) και τον ρόλο του Χρήστου Σαρτζετάκη.

 

Φεστιβάλ των Καννών, «Ζ» του Κώστα Γαβρά,1969
«Ζ» του Κώστα Γαβρά, συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών το 1969.

1982 – «Ο Αγνοούμενος» του Κώστα Γαβρά

Η τρίτη σπουδαία ταινία και συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα από τον Γαβρά. Αν και Αμερικανικής παραγωγής, η ιδιαίτερη σκηνοθετική προσέγγιση και ματιά, της χάρισαν 1 και 1 βραβείο στο Φεστιβάλ του 1982. Το ένα είναι εκείνο του καλύτερου ηθοποιού, για τον ηθοποιό Τζακ Λέμον (Jack Lemmon) και τον ρόλο του Edmund Horman. Το άλλο είναι η μέγιστη διάκριση στον θεσμό. Ο Χρυσός Φοίνικας (Palme d’or) απονέμεται στον Κώστα Γαβρά για την ταινία αυτή και τον κάνει αυτόματα τον μεγάλο νικητή του Φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς.

Φεστιβάλ των Καννών, Αγνοουμενος, του Κώστα Γαβρα,1982
Ο «Αγνοούμενος» τιμάται επάξια με τον Χρυσό Φοίνικα, για τον Κώστα Γαβρά, στο Φεστιβάλ του 1982.
1984 – Ένα «Ταξίδι στα Κύθηρα» από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, μετά την παρουσίαση της ταινίας «Θίασος» (1975) στο Φεστιβάλ των Καννών, επανέρχεται για να διαγωνιστεί με τρεις παραγωγές. Η πρώτη είναι μια δραματική ταινία του, με τίτλο «Ταξίδι στα Κύθηρα». Η υπόθεση αφορά έναν πολιτικό εξόριστο, τον Σπύρο (Μάνος Κατράκης), ο οποίος μετά από χρόνια επιστρέφει γέρος στην πατρίδα του. Η ταινία απέσπασε δύο βραβεία. Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου και το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, ενώ υπήρξε και πρόταση για τον Χρυσό Φοίνικα, κάτι που δεν επετεύχθη.

Φεστιβάλ των Καννών, Ταξίδι στα Κύθηρα, Αγγελόπουλος, 1984
Η ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα», λαμβάνει το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ του1984.
1995 – «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Πέρασαν 11 χρόνια από την τελευταία συμμετοχή του Αγγελόπουλου, στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών. Αυτή την χρονιά, επανέρχεται με μια ταινία αναζήτησης. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας Έλληνας σκηνοθέτης, ο οποίος γυρνώντας από την εξορία ξεκινά ένα ταξίδι στα Βαλκάνια. Ψάχνει να βρει τρεις μπομπίνες φιλμ, των αδελφών Μανάκη, οι οποίοι έφεραν πρώτη την τέχνη του κινηματογράφου εδώ. Ο «Οδυσσέας» λαμβάνει το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, το Βραβείο FIPRESCI και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος «δεν έχει να πει τίποτα».

Φεστιβάλ των Καννών, Το βλέμμα του Οδυσσέα, Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1995
«Το βλέμμα του Οδυσσέα» λαμβάνει το Βραβείο Κριτικής Επιτροπής, για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, στην διοργάνωση του 1995.
1998 – «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Μία αιωνιότητα φαίνεται να πέρασε για τον μεγάλο σκηνοθέτη, ώστε ο θεσμός να κατανοήσει και να αποδεχτεί το μεγαλείο της σκηνοθετικής ματιάς του. Η ταινία του «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» παρουσιάζει έναν συγγραφέα, ο οποίος ασχολείται με το ημιτελές έργο του Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Η συνάντηση του με ένα άστεγο παιδί, του δίνει την ώθηση που χρειάζεται να συνεχίσει και να ολοκληρώσει αυτό το δύσκολο έργο. Ο Αγγελόπουλος τα καταφέρνει και το 1998 κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών.

Φεστιβάλ των Καννών, Μια αιωνιότητα και μια μερα, Αγγελόπουλος 1998
Η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», βραβεύεται με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ, το 1998.

2015 – «Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου

Μια ιδιότυπη ιστορία αγάπης και αναζήτησης. Ένα ιδιότυπο, θεματικά, σενάριο από τον Γιώργο Λάνθιμο και τον Ευθύμη Φιλίππου, σχετικά με την αναζήτηση του άλλου μισού. Οι πρωταγωνιστές έχουν 45 μέρες να βρουν το μοναδικό τους ταίρι, αλλιώς θα μετατραπούν σε ένα ζώο της επιλογής τους. Ο «Αστακός» με αργά και σταθερά βήματα κερδίζει, εκτός των εντυπώσεων, στο Φεστιβάλ των Καννών το 2015 και το Βραβείο Κριτικής Επιτροπής. Η ταινία αυτή, αποτελεί πραγματικά μια άρτια και αξιόλογη σκηνοθετική προσέγγιση σε ένα «δύσκολο» σενάριο.

Φεστιβάλ των Καννών, «Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου, 2015
Ο «Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου, βραβεύεται με το Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στην διοργάνωση του 2015.

Αυτή την χρονιά ο Γιώργος Λάνθιμος, επανέρχεται στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του θεσμού με την ταινία του «The killing of a sacred deer». Στόχος του ο Χρυσός Φοίνικας, με μία πολύ δυνατή παραγωγή και ένα πολύ καλά δομημένο cast ηθοποιών.

Πληροφορίες για το Φεστιβάλ των Καννών 2017

Official Site: Festival de Cannes

Φεστιβάλ Καννών 2017
Το Φεστιβάλ Καννών έρχεται για να γιορτάσει την 70η επέτειό του!

Το Φεστιβάλ Καννών είναι το γνωστότερο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το οποίο μας χαρίζει κάθε χρόνο μοναδικές στιγμές. Φέτος, μάλιστα, γιορτάζει τα 70 χρόνια λάμψης και 7ης τέχνης! Η διοργάνωση του Φεστιβάλ Καννών 2017 θα πραγματοποιηθεί από τις 17 έως και τις 28 Μαΐου. Αναμένουμε να δούμε τις εκπλήξεις αλλά και τον εορτασμό της χαρμόσυνης αυτής επετείου. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα έχετε την ευκαιρία να πληροφορηθείτε για ό, τι θα μας απασχολήσει στο φετινό Φεστιβάλ Καννών.

Φεστιβάλ Καννών- Η ιστορία του

Το Φεστιβάλ Καννών είναι ένα δρώμενο που κάθε χρονιά προκαλεί συζητήσεις, τόσο στη Γαλλική Ριβιέρα όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο. Για να μιλήσουμε ωστόσο για τον θεσμό αυτό, πρέπον θα ήταν να γνωρίζουμε την ιστορική του διαδρομή.

Το Φεστιβάλ Καννών λοιπόν έκανε «πρεμιέρα» ως διοργάνωση το 1939, με προεδρεύοντα τον Λουί Λυμιέρ. Η παγκόσμια πρώτη του ήταν ιδιαίτερα ατυχής, καθώς συνέπεσε με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και την κήρυξη πολέμου της Γαλλίας στη Γερμανία. Το Φεστιβάλ ανέκυψε το 1946, οπότε και έγινε η πρώτη ολοκληρωμένη διοργάνωσή του. Τις χρονιές 1948 και 1950 το Φεστιβάλ Καννών ακυρώθηκε λόγω οικονομικών δυσχερειών, ενώ το 1951 καθιέρωσε ως εποχή διοργάνωσής του την Άνοιξη. Άλλη μία αξιοσημείωτη στιγμή στην ιστορική πορεία του Φεστιβάλ Καννών είναι το 1968· Το Φεστιβάλ ξεκίνησε υπό φυσιολογικές συνθήκες στις 10 Μαΐου, διεκόπη ωστόσο εννιά μέρες αργότερα, λόγω της φοιτητικής εξέγερσης του Μάη του ’68. Τα μέλη της κριτικής επιτροπής παραιτήθηκαν των υποχρεώσεών τους και αρκετοί σκηνοθέτες απέσυραν τις ταινίες τους από το Φεστιβάλ. Το μεσημέρι, λοιπόν, της 19ης Μαΐου, οι Louis Malle, François Truffaut, Jean-Luc Godard, Claude Berri, Milos Forman, Roman Polanski και Claude Lelouch απέτρεψαν την προβολή της ταινίας “Peppermint frappe” με το να κρεμαστούν από την κουρτίνα της σκηνής ώστε να την κρατήσουν κλειστή! Έπειτα από αυτά τα γεγονότα του 1968, το Φεστιβάλ Καννών άλλαξε όψη και προσέγγισε με πιο ελεύθερο τρόπο τη μοντέρνα κουλτούρα. Μέσα λοιπόν από την πάροδο των χρόνων το Φεστιβάλ εξελίχθηκε και, κάπως έτσι, φτάνει φέτος να γιορτάζει την 70η επέτειο διοργάνωσής του.

Ο Χρυσός φοίνικας
Ο Χρυσός φοίνικας
Τα βραβεία

Οι κατηγορίες βραβείων τα οποία απονέμονται κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Καννών, είναι οι εξής:

  • Χρυσός Φοίνικας (Palme d’Or), βραβείο για την καλύτερη ταινία
  • Μέγα βραβείο(Grand Prix), βραβείο για την δεύτερη καλύτερη ταινία του φεστιβάλ
  • Βραβείο της Επιτροπής(Prix du Jury), βραβείο για την τρίτη καλύτερη ταινία του φεστιβάλ
  • Χρυσός Φοίνικας Μικρού μήκους ταινίας, (Palme d’Or du court métrage) βραβείο για την καλύτερη ταινία μικρού μήκους
  • Βραβείο Γυναικείου ρόλου(Prix d’interprétation féminine)
  • Βραβείο Ανδρικού ρόλου(Prix d’interprétation masculine)
  • Βραβείο Σκηνοθεσίας(Prix de la mise en scène)
  • Βραβείο σεναρίου(Prix du scénario)
  • Βραβείο Επιτροπής
Φεστιβάλ Καννών 2017
Το Φεστιβάλ Καννών έρχεται για να γιορτάσει την 70η επέτειό του!
Οι υποψηφιότητες για τον Χρυσό Φοίνικα του 2017

Οι ταινίες που συμμετέχουν στο διαγωνισμό είναι οι εξής:

– “Loveless” του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ

– “Good Time” των Μπένι Σάφντι και Τζος Σάφντι

– “You were never really here” της Λιν Ράμσεϊ

– “L’ Amant double” του Φρανσουά Οζόν

– “Jupiter’s Moon” του Κορνέλ Μουντρούτσο

– “A gentle creature” του Σεργκέι Λόζνιτσα

– “The killing of a sacred deer” του Γιώργου Λάνθιμου

– “Radiance” της Ναόμι Καουάσε

– “Le jour d’ après” του Χονγκ Σανγκσού

– “Le Redoutable” του Μισέλ Χαζαναβίσιους

– “Wonderstruck” του Τοντ Χέινς

– “Happy end” του Μίχαελ Χάνεκε

– “Rodin” του Ζακ Ντουαγιόν

– “Les proies” της Σοφία Κόπολα

– “120 battements par minute” του Ρομπέν Καμπιλό

– “Okja” του Μπονγκ Τζουν-Χο

– “In the Fade” του Φατίχ Ακίν

– “The Meyerowitz stories” του Νόα Μπάουμπαχ

Η υποψηφιότητα του Γιώργου Λάνθιμου

Με μεγάλη μας χαρά, διαβάζοντας τη λίστα των υποψηφίων, διαπιστώσαμε πως ο Γιώργος Λάνθιμος διεκδικεί τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών 2017. Η ταινία που διαγωνίζεται έχει τον τίτλο “The killing of a sacred deer”. Πρόκειται για τη δεύτερη αγγλόφωνη ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, με συνεργάτη πάλι τον σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου και πρωταγωνιστές αυτή τη φορά τους Κόλιν Φάρελ, Νικόλ Κίντμαν και Αλίσια Σιλβερστόουν. Η νέα ταινία φαίνεται ότι είναι εμπνευσμένη από αρχαία τραγωδία του Ευριπίδη και αφορά έναν χειρουργό, που προσπαθεί να εντάξει στην οικογένειά του έναν έφηβο, γεγονός που θα ταράξει την ιδεατή ζωή του.

Φεστιβάλ Καννών 2017 Λάνθιμος
Ο δικός μας Γιώργος Λάνθιμος διεκδικεί τον Χρυσό Φοίνικα με την ταινία του «The kiling of a sacred deer»

Να θυμίσουμε πως ο Γιώργος Λάνθιμος είχε αποσπάσει το 2015 το ειδικό βραβείο της επιτροπής για το “Lobster”.  Ευχόματε, είτε βραβευθεί είτε όχι, να μας κάνει για ακόμη μια φορά περήφανους!

 

Η κριτική επιτροπή

Η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Καννών δεν είναι σταθερή, αλλά ορίζεται κάθε χρόνο. Όπως κάθε χρόνο, λοιπόν, έτσι και φέτος είχαμε τη σχετική επίσημη ανακοίνωση (στις 25 Απριλίου) η οποία μας ενημέρωσε για τη σύνθεση της φετινής επιτροπής.

Φεστιβάλ Καννών 2017 Almodovar
Ο αγαπημένος σκηνοθέτης Pedro Almodovar θα είναι ο πρόεδρος της φετινής επιτροπής

Ειδικότερα, με πρόεδρο τον Ισπανό σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ, την κριτική επιτροπή της φετινής επετειακής κινηματογραφικής διοργάνωσης πλαισιώνουν ο Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Πάολο Σορεντίνο, η Γερμανίδα σκηνοθέτις και σεναριογράφος Μάρεν Άντε, η Αμερικανίδα ηθοποιός Τζέσικα Τσαστέιν, η Κινέζα ηθοποιός Φαν Μπινγκμπινγκ, ο Αμερικανός ηθοποιός Γουίλ Σμιθ, η Γαλλίδα συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός Ανιές Ζαουί, ο Γάλλος συνθέτης Γκαμπριέλ Γιαρέντ και ο Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Παρκ Τσαν-Γουκ.

 

Φεστιβάλ Καννών 2017- Όλες οι προβολές

  • Ταινία έναρξης

Les Fantômes d’Ismaël (Arnaud Desplechin)

  • Διαγωνιστικό Τμήμα

(BPM) Beats Per Minute (Robin Campillo)
The Beguiled (Sofia Coppola)
The Day After (Hong Sang-soo)
A Gentle Creature (Sergei Loznitsa)
Good Time (Benny & Josh Safdie)
Happy End (Michael Haneke)
In the Fade (Fatih Akin)
Jupiter’s Moon (Kornél Mundruczó)
The Killing of a Sacred Deer (Yorgos Lanthimos)
Redoubtable (Michel Hazanavicius)
Loveless (Andrey Zvyagintsev)
The Meyerowitz Stories (Noah Baumbach)
Okja (Bong Joon-ho)
Radiance (Naomi Kawase)
Wonderstruck (odd Haynes)
You Were Never Really Here (Lynne Ramsay)

  • Un Certain Regard

Barbara (Mathieu Amalric)
April’s Daughter ( Michel Franco)
Beauty and the Dogs (Kaouther Ben Hania)
Before We Vanish (Kiyoshi Kurosawa)
Closeness (Kantemir Balagov)
The Desert Bride (Cecilia Atan and Valeria Pivato)
Directions (Stephan Komandarev)
Dregs (Mohammad Rasoulof)
Jeune Femme ( Léonor Serraille)
L’Atelier (Laurent Cantet)
Lucky (Sergio Castellitto)
The Nature of Time (Karim Moussaoui)
Out (György Kristóf)
Western (Valeska Grisebach)
Wind River (Taylor Sheridan)

Φεστιβάλ Καννών 2017 2
Οι Κάννες είναι έτοιμες να υποδεχθούν το 70ο κατά σειρά Φεστιβάλ, από τις 17 έως και τις 28 Μαΐου
  • Εκτός διαγωνιστικού

Blade of the Immortal (Takashi Miike)
How to Talk to Girls at Parties (John Cameron Mitchell)
Visages, Villages (Agnès Varda & JR)

  • Mεταμεσονύχτιες προβολές

A Prayer Before Dawn (Jean-Stéphane Sauvaire)
The Merciless (Byun Sung-hyun)
The Villainess (Jung Byung-gil)

  • Ειδικές προβολές

12 Jours (Raymond Depardon)
24 Frames (Abbas Kiarostami)
An Inconvenient Sequel (Bonni Cohen & Jon Shenk)
Claire’s Camera (Hong Sang-soo)
Demons in Paradise (Jude Ratman)
Napalm (Claude Lanzmann)
Promised Land (Eugene Jarecki)
Sea Sorrow (Vanessa Redgrave)
They (Anahita Ghazvinizadeh)
Top of the Lake (Jane Campion)
Twin Peaks (David Lynch)

  •  Virtual reality

Carne y Arena (Alejandro G Iñárritu)

 

Εν κατακλείδι, το Φεστιβάλ Καννών είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά δρώμενα. Ας ευχηθούμε φέτος να φτάσουμε πέρα από τη λάμψη και το «φαίνεσθαι» και να απολαύσουμε τη μαγεία της 7ης τέχνης. Μείνετε συντονισμένοι!

Πληροφορίες για το Φεστιβάλ Καννών 2017

“Fahrenheit 451”- Αφίσα ταινίας
“Fahrenheit 451”- Αφίσα της ταινίας με τους O. Werner και Julie Christie

Fahrenheit 451 (Φαρενάιτ 451)… Ύμνος εις την λογοτεχνία, δριμύ «κατηγορώ» στην πτώση της πολιτιστικής και πολιτικής κουλτούρας.  Είναι κατά βάση μία ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1966, βασισμένη στο ομότιτλο λογοτεχνικό βιβλίο του Ray Bradbury που κυκλοφόρησε το 1955. Ο τίτλος μαρτυρά τους βαθμούς στην κλίμακα Φαρενάιτ στους οποίους καίγεται το χαρτί. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο πολυτάλαντος François Truffaut και σε συνεργασία με τον JeanLouis Richard, φρόντισαν και επιμελήθηκαν τη συγγραφή του σεναρίου.

Σύνοψη

Βρισκόμαστε στο μέλλον… Με νόμο έχουν απαγορευθεί τα βιβλία, η κατοχή και η ανάγνωση τους. Υπεύθυνοι για να επιβάλουν την τάξη είναι οι πυροσβέστες- πυροδότες που εισβάλλουν στα σπίτια και ξετρυπώνουν τις παρανομίες. Ο Montag (Oskar Werner) είναι πυροσβέστης και παντρεμένος με τη Linda (Julie Christie) μια γυναίκα αποβλακωμένη από την πολλή τηλεόραση που καταπίνει χάπια όλη μέρα. Στο τραίνο της επιστροφής του πιάνει την κουβέντα μια μέρα η Clarisse( Julie Christie) μια καλή και δυναμική δασκάλα που θα αλλάξει τον τρόπο σκέψης και ζωής του.

 

Το καθήκον καλεί
Οι πυροσβέστες στο δρόμο για το καθήκον
Απεγνωσμένα ταγμένος στον κινηματογράφο

Ελλείψει γονικής προστατευτικότητας και οικογενειακής θαλπωρής, ο François Truffaut, από μικρή κιόλας ηλικία, βρήκε ανέλπιστο καταφύγιο στον κινηματογράφο και τον κόσμο που αυτός παρουσίαζε. Βάζοντας προσωπικό στόχο να βλέπει τρεις ταινίες κάθε μέρα και να διαβάζει τρία βιβλία την εβδομάδα, προτίμησε να κάνει στην άκρη την εκπαιδευτική του επιμόρφωση και να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην πρώτη και ίσως μοναδική του αγάπη. Εφαλτήριο άλλωστε για αυτή του την απόφαση υπήρξε η ταινία του Abel Gance «Χαμένος παράδεισος». Ήταν η πρώτη ταινία που είδε σε ηλικία μόλις οκτώ ετών και κατάλαβε ότι τότε «έβλεπε» για πρώτη φορά.

Μετέχει σε κινηματογραφικές ομάδες, ιδρύει τη δική του ομάδα και συναντά τον άνθρωπο που θα εξελιχθεί σε μέντορά του, τον κριτικό Andre Bazin. Η γνωριμία αυτή δίνει την ευκαιρία στον Truffaut να εισέλθει βαθύτερα στην κινηματογραφική κοινότητα του Παρισιού και να είναι παρών στην απόπειρα της ομάδας “Objectif 49” να παρουσιάσει ένα νέο φεστιβάλ για σινεφίλ. Σιγά- σιγά γνωρίζει ολοένα και περισσότερους συμμάχους. Η αγάπη όμως για μια γυναίκα είναι αυτή που τον οδηγεί στην πρώτη του καριέρα ως δημοσιογράφος στο περιοδικό “Elle”. Η δουλειά αυτή μπορεί και του καλύπτει τα αναγκαία προς το ζην, αλλά τον απομακρύνει από την ενασχόλησή με το πάθος του.

 

Ο Truffaut και οι κάμερες
Truffaut- Ο εραστής του κινηματογράφου

Η «υπερφίαλη» δουλειά γρήγορα τον οδηγεί στην παραίτηση. Η ερωτική απογοήτευση, από την άλλη, τον ωθεί σε σπασμωδική απόφαση· κατατάσσεται στο στρατό, πράγμα που νωρίς μετανιώνει. Μερικές ασθένειες και λιποταξίες αργότερα τον οδηγούν σύντομα ενώπιον Στρατοδικείου όπου λαμβάνει την επιθυμητή απόταξη.

Επάγγελμα- κριτικός

Χωρίς τίποτα να τον κρατά και να τον αποσπά, ξεκινά τη διαδρομή του ως κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό “Cahiers du cinema”. Σε διάστημα έξι ετών υπογράφει περί τα 170 άρθρα· άλλα εξυμνούν τους αγαπημένους του σκηνοθέτες Hitchcock και Hawks, άλλα στρέφονται κατά του «ξιπασμένου» γαλλικού κινηματογράφου της εποχής. Μέσω της κριτικής του ήθελε να «χτυπήσει» το ντόπιο σινεμά και να διορθώσει τις ατέλειές του. Δεν του αρκούσε όμως· έτσι αποφασίζει να βρεθεί πίσω από τις κάμερες εξιστορώντας τη δική του αλήθεια. Η επιλογή του αυτή καταφέρνει να τον αναδείξει σε έναν από τους κυρίαρχους εκφραστές του γαλλικού Νέου Κύματος.

 

Ο Truffaut εν δράσει
Ο σκηνοθέτης Truffaut πίσω από την κάμερα
Τρυφώ – ο σκηνοθέτης

Με την «πολιτική των δημιουργών» ως κανόνα ξεκινά ο Truffaut τη σκηνοθετική του πορεία διαλέγοντας διαφορετικές ταινίες με αμφιλεγόμενο και εναλλακτικό περιεχόμενο. Η ταινία που απετέλεσε τη «λυδία λίθο» για την προσωπική του καθιέρωση ήταν το Fahrenheit 451. Του πήρε τέσσερα περίπου χρόνια να οργανώσει την παραγωγή και να συνθέσει το καστ. Οι δυσκολίες που συνάντησε ήταν πολλές. Πρώτη φορά συνεργάζεται με μεγάλο στούντιο, πρώτη φορά αποφασίζει να κάνει έγχρωμη ταινία. Η κύρια δυσκολία προκύπτει όταν διαλέγει να γράψει ο ίδιος το σενάριο σε μια γλώσσα που δεν κατείχε, ούτε καν γνώριζε· την αγγλική.

Το Fahrenheit 451 διαφοροποιείται ευθύς εξαρχής· οι τίτλοι αρχής εκφωνούνται, καθώς η κάμερα κεντράρει σε κεραίες τοποθετημένες σε ταράτσες σπιτιών. Παρότι πρόκειται ξεκάθαρα για μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, ο Truffaut επιλέγει να μην επικεντρωθεί σε αυτό το στοιχείο. Ναι, μας παρουσιάζει τη δυστοπική αυτή κοινωνία στο ακέραιο, αλλά δεν αναλώνεται σε τεχνάσματα και ειδικά εφέ, που εντυπωσιάζουν το μάτι και «γεμίζουν» τη χρονική διάρκεια ενός φίλμ. Γι’ αυτό και ελάχιστα είναι τα δείγματα που προσφέρει ο σκηνοθέτης και αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για το μέλλον. Οι πυροσβέστες ανεβαίνουν τον πυροσβεστικό στύλο, αστυνομικοί πετούν καταδιώκοντας τον Werner, μεγάλες τηλεοράσεις καταλαμβάνουν το σαλόνι.

Η έγνοια του Truffaut είναι άλλη· λάτρης ο ίδιος της λογοτεχνίας αγωνιά να δείξει στους θεατές έναν κόσμο χωρίς βιβλία. Αντιλαμβανόμενος την τρομακτικότητα ενός τέτοιου ενδεχομένου ξεκαθαρίζει τη θέση του μέσα από τη σκηνοθετική του τεχνική. Πρωταγωνιστές είναι τα βιβλία, αυτά έχουν τον πρώτο λόγο και το καλύτερο πλάνο. Στην κορυφαία σκηνή της φωτιάς στο σπίτι -«βιβλιοθήκη» ο σκηνοθέτης δίνει συνεχή και σταθερά πλάνα των σύντομα καιόμενων βιβλίων. Μέσα από τα κοντινά στα εξώφυλλα και την εναλλαγή των φύλλων φανερώνει το πένθος του και το περνάει σε εμάς. Μυρίζουμε το εύφλεκτο υγρό, νιώθουμε τη φωτιά να απλώνεται, βλέπουμε το χαρτί να καίγεται και, εξαντλημένοι καθώς είμαστε, δεν υπάρχει πλέον κουράγιο να θρηνήσουμε τη γυναίκα που γενναία ανάβει το σπίρτο προτιμώντας να κάψει μόνη τα βιβλία της και στωικά τυλίγεται στις φλόγες.

 

“Fahrenheit 451”-Σκηνή ταινίας
Η περίφημη σκηνή πριν την τραγική πυρκαγιά
Η κόντρα

Ένας παλιός γνώριμος του Truffaut ο Oskar Werner αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Montag στο Fahrenheit 451 . Έχοντας συνεργαστεί στο “Jules and Jim” η συνύπαρξή τους προμηνύεται εύκολη. Δυστυχώς όμως τα προβλήματα νωρίς κάνουν την εμφάνισή τους. Η αντίληψη του χαρακτήρα του Montag διαφέρει ανάμεσα στον ηθοποιό που τον υποδύεται και τον σκηνοθέτη που τον ξετυλίγει. Ο πρώτος θέλει να εμβαθύνει στη σκοτεινή και σκληρή εικόνα του ρόλου, ενώ ο δεύτερος θέλει να τονίσει την εύθραυστη και πολιτισμένη πλευρά του. Οι συνεχείς συγκρούσεις των δύο ολοένα και αυξάνονται κυρίως όταν ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται στο πλατό του Fahrenheit 451 με διαφορετική κουπ προκαλώντας το θυμό του σκηνοθέτη. Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο με τη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή του επιλέγει αρκετές φορές τη λύση κομπάρσου που ντουμπλάρει τον Werner.

Ο πρωταγωνιστής

Το τεταμένο κλίμα ευτυχώς μένει μόνο στο πλατό και ο Werner αποδεικνύεται αξιοπρεπής στο ρόλο του στο Fahrenheit 451. Πετυχαίνει και καλύπτει την πολυσχιδή προσωπικότητα του ρόλου του παρότι δεν είναι άριστος γνώστης της αγγλικής. Με λιγότερα λόγια και περισσότερη ερμηνεία μας ξεδιπλώνει τον αρχικά πειθαρχημένο Montag που ως άλλος δήμιος φοράει την κουκούλα του καίγοντας κάθε έντυπο που βρίσκει. Δεν τον αγγίζει ο φόβος του κόσμου, επευφημεί όσους μαρτυρούν παρανόμους. Η ζωή του είναι η δουλειά του και είναι καλυμμένος.

Η γνωριμία με την Clarisse σημαίνει την αλλαγή στον κόσμο του. Ακούει την άποψή της για τα βιβλία και συνεχίζει με τον ίδιο ρυθμό τη δουλειά του. Μέσα από την τεχνική της «λογικής σιωπής» που επιλέγει ο Truffaut, τη μεταστροφή του Montag δεν τη βιώνουμε· απλά τη διαπιστώνουμε. Ένα βράδυ απλά ξεκινά την ανάγνωση αργά, συλλαβιστά, φωναχτά. Εισέρχεται όλο και πιο βαθιά στον κόσμο της λογοτεχνίας και αποτραβιέται σιγά- σιγά από τη βάρβαρη εργασία του. Μετανοημένος πια, «κλέβει» βιβλία από τα σπίτια παρανόμων, επιτίθεται λεκτικά στη σύζυγο και τις φίλες της, αποφασίζει να παραιτηθεί παρά την επικείμενη προαγωγή του.

Χωρίς εντάσεις ο Werner στο Fahrenheit 451 παρουσιάζει την άλλη εκδοχή του ρόλου του. Ξέρει ότι μπορεί να «ξεπλυθεί» για παλαιότερες αμαρτίες. Έξυπνα δεν αφήνει την έκπληξή του να φανεί μπροστά στην «προδοσία» της γυναίκας του. Αφήνει απλά όλον τον θυμό να ξεχυθεί μπροστά στη διαταγή να κάψει τα πολύτιμα βιβλία του. Με το «Ιστορίες Μυστηρίου και Φαντασίας» του Edgar Alan Poe ανά χείρας ακολουθεί τις γραμμές του τραίνου για να βρει καταφύγιο στην ελεύθερη κοινωνία των ανθρώπων- βιβλίων.

Οι άνθρωποι και τα βιβλία
Ο Montag προσπαθεί να απομνημονεύσει το βιβλίο πριν το καταστρέψει
Διπλός ρόλος

Μετά από προτροπή του Lewis Allen οι πρωταγωνιστικοί γυναικείοι ρόλοι της Linda και της Clarisse αποφασίζεται να ερμηνευθούν από την ίδια ηθοποιό. Άλλωστε η ιδέα αυτή έλυσε όλες τις ανησυχίες που είχε ο σκηνοθέτης για τους αντικρουόμενους αυτούς χαρακτήρες. Η πρώτη που ήρθε στο μυαλό του Truffaut δεν ήταν άλλη από την ηθοποιό που τελικά κέρδισε το διπλό ρόλο στο Fahrenheit 451· τη Julie Christie. Με διαφορετικό χτένισμα και διαφοροποιημένες ερμηνείες καταφέρνει και ξεδιπλώνει τις αντίθετες προσωπικότητες αρχίζοντας από κοινή αφετηρία.

Εμφανίζει την νεαρή Clarisse αρχικά αθώα και με άγνοια κινδύνου γρήγορα υπερτονίζοντας την επαναστατική της φιγούρα. Από την άλλη στην ερμηνεία της Linda απλά αφήνει το υπερφίαλο του χαρακτήρα της να γεμίσει την οθόνη. Η πρώτη ζει για την πνευματική ανάταση, η δεύτερη για την υλική κάλυψη μέσα από την υπερέκθεση στην τηλεόραση και την υπερκατανάλωση χαπιών.

 

Fahrenheit 451- Σκηνή ταινίας
Ο Montag στρέφεται κατά της Linda και των φίλων της
Fahrenheit 451 – το υπόλοιπο καστ:

Ο Cyril Cusack υπέροχα υποδύεται τον προϊστάμενο του Werner που είναι απλά ταγμένος στο καθήκον. Πέρα από τη δουλειά δεν υπάρχει τίποτα και αισθάνεται πατρική υπερηφάνεια βλέποντας τη νεαρή εκδοχή του εαυτού του στον προστατευόμενό του Montag. Η συμπάθειά του είναι εμφανής ακόμη και όταν του απευθύνει το λόγο πάντα στο γ’ ενικό. Η τυπικότητα αυτή δε δηλώνει αποστασιοποίηση στο μυαλό του αλλά ζεστασιά. Πάντα μοιράζεται τις αντιλογοτεχνικές σκέψεις μαζί του προετοιμάζοντάς τον για μια πιθανή διαδοχή. Όταν συνειδητοποιεί τη μεταστροφή του Montag, χρησιμοποιεί «σκληρή αγάπη» και σαν πατέρας προσπαθεί να επαναφέρει τον παραστρατημένο Montag στον ίσιο δρόμο της υπακοής. Πλέον όμως είναι αργά και βρίσκει το τέλος που του αξίζει· από το χέρι του Montag τυλίγεται στις φλόγες.

Ένας ακόμη όμως διπλός ρόλος υπάρχει στο Fahrenheit 451 και τον ερμηνεύει ο Anton Diffring. Υποδύεται τον στρατιώτη Fabian, συνάδελφο του Montag που προσπαθεί με την αφοσίωσή του να ανέλθει στο αξίωμα. Είναι ο άνθρωπος που παρατηρεί συνέχεια τον Montag και προσμένει κάποιο στραβοπάτημα. Γι’ αυτό άλλωστε απολαμβάνει την πτώση του. Ξαφνιάζει όμως και σε ρόλο έκπληξη· ως διευθύντρια στο σχολείο της Clarisse. Ο ρόλος διαρκεί δευτερόλεπτα, είναι βουβός και η αναγνώριση του ηθοποιού, παρότι είναι δυσδιάκριτη, εντυπωσιάζει.

Trailer ταινίας

Πληροφορίες ταινίας

  • Όνομα: Fahrenheit 451 (Φαρενάιτ 451)
  • Σκηνοθεσία: François Truffaut
  • Σενάριο: François Truffaut, Jean- Louis Richard
  • Πρωταγωνιστές: Oskar Werner, Julie Christie, Cyril Cusack, Anton Diffring
  • Έτος παραγωγής: 1966
  • Χρώμα: Έγχρωμο
  • Μουσική: Bernard Herrmann
  • Διάρκεια: 112′
  • imdb
  • new wave film
  • tcm

Το λιμάνι όπου στεγάστηκε το 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
Το 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης έφτασε στο τέλος του, φωτογραφία: Μαίρη Μπουλή

Πίσω στην Αθήνα λοιπόν. Οι διαπιστεύσεις θα μπουν στο συρτάρι και ο καθένας θα συνεχίσει την ρουτίνα που άφησε πίσω του για τον πυρετό του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Είδαμε πολλές ταινίες, γνωρίσαμε πολλούς ανθρώπους και ανταλλάξαμε ενδιαφέρουσες ιδέες. Προτού όμως κλείσει αυτό το κεφάλαιο ετοιμάσαμε για σας ένα μικρό αφιέρωμα που ίσως σας παρακινήσει να παραβρεθείτε στο επόμενο Φεστιβάλ που θα διοργανωθεί.

1. Ενημέρωση στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ

Καθώς το ντοκιμαντέρ ακροβατεί ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη δημοσιογραφία, ένα τέτοιο Φεστιβάλ εμπεριέχει έντονα το στοιχείο της ενημέρωσης. Γνωρίζατε ότι οι απαγορεύσεις υιοθεσιών στη Ρωσία από Αμερικάνους θετούς γονείς συνδέεται με το θάνατο του Sergei Magnitsky; ; Ή ότι στην Κίνα υπάρχει που ονομάζεται ‘’White Monkey Festival’’;  Γνωρίζατε σε βάθος το έργο του I.F Stone; Ή ότι ο κινηματογράφος έχει τον δικό του Stephen Hawking (σ.σ. Simon Fitzmaurice); Πόσες φορές είχατε την ευκαιρία να ακούσετε και να παρακολουθήσετε τα έθιμα και τις απόψεις της φυλής των Ινουίτ; Όλα αυτά και πολλά ακόμα μάθαμε στο 19ο ΦΝΘ.

Fred Peabody στο Φεστιβάλ
Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ All Governments Lie, Fred Peabody, στο 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, φωτογραφία: Μαίρη Μπουλή
2. Δημιουργικότητα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ

Documentary is Art καταλήγει ένα από τα διαφημιστικά σποτάκια του φεστιβάλ. Πράγματι εκεί βρίσκεται η ομορφιά του ντοκιμαντέρ. Όχι μόνο να καταγράφει κανείς την πραγματικότητα όπως ένα δελτίο ειδήσεων. Αλλά να το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε ο θεατής να αντλεί την ίδια αισθητική απόλαυση που θα αντλούσε από μια ταινία μυθοπλασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Safari του Ulrich Seidl. Η διαφθορά των κυνηγών ζώων που βρίσκονται υπό εξαφάνιση παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο σε ένα ντοκιμαντέρ που αγχώνει και κινητοποιεί το θεατή. Δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε το σκηνοθετικό ταλέντο του Ulrich Seidl. Σκηνοθετική μαεστρία εμφανίζεται και στο ντοκιμαντέρ «Το μαγικό δάσος της Κάισα» της Katja Gauriloff. Εδώ ο θεατής χάνεται σε μια εσωτερική συγκινητική περιπλάνηση μιας διαφορετικής και συνάμα μαγικής παράδοσης.

Εκδρομή Φεστιβάλ στο Δίον
Η εκδρομή του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στον αρχαιολογικό χώρο Δίον, φωτογραφία: Μαίρη Μπουλή
3. Διασκέδαση στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ

Κάποια στιγμή βέβαια οι προβολές τελειώνουν. Όταν οι πόρτες των αιθουσών κλειδώσουν, το Φεστιβάλ συνεχίζεται με έναν διαφορετικό τρόπο. Τα Φεστιβαλικά πάρτι κάθε φορά γίνονται σε άλλο μαγαζί της Θεσσαλονίκης. Πάντα παρούσα η μπύρα Fischer, χορηγός βραβείων κοινού του Φεστιβάλ, η οποία μάλιστα διανέμεται και δωρεάν με την επίδειξη διαπίστευσης. Εκτός όμως από τη νυχτερινή διασκέδαση, όποιος θέλει μπορεί να συμμετάσχει και σε ξεναγήσεις οργανωμένες από το Φεστιβάλ. Προσωπικά είχα την τύχη να παραβρεθώ σε μία από αυτές. Και όχι δεν περπατάγαμε γύρω γύρω στη Θεσσαλονίκη, αντίθετα πήγαμε με πούλμαν μέχρι τους πρόποδες του Ολύμπου, στον αρχαιολογικό χώρο Δίον. Από το μαγικό δάσος της Κάισα στο μαγικό δάσος του Δίον, δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες, παραγωγοί, όλοι αποποιούνται για λίγο τη φεστιβαλική τους ταυτότητα και μετατρέπονται σε τουριστικό group. Καθώς το Φεστιβάλ πέρα από τη καλοπέραση εμπεριέχει και αρκετή κούραση, τέτοιες εκδρομές είναι απαραίτητες για όλους.

Εθελόντριες στο πάρτι του Φεστιβάλ
Εθελόντριες σε ένα από τα πάρτι του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, φωτογραφία: Μαίρη Μπουλή

Συνολικά τα Φεστιβάλ είναι χρήσιμα τόσο στον χώρο του κινηματογράφου, όσο και στον χώρο του ντοκιμαντέρ διότι λειτουργούν ως κοιτίδες πολιτισμού. Επίσης δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το εμπορικό κομμάτι. Οι δημιουργοί δουλεύουν σκληρά για ένα όμορφο αποτέλεσμα και το να πάρει διανομή το ντοκιμαντέρ τους είναι  από μόνο του μια ανταμοιβή. Θεατές και παραγωγοί έχουν την δυνατότητα να ανακαλύψουν νέους σκηνοθέτες που μπορεί διαφορετικά να μην συναντούσαν. Καταλήγοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τέτοια Φεστιβάλ λειτουργούν ως κινητήριος μοχλός δίνοντας νέα πνοή στο πεδίο του ντοκιμαντέρ. Ραντεβού λοιπόν στο 20ο ΦΝΘ!

Χώρος Υποδοχής
Το Φεστιβάλ υποδέχεται τους επισκέπτες του

Τέχνες, αρχιτεκτονική, μουσική, κινηματογράφος. Η Μπιεννάλε δημιουργήθηκε το 1895 στη Βενετία και με τα χρόνια εξελίχθηκε σε ένα πολυπολιτιστικό φεστιβάλ που καλύπτει πολλούς τομείς και ικανοποιεί καλλιτεχνικές ορέξεις. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου αποτελεί μέρος της Μπιεννάλε· φωτίζει κάθε χρόνο τον ουρανό της Βενετίας με λάμψη, γεμίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες με ταινίες – σταθμούς. Το κορυφαίο διεθνές φεστιβάλ το φετινό φθινόπωρο θα σβήσει αισίως το 74ο γενέθλιο κεράκι του συνεχίζοντας να μας προσφέρει « άρτον και θέαμα». Τί και αν οι οιωνοί προμηνύουν ότι το 2082 η Βενετία θα βυθιστεί… έχουμε ακόμη 65 έτη γεμάτα ταινίες μπροστά μας προς τέρψη και θέαση. Ας απολαμβάνουμε λοιπόν.

Ένα φεστιβάλ γεννιέται

Είναι 1932.. Εν τω μέσω μίας εποχής ταραχώδους με ασταθές πολιτικό σκηνικό η 18η Μπιεννάλε ετοιμάζεται να ξεκινήσει, διαφορετική όμως από τις προηγούμενες. Το πρώτο διεθνές φεστιβάλ γεννάται και πλέον ξεκινά μία καινούρια εποχή για την κινηματογραφική βιομηχανία. Η εμπνευσμένη αυτή ιδέα αποδίδεται όχι σε έναν ούτε σε δύο, αλλά σε τρεις ανθρώπους: τον πρόεδρο της Μπιεννάλε, Κόμη Giuseppe Volpi di Misurata, τον γ.γ. της Μπιεννάλε, γλύπτη Antonio Maraini, και τον γ.γ. του Διεθνούς Ινστιτούτου του Εκπαιδευτικού Κινηματογράφου, Luciano De Feo, με τον τελευταίο να αναλαμβάνει τη διεύθυνση του φεστιβάλ.

Με δειλά, ασταθή βήματα και προσπαθώντας να βρει την σφραγίδα του το φεστιβάλ κάνει την πρεμιέρα του στο κοινό στις 6 Αυγούστου με την ταινία « Δρ. Τζέκυλ και Κ. Χάιντ» του R. Mamoulia να κάνει ποδαρικό στη Μπιεννάλε. Και αυτή ήταν απλά η αρχή·  τα μεγαλύτερα και αναγνωρισιμότερα ονόματα του χώρου εμφανίζονται στη μεγάλη οθόνη και οι ταινίες, που γεμίζουν το πρόγραμμα του φεστιβάλ, φέρουν την υπογραφή των εμπείρων σκηνοθετών της εποχής. Παρότι ήταν απόν το διαγωνιστικό μέρος, διεξάγεται ψηφοφορία μεταξύ των επισκεπτών (εκτιμώνται στους 25.000!) για την ανάδειξη καλύτερης ταινίας και καλύτερου σκηνοθέτη.

Τιμώντας την ονομασία της Μπιεννάλε (διετής) το δεύτερο φεστιβάλ λαμβάνει χώρα το 1934 εγκαινιάζοντας το διαγωνιστικό κομμάτι μεταξύ ταινιών από 19 συμμετέχουσες χώρες. Επιτροπή δεν έχει ακόμη ιδρυθεί, με αποτέλεσμα τα βραβεία να δίνονται από τον ίδιο τον πρόεδρο αφουγκραζόμενος πρώτα κοινό και ειδικούς. Το φεστιβάλ  λόγω της εντυπωσιακής του απήχησης ξεκινά να διεξάγεται από τον επόμενο χρόνο ετησίως (με εξαιρέσεις κυρίως κατά την περίοδο του Β’ΠΠ). Τόσο οι συμμετοχές όσο και οι επισκέπτες ολοένα και πληθαίνουν οδηγώντας όχι μόνο στον ορισμό διεθνούς εξειδικευμένης επιτροπής, αλλά και στη δημιουργία ειδικά διαμορφωμένου χώρου για την προβολή ταινιών στο Λίντο της Βενετίας.

 

Το Λίντο το σούρουπο
Η έδρα του φεστιβάλ- το νησί Λίντο πρωταγωνιστεί κάθε Σεπτέμβριο
Πτώση- άνοδος και πάλι από την αρχή

Με την Ιταλία ως έναν από τους βασικούς πυλώνες του Άξονα  υπήρχε στα χρόνια του πολέμου μια πρόδηλη εύνοια προς τις συμμαχικές του δυνάμεις. Η τέχνη έχει κάνει στην άκρη, για λογαριασμό της πολιτικής, μία τακτική που έριξε σε δυσμένεια το φεστιβάλ πλήττοντας προσωρινά το κύρος του. Εκείνη η περίοδος δεν προσέφερε κάτι το αξιοσημείωτο, πέρα φυσικά από την « παρουσίαση» στο κοινό της κατηγορίας Αναδρομή, με πρώτη αφιερωμένη στο γαλλικό κινηματογράφο. Η φωτιά της Μπιεννάλε μπορεί τότε απλά να σιγόκαιγε, δυνάμωσε όμως ξανά με τη βοήθεια του ιταλικού νεορεαλισμού που άνοιξε ξανά το δρόμο της σε ηθοποιούς και σκηνοθέτες.

Στα χρόνια που ακολουθούν, οι ασιατικές συμμετοχές έχουν σταθερά ανοδική πορεία εμφυσώντας στο φεστιβάλ μια ανάσα διεθνισμού με ποικιλία σε ταινίες και εναλλαγές σε τεχνικές, ενώ οι ευρωπαϊκές κυριαρχούσες τάσεις φωνάζουν αλλαγή· ανεξάρτητος βρετανικός κινηματογράφος, γαλλικό νέο κύμα, νέα ιταλικά σκηνοθετικά ταλέντα.Στον αέρα αυτόν της αλλαγής ταίριαξε ο Luigi Chiarini, που υπό τη διεύθυνσή του η Μπιεννάλε ξέφυγε από τα τετριμμένα και τόλμησε το αδιανόητο έως τότε· « έκλεισε τα αυτιά» στις εξωτερικές πιέσεις και τις πολιτικές σειρήνες , έστρεψε το βλέμμα μακριά από τις επικρατούσες, αλλά κερδοφόρες  κινηματογραφικές τάσεις, ασπάζοντας αυστηρότερο κριτήριο επιλογής και αγκαλιάζοντας νέους ελπιδοφόρους δημιουργούς· τους τελευταίους τόλμησε να τους συναγωνίσει με τρανταχτά ονόματα που την αξία τους την είχαν προ πολλού αποδείξει.

Είναι 1969 και η Μπιεννάλε πέφτει. Η επίσημη γραμμή κάνει λόγο για κακή επίγευση, που άφησε  το φεστιβάλ κατά την περίοδο του πολέμου. Οι φήμες, όμως, χωρίζονται στα δυο: από τη μία μιλάνε για δυσαρέσκεια που προξένησε η απονομή του Χρυσού Λέοντα στην ταινία του Alexander Kluge “Artists under the big top: Perplexed” την προηγούμενη χρονιά, από την άλλη αναφέρονται σε διαδηλώσεις νέων κατά της γενικότερης εμπορευματοποίησης του φεστιβάλ. Η αναταραχή αυτή προκάλεσε την παύση της απονομής των κορυφαίων βραβείων για μία γεμάτη δεκαετία με δύο μετρημένες εξαιρέσεις: τις τιμητικές βραβεύσεις του John Ford και Charlie Chaplin.

 

Φεστιβάλ και κόκκινο χαλί
Η Μπιεννάλε «βάζει τα καλά της» και ανοίγει τις πόρτες της στο κοινό
Μπιεννάλε – Πορεία προς το σήμερα

Το φεστιβάλ επιστρέφει από την «τιμωρία»  ανανεωμένο, προσαρμοσμένο στην εποχή. Εγκαινιάζει στο χώρο το νέο γερμανικό κινηματογράφο και περίτεχνα τον προωθεί. Αγκαλιάζει τη χολυγουντιανή επιστημονική φαντασία, καλωσορίζει ασυνήθιστες, παγκόσμιες δημιουργίες. Οι σκηνοθέτες τολμούν κλέβοντας τις εντυπώσεις. Ο «Δεκάλογος» εξιστορείται στις «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» την ώρα του «Τελευταίου πειρασμού».  Στην αναζήτηση καινούριων φωνών καλοδέχεται ιδιαίτερες ταινίες προερχόμενες από τις βαλτικές χώρες, τις μεσανατολικές, αλλά και τις ασιατικές. Κίνηση που αρχικά ξαφνιάζει, αλλά τελικώς αναγνωρίζεται ως ορθή.

Η εξερεύνηση είναι καλή, αλλά οι σταθερές αξίες παραμένουν. Το Χόλυγουντ είναι εκεί· έχει φιλμ που κόβουν εισιτήρια, τραβάει φώτα που ζαλίζουν, αναδεικνύει ηθοποιούς – είδωλα. Είναι μαζί, στις αίθουσες προβολής, στις συνεντεύξεις τύπου. Οι εκδηλώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, με εκθέσεις που εντυπωσιάζουν και βραδινά πάρτυ που καταλήγουν σε πρωινά. Παρά τη φαινομενική ασυμβατότητα με την Μπιεννάλε, ταιριάζουν· απλά ταιριάζουν. Το κύρος κανενός δε θίγεται και ο κόσμος ενθουσιάζεται με το μακροχρόνιο πάντρεμα. Οι επισκέπτες πληθαίνουν, οι συμμετοχές φιλμ αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς και το Λίντο « στριμώχνει» κάθε χρόνο περί τις 50.000 κόσμου, που έρχεται να δει και να απολαύσει.

 

Κόκκινο χαλί - Μπιεννάλε
Οι σταρ ποζάρουν- τα φλας αστράφτουν
Καλωσορίζοντας το αύριο

Προσπαθώντας να ενισχύσει παραγωγούς και εταιρείες παραγωγής, αλλά και να τους βοηθήσει στην «αλίευση» νέων ταλέντων ανεξαρτήτως ύφους, η Μπιεννάλε δημιούργησε για πρώτη φορά το 2012 την Αγορά Κινηματογράφου Βενετίας. Προσφέρει τη δυνατότητα στους αγοραστές να παρακολουθήσουν δείγματα ταινιών και να κάνουν  χρηματική προσφορά σε αυτή που θα τους κεντρίσει το ενδιαφέρον·  αυξάνει τη διαφημιστική δύναμη των συμμετεχουσών ταινιών μέσα από την προκαταβολική ενημέρωση της πλοκής των· αναγνωρίζει την υπεραξία των τεχνικών και καλλιτεχνικών συντελεστών προσφέροντας αναλυτικό κατάλογο με τις λεπτομέρειες της ταινίας. Ομάδες της κινηματογραφικής παγκόσμιας βιομηχανίας έχουν δείξει εμπιστοσύνη στον καινούριο αυτό θεσμό δίνοντας κάθε χρόνο το « παρών» στη διοργάνωση, συμμετέχοντας σε συνέδρια και εκδηλώσεις και με στόχο φυσικά την προώθηση των συμφερόντων τους.

Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα η Μπιεννάλε καινοτομεί. Ξεφεύγει από τα συνηθισμένα δεχόμενη το καινούριο. Συνειδητοποιεί ότι εκτός από τη μεγάλη οθόνη υπάρχει και η μικρή και η πιο μικρή. Με την τεχνολογία να πρωταγωνιστεί, πλέον οι δημιουργοί βρίσκουν χώρο έκφρασης στα ντοκυμαντέρ, στις τηλεοπτικές σειρές, στις ιντερνετικές σειρές. Από την άλλη, υπερισχύει πια στους κινηματογραφικούς συντελεστές και τις εταιρείες παραγωγής η ανάγκη συμπαραγωγής και συγχρηματοδότησης  όχι μόνο ολοκληρωμένων έργων, αλλά κυρίως εμπνευσμένων προσχεδίων. Κάπως έτσι εγκαινιάζεται η Γέφυρα Παραγωγής Βενετίας. Εκεί που τα χρήματα παλιά τελείωναν και μία προσπάθεια έμενε ημιτελής, τώρα τα πράγματα αλλάζουν και δίνεται η δυνατότητα ολοκλήρωσης ενός οράματος με καλύτερη διεθνή διανομή.

 

Χρυσός Λέων
Ο Χρυσός Λέων ξεπροβάλλει δυναμικά και εντυπωσιάζει
Πίσω στα θρανία

Μερικά χρόνια μετά την έλευση του νέου αιώνα, η Μπιεννάλε αποφασίζει και δημιουργεί ένα κολέγιο, στο οποίο δημιουργοί- σκηνοθέτες προσκαλούνται, μετά από σκληρή επιλογή, να συνεργαστούν με έμπειρους ειδικούς και εκπαιδευτές  λαμβάνοντας τα φώτα τους πάνω στη σκηνοθετική ολοκλήρωση με ανεπτυγμένο το αισθητήριο κριτήριο, κυρίως όσον αφορά χαμηλού προυπολογισμού ταινίες. Η εξειδίκευση μεταλαμπαδεύεται και η νέα γενιά  μαθαίνει από τους εμπειρογνώμονες. Δέκα ημέρες εντατικών εργαστηρίων περνάνε και οι τυχεροί τρεις από τους αρχικούς δώδεκα υποψηφίους θα κληθούν να λάβουν, εκτός από περαιτέρω εξειδίκευση, δικαίωμα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο φεστιβάλ και φυσικά χρηματοδότηση.

Αποδεχόμενη το μέλλον και τις τάσεις του, η Μπιεννάλε προχώρησε στην εγκαινίαση τμήματος αφορώντος  στην εικονική πραγματικότητα. Πολλοί τολμηροί και πρωτοπόροι σκηνοθέτες ξεφεύγουν από τα κλασικά,  αποτολμούν και πειραματίζονται με την τεχνολογία, οδηγώντας τη σκηνοθεσία και την αφήγησή της σε πρωτόγνωρο επίπεδο.Το κολέγιο εικονικής πραγματικότητας προσφέρει στους εννέα επιλεγέντες σκηνοθέτες την ευκαιρία να μάθουν δίπλα σε εμπειρογνώμονες του χώρου, βαθείς γνώστες της τεχνολογίας. Η επιμόρφωση επικεντρώνεται βασικά σε σχέδια εικονικής πραγματικότητας, σύντομης διάρκειας, 10-20 λεπτών, και φυσικά στην ανάλογη χρηματοδοτική ενημέρωση και μετέπειτα ενίσχυση.

 

Η Μπερλινάλε τη νύχτα
Η Μπερλινάλε καλωσορίζει τους επίδοξους επισκέπτες της

Φώτα, λάμψη, κόκκινο χαλί. Η Μπερλινάλε, το κινηματογραφικό φεστιβάλ του Βερολίνου σε λίγους μήνες «ανοίγει τις πόρτες της» και είναι έτοιμη να σκορπίσει χρυσόσκονη στο φιλοθεάμον κοινό. Συμμετέχοντες, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι ξεσκονίζουν από τώρα τα καλά τους για να είναι έτοιμοι. Ο Φεβρουάριος άλλωστε είναι κοντά…

Γένεσις

Το τέλος του Β’ ΠΠ βρίσκει το Βερολίνο ρημαγμένο τοπίο, ξεπεσμένο από το  πάλαι ποτέ κύρος του. Αμερικανοί που καταλάμβαναν μέρος του Βερολίνου μετά τη λήξη του πολέμου απεφάσισαν να χρηματοδοτήσουν και να εγκαινιάσουν ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ  ύστερα από πρόταση του αξιωματικού του αμερικανικού στρατού και ειδικού στον κινηματογράφο  Oscar Martay με σκοπό να επαναφέρουν τη «διαλυμένη» από τον πόλεμο πόλη στο περασμένο κλίμα της δόξας της. Η πρόταση αυτή εγκρίθηκε από επιτροπή που περιελάμβανε μέλη του γερμανικού κοινοβουλίου, αλλά και μέλη της γερμανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, στις 9 Οκτωβρίου του 1950, και ο καταξιωμένος ιστορικός κινηματογράφου  Alfred Bauer κατέλαβε τη θέση του διευθυντού της Μπερλινάλε.

Η έμπνευση του Martay ήταν μεγαλειώδης, το αποτέλεσμα όμως ξεπέρασε κάθε φαντασία. Ούτε καν οι ίδιοι οι ιδρυτές του δε θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι δημιουργώντας τη Μπερλινάλε στην πραγματικότητα ξεκινούσαν ένα θεσμό· ένα φεστιβάλ που θα γινόταν με το χρόνο ένα από τα πιο περίβλεπτα και ευυπόληπτα κινηματογραφικά φεστιβάλ,  που θα συγκέντρωνε ετησίως τους περισσότερους  επισκέπτες  και θα « μετρούσε» εκατοντάδες συμμετοχές.

 

Αίθουσα προβολής ταινιών
Ο κόσμος τακτοποιείται στις θέσεις λίγο πριν την προβολή της ταινίας

Για να καταφέρουν εν τη γενέσει της Μπερλινάλε να προσελκύσουν κόσμο, απεφάσισαν οι ιδρυτές της να «ανοίξουν» το φεστιβάλ με μία ταινία που «μετρούσε» ήδη πάνω από μία δεκαετία ζωής. Δεν πρόκειται για άλλη από τη « Ρεμπέκα» ( 1940) του A. Hitchcock, μία αριστουργηματική ταινία που οι περισσότεροι Βερολινέζοι δεν είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν παρά μετά το πέρας του πολέμου και με την πρωταγωνίστριά της J. Fontaine να αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της Μπερλινάλε.

Εξαρχής  ως βραβείο του φεστιβάλ ορίστηκε η Χρυσή Άρκτος. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία, καθώς η αρκούδα αποτελεί το οικόσημο της σημαίας του Βερολίνου.

Αέρας αλλαγής

Η Μπερλινάλε για τα πρώτα 27 χρόνια ζωής της λάμβανε χώρα στις αρχές του Ιουνίου. Ο Bauer, ανήσυχος  για τη μικρή χρονική απόσταση που υπήρχε με το φεστιβάλ των Καννών (ξεκινούσε τον Μάιο), προσπαθούσε για χρόνια να πετύχει τη μετακίνηση του φεστιβάλ. Η αλλαγή επήλθε μόλις το 1978 υπό τη διευθυντική καθοδήγηση του Wolf Donner, όπου και η Μπερλινάλε ξεκινά να διεξάγεται στις αρχές Φεβρουαρίου.

Η Διεθνής Ομοσπονδία Ενώσεως Παραγωγών Κινηματογράφου (FIAPF) έθεσε ορισμένους κανόνες στη Μπερλινάλε, μέχρι αυτή να μπορέσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της FIAPF και να αναχθεί σε πρωτοκλασάτο φεστιβάλ. Αρχικά τόνισε την ανάγκη αλλαγής της κριτικής επιτροπής( τον πρώτο χρόνο αποτελείτο από μέλη της γερμανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας) και τα βραβεία πλέον θα δίνονταν από το ίδιο το κοινό. Όταν τελικώς έλαβε την αναγνώριση της FIAPF το 1956, τα μέλη της κριτικής επιτροπής της Μπερλινάλε προέρχονταν από διεθνώς αναγνωρισμένους ειδικούς, γεγονός που παραμένει ως και σήμερα.

 

Χρυσή Άρκτος
Το κορυφαίο βραβείο του φεστιβάλ έτοιμο να γνωρίσει τον ιδιοκτήτη του

Με τη  διεθνή αναβάθμιση της Μπερλινάλε αναγκαστικά έπρεπε να επέλθει και η ανάλογη αναβάθμιση στα απονεμόμενα βραβεία της. Ούτως ειπείν,την ίδια χρονιά  το βραβείο της Αργυρής Άρκτου έπαψε να δίνεται στη δεύτερη καλύτερη ταινία,αλλά αποσχίστηκε τελείως από τη «μεγάλη της αδελφή»- τη Χρυσή Άρκτο- και  άρχισε να απονέμεται στον καλύτερο σκηνοθέτη, α’ ανδρικό και γυναικείο ρόλο. Έπαψε να  τιμάται μόνο η ταινία στο σύνολό της και ο παραγωγός αυτής , αλλά αναγνωρίστηκαν και πλέον βραβεύονται και οι ξεχωριστές πτυχές που απαρτίζουν κάθε ταινία.

Κάποιες  γνωστότερες στο ευρύ κοινό σπουδαίες ταινίες, που τιμήθηκαν με το κορυφαίο βραβείο της Χρυσής Άρκτου, είναι οι ακόλουθες: « Οι 12 ένορκοι» , « Άγριες φράουλες», « Ο άνθρωπος της βροχής», « Λογική και ευαισθησία», « Η λεπτή κόκκινη γραμμή», “Magnolia”.

Μπερλινάλε – Κατηγορίες ταινιών

Η Μπερλινάλε περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες ταινιών, διαφορετικές μεταξύ τους, τις σημαντικότερες από τις οποίες θα αναφέρουμε παρακάτω:

  • Διαγωνισμός: Στην κατηγορία αυτή διαγωνίζονται ολοκληρωμένες ταινίες και προβάλλονται νέες παραγωγές από όλα τα μέρη του κόσμου. Είναι η κατηγορία με την περισσότερη λάμψη, αφού όλα τα μεγάλα και διάσημα ονόματα του χώρου επιλέγουν και τιμούν το φεστιβάλ είτε με τη συμμετοχή τους είτε απλά με την εμφάνισή τους.
  • Πανόραμα: Ανεξάρτητες ως επί το πλείστον παραγωγές, νεωτεριστικού τύπου, που πραγματεύονται κατά βάση αμφιλεγόμενα και ριζοσπαστικά θέματα.
  • Φόρουμ: Πειραματικές ταινίες, ντοκυμαντέρ πολιτικού και μη περιεχομένου με εκφραστές κυρίως νέους εκπροσώπους του χώρου.
  • Ταινίες μικρού μήκους: ριζοσπαστικές προσεγγίσεις για επίκαιρα ζητήματα απασχολούν συνήθως τις ταινίες της κατηγορίας.
Αφίσα της Μπερλινάλε
Το νόημα όλου του φεστιβάλ σε μια αφίσα
  • Γενιά: Ταινίες για τις νεώτερες ηλικίες. Είτε στρέφονται γύρω από παιδιά είτε και οι ίδιοι οι δημιουργοί μπορούν να ανήκουν σε μικρότερες ηλικίες.
  • Perspektive Deutsches Kino: Γερμανικές ταινίες που αποτελούν το μέλλον του γερμανικού κινηματογράφου όπως παρουσιάζονται από τη νέα γενιά δημιουργών.
  • Αναδρομή- Homage: Αφιέρωμα σε ταινίες παλαιότερες συγκεκριμένης κατηγορίας. Κάθε χρόνο το θέμα που γιορτάζεται είναι διαφορετικό, με το κυριάρχο θέμα στη Μπερλινάλε του 2017 να είναι οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Στο Homage τώρα το αφιέρωμα αφορά σημαντικούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς και άλλα σημαίνοντα πρόσωπα του χώρου.
Ταλέντα της Μπερλινάλε-Ευρωπαϊκή κινηματογραφική αγορά

Κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια ζωής της Μπερλινάλε, ένα χειμερινό σχολείο ανοίγει τις πόρτες του και υποδέχεται νέα ταλέντα, προερχόμενα από τον κινηματογραφικό χώρο και τη δραματουργία, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Τα άτομα που γίνονται δεκτά φτάνουν τα 250 ετησίως και απολαμβάνουν ιδιαίτερα προνόμια, όπως να διδάσκονται σε εργαστήρια από φτασμένους καλλιτέχνες και δημιουργούς, να παρακολουθούν σεμινάρια, αλλά και να παρουσιάζουν οι ίδιοι τη δική τους δουλειά μπροστά σε επαγγελματίες.

Κάποια από τα γνωστά ονόματα, που έχουν τιμήσει τα ταλέντα της Μπερλινάλε με την παρουσία τους, είναι οι Paul Verhoeven, Holly Hunter, Isabella Rossellini, Tilda Swinton κ.ά.

 

Αστέρες στο φεστιβάλ
Πανοραμική λήψη διαφόρων αστέρων ενώ καταφθάνουν στη Μπερλινάλε

Κάποιες από τις εργασίες των συμμετεχόντων που ξεχωρίζουν παραδίδονται για παρουσίαση στην αγορά συμπαραγωγής της Μπερλινάλε, όπου και έχουν τη δυνατότητα χρηματοδότες και παραγωγοί να γνωρίσουν το νέο αίμα στον κινηματογράφο και να προχωρήσουν, εάν φυσικά το κρίνουν σκόπιμο, στη χρηματοδότηση κάποιας ελπιδοφόρας εργασίας.

Εκτός όμως από τον ιδεαλισμό, στον κινηματογράφο κυριαρχεί και η ανάγκη εμπορευματοποίησης της δημιουργίας. Άλλωστε χωρίς την απαραίτητη χρηματοδότηση ένα αριστούργημα δε θα βρει ποτέ το δρόμο του από το συρτάρι στη μεγάλη οθόνη. Με αυτό το σκεπτικό η Μπερλινάλε κινήθηκε ώστε μέσα από την ευρωπαϊκή κινηματογραφική αγορά να φέρει σε επαφή παραγωγούς, σπόνσορες, εταιρείες διανομής με δημιουργούς που ενδιαφέρονται  να διαπραγματευθούν τα δικαιώματα των έργων τους,  να τα πουλήσουν ή απλά να παραχωρήσουν μέρος των δικαιωμάτων τους αυτών σε μεγάλες εταιρείες παραγωγής.

Ελληνική πορεία στο φεστιβάλ

Η Ελλάδα δε θα μπορούσε να απόσχει από αυτή τη φαντασμαγορική γιορτή του κινηματογράφου. Μετράει 100 συμμετοχές στο διαγωνισμό, είτε καθαρής ελληνικής παραγωγής είτε συμπαραγωγής με άλλη χώρα, έχοντας κατορθώσει να αποσπάσει 5 βραβεία στα 65 χρόνια ζωής της Μπερλινάλε. Ο Νίκος Κούνδουρος το 1965 έφυγε  με το βραβείο της Αργυρής Άρκτου στην αγκαλιά του για την καλύτερη σκηνοθεσία στην ταινία του «Μικρές Αφροδίτες», ενώ η ταινία του Κώστα Φέρρη « Ρεμπέτικο», του 1984, απέσπασε το βραβείο της Αργυρής Άρκτου.

Σημαδεμένες Καρδιές: Ηλιοθεραπεία
Σημαδεμένες Καρδιές: Οι ασθενείς απολαμβάνουν τον ήλιο

Οι -Σημαδεμένες Καρδιές (Inimi cicatrizate) είναι μια ταινία που συνδυάζει το γλυκόπικρο και ελαφρώς κωμικό ύφος που χαρακτηρίζει το -Μαγαζάκι των Αυτοκτονιών και την μελαγχολία της ταινίας -Η θάλασσα μέσα μου . Πρόκειται για τη 12η ταινία του Ρουμάνου σκηνοθέτη Ράντου Τζουντ (Radu ʒude) και έχει γυριστεί στη Ρουμανία και στην Γερμανία. Στην Ελλάδα η πρώτη προβολή της παρούσας ταινίας πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 4/11/2016 στο 57ο ΦΚΘ. Το νέο δημιούργημα του Τζουντ, βασισμένο στη ζωή και στο ομώνυμο ήμι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μ. Μπλέτσερ, τοποθετείται στη Ρουμανία λίγο πριν το ξέσπασμα του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο 20χρονος εβραϊκής καταγωγής Μανού (πρωτοεμφανιζόμενος Lucian Theodor Rus) πάσχει από τη νόσο του Pott, ένα σχετικά σπάνιο είδος φυματίωσης που προσβάλει την σπονδυλική στήλη. Έπειτα από πρωτοβουλία του πατέρα του νοσηλεύεται σε ένα σανατόριο στη Μαύρη Θάλασσα προκειμένου να θεραπευτεί. Διαβάζοντας την υπόθεση της ταινίας -Σημαδεμένες Καρδιές ο θεατής είναι λογικό να αναμένει ψυχρά χρώματα στους τοίχους και νοσοκομειακό φωτισμό. Ωστόσο η φιλική ατμόσφαιρα του σανατόριου, οι φίλοι και η κοπέλα που βρίσκει ο Μανού δημιουργούν μια απροσδόκητη ζεστασιά εν μέσω δύσκολων καιρών, όχι μόνο για τον πρωταγωνιστή, αλλά και για την ιστορία της χώρας.

Σκηνή πάρτι από Σημαδεμένες ΚαρδιέςΣημαδεμένες Καρδιές: Οι ασθενείες πίνουν και συζητούν

 

Ο Ράντου Τζουντ κάνει μια πετυχημένη στροφή από το γουέστερν στο δράμα. Πέρα από την εναλλαγή βαριάς και ελαφριάς ατμόσφαιρας και την πολύ καλή διεύθυνση φωτογραφίας, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τεχνικές που ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί. Ακολουθώντας την οδό του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ (Андрей Звягницев) στην ταινία -Η Επιστροφή , ο Τζουντ υιοθετεί το πλάνο που θυμίζει τον πίνακα του Μαντένια, Επιτάφιος Θρήνος. Ο Μανού παρουσιάζεται πολλές φορές ξαπλωμένος στο κρεβάτι του από την ίδια ακριβώς γωνία λήψης που έχει επιλέξει ο ζωγράφος Μαντένια στον πίνακά του για να απεικονίσει τον νεκρό Χριστό. Ιδιαίτερα στη σκηνή έπειτα από την πρώτη ένεση (0:42 στο τρέιλερ) η αναφορά στον πίνακα είναι τόσο ξεκάθαρη που δεν υπάρχει περίπτωση όποιος τον έχει υπ’ όψιν του να μην την αντιληφθεί.

Μαντένια, Επιτάφιος Θρήνος
Ο πίνακας από των οποίο επηρεάστηκε ο Τζουντ στις Σημαδεμένες Καρδιές

Επιπλέον, καθώς η ταινία -Σημαδεμένες Καρδιές είναι εμπνευσμένη από το έργο του Μπλέτσερ, ανάμεσα στις σκηνές παρεμβάλλονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας αποσπάσματα από το ομότιτλο βιβλίο του Ρουμάνου συγγραφέα. Συνήθως κάθε απόσπασμα έχει λειτουργία προοικονομίας για τη σκηνή που θα ακολουθήσει. Η σύνδεση αυτή προκαλεί στον θεατή μια αίσθηση αποσπασματικότητας, χωρίζοντας την ταινία σε αφηγηματικές ενότητες. Κάθε ενότητα αντικατοπτρίζει διαφορετικές φάσεις της ζωής του Μανού και ταυτόχρονα τα διαφορετικά στάδια της ασθένειάς του.

Σημαδεμένες ΚαρδιέςΣημαδεμένες Καρδιές: Η Σολάνζ στο πλευρό του Μανού

Ο Μανού στο σανατόριο βρίσκει μια οικογένεια. Οι υπόλοιποι ασθενείς, όντας κάθε άλλο παρά υποτονικοί, διοργανώνουν πάρτι, πίνουν, γελάνε, τσακώνονται, ερωτεύονται και συζητάνε για πολιτική, λογοτεχνία και ποίηση. Η ασθένεια όμως κρέμεται πάντα σαν απειλητικό σύννεφο πάνω από αυτές τις εκδηλώσεις, υπενθυμίζοντας την τραγικότητα που περιβάλει τις -Σημαδεμένες Καρδιές των νοσηλευόμενων. Μια τραγικότητα από την οποία άλλοι προσπαθούν να ξεφύγουν, ενώ άλλοι την έχουν αποδεχτεί.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας « Σημαδεμένες Καρδιές »

Η Κληρονόμος- σκηνή ταινίας
Οι πρωταγωνιστές φωτογραφίζονται για την ταινία

Σειρά άρθρων, βιβλίο, θεατρικό έργο, κινηματογραφική ταινία. «Η κληρονόμος» είναι μια δραματική αισθηματική ταινία του 1949 που πραγματεύεται την αιώνια διαμάχη έρωτα- χρήματος. Η Olivia de Havilland και ο Montgomery Clift έχουν αναλάβει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του αριστοτέχνη William Wyler.

Περίληψη:

Μέσα 19ου αι. Νέα Υόρκη… H Catherine Sloper( Olivia de Havilland) είναι μια αθώα και αφελής κοπέλα χωρίς επιτυχία στο άλλο φύλο, αλλά με πολλή περιουσία. Κατά την έξοδό της σε χορό γνωρίζει το φτωχό γόητα Morris Townsend( Montgomery Clift). Ξαφνιασμένη από το ενδιαφέρον του δεν αργεί να τον ερωτευτεί και να δεχθεί την πρόταση γάμου που της κάνει. Ο γιατρός όμως και πατέρας της Austin Sloper( Sir Ralph Richardson), βέβαιος καθώς είναι για τα τυχοδιωκτικά αισθήματα του Morris, διαφωνεί ριζικά με αυτόν το γάμο και επιδιώκει να κρατήσει το ζευγάρι μακριά. Παίρνει την Catherine σε εξάμηνο ταξίδι στην Ευρώπη θεωρώντας ότι η απόσταση και ο χρόνος θα φανερώσουν αυτό που πραγματικά είναι ο Morris… ένας προικοθήρας . Παρά τις προσπάθειές του, όμως, το ζευγάρι ξανασμίγει, αλλά μήπως τελικά είχε δίκιο ο αυταρχικός πατέρας;

Το ταξίδι μιας ιστορίας:

Το κοινό ήρθε πρώτη φορά σε επαφή με την ιστορία της « Κληρονόμου» το 1880. Ο δημιουργός και εμπνευστής της Henry James, θέλοντας να εξιστορήσει μια κωμικοτραγική ιστορία αγάπης, ξεκίνησε να εκδίδει σειρά άρθρων από τον Ιούνιο μέχρι και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους στα περιοδικά “Cornhill Magazine” και “Harper’s New Monthly Magazine”. Δεν ήταν παρά λίγο καιρό μετά, και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 1880, που η εκδοτική εταιρεία Harper & Brothers  αποφάσισε να συγκεντρώσει όλα τα άρθρα και να τα ενώσει σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο που τιτλοφορήθηκε « Πλατεία Ουάσινγκτον».

Το 1947, το θεατρικό συγγραφικό δίδυμο Ruth και Augustus Goetz, αποφασίζουν να ανεβάσουν την ιστορία του βιβλίου στο θεατρικό σανίδι διατηρώντας μεν τον τίτλο τροποποιώντας, όμως, το τέλος. Καθώς το κοινό δεν αποδέχθηκε θερμά την αλλαγή αυτή, το συγγραφικό δίδυμο αποφάσισε να ξαναπαρουσιάσει το έργο στο Μπροντγουέι αυτή τη φορά, αφού πρώτα είχε φροντίσει να επαναφέρει την ιστορία στην πρωτότυπη της μορφή φέρουσα τον τίτλο « Η Κληρονόμος».

 

Η Κληρονόμος- Αφίσα ταινίας
Η Κληρονόμος- Αφίσα της ταινίας με τους O. de Havilland και M. Clift

Εκεί στο Μπροντγουέι ήταν που η Olivia de Havilland πρωτογνώρισε την τραγική αυτή αισθηματική ιστορία. Ενθουσιασμένη καθώς ήταν από το έργο, παρότρυνε το σκηνοθέτη William Wyler να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνίστρια –ποια άλλη;- την ίδια. Πράγματι ο σκηνοθέτης ξεκίνησε αμέσως τις διαδικασίες , αγοράζοντας πρώτα τα δικαιώματα και προσλαμβάνοντας ως σεναριογράφους τους ίδιους τους θεατρικούς συγγραφείς που θα αναλάμβαναν πλέον τη δημιουργία του σεναρίου και την απαραίτητη προσαρμογή του.

Ο σκηνοθέτης:

Ο William « ενενήντα λήψεις» Wyler- παρατσούκλι που του απέδωσαν άνθρωποι του χώρου- δεν είναι ένας συνηθισμένος σκηνοθέτης. Επίμονος, επιλεκτικός στην επιλογή των σεναρίων, πρωτοπόρος στη χρήση της κάμερας. Κάθε σκηνή γυρίζεται αμέτρητες φορές – εξ ού και το παρατσούκλι-, κάθε ταινία είναι σχολαστικά επεξεργασμένη προσφέροντάς της μακροζωία. Τελειομανία που ίσως οφείλεται στη γερμανική καταγωγή του∙ κατάφερε όμως να του χαρίσει τρία βραβεία Όσκαρ στην καριέρα του, αλλά και να τον κάνει το σκηνοθέτη με τις περισσότερες υποψηφιότητες για Όσκαρ σκηνοθεσίας( 12 στο σύνολο). Βασίζει τη σκηνοθεσία του στην ακρίβεια και την ευαισθησία  κάνοντας τις ταινίες του πιο προσωπικές. Θέλει τα έργα του να έχουν βάθος εφιστώντας την προσοχή του όχι μόνο σε ό,τι πρέπει να μας δείξει αλλά κυρίως σε ό,τι πρέπει να νιώσουμε.

Έτσι, λοιπόν, και στο « Η Κληρονόμος», μια ταινία που είναι κατά βάση αισθηματική, φροντίζει να μην αναλώνεται στην αισθηματική ανάλυση. Προτιμά από λεπτότητα να αφήσει κάποια πράγματα ανείπωτα δίνοντας το δικαίωμα στον θεατή να τα εκλάβει όπως εκείνος τα αντιλαμβάνεται. Επιλέγει και δεν μας ξεκαθαρίσει εν προκειμένω αν τα αισθήματα του Clift είναι ειλικρινή ή τυχοδιωκτικά.

 

Η Κληρονόμος-Παρασκήνια
Πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτης μοιράζονται γενέθλια και κόβουν την τούρτα

Μας επιτρέπει όμως να παρατηρήσουμε την αλλαγή που μπορεί να προξενήσει σε μια άδολη κοπέλα από τη μία η πατρική απόρριψη από την άλλη η ερωτική εκμετάλλευση. Παύει να είναι καταδεκτική, σκοτεινιάζει, απομονώνεται. «Γυρίζει την πλάτη» στον ετοιμοθάνατο πατέρα της, κλειδώνει έξω από το σπίτι τον μετανιωμένο(;) εραστή. Θα ζήσει τη ζωή της μόνη της με τα λεφτά της προστατευμένα, αλλά με το κρεββάτι της άδειο. Δεν επέλεξε αυτόν το δρόμο, αλλά αυτόν θ’ ακολουθήσει.

Πάντα πρωτοπόρος, στο κλείσιμο της ταινίας ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.. Δεν τελειώνει την ιστορία με πλάνο που ξεμακραίνει. Αφού μας δείξει τη σκληρή πλέον( « έχει μάθει από τον καλύτερο!») de Havilland να ανεβαίνει αγέρωχα τη σκάλα, η κάμερα παραμένει κολλημένη στον απελπισμένο Clift που χτυπάει μανιωδώς την εξώπορτα μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Ίσως η τιμωρία του δεν τελειώνει όταν τελειώνει το φιλμ κάνοντάς μας να αισθανθούμε δικαίωση. Μια δικαίωση όμως που δεν καταφέρνει να διώξει την πίκρα από το στόμα μας.

Αγάπη vs χρήματος:

Αγγελικό πρόσωπο, ειλικρινής ματιά, γνήσιο χαμόγελο. Τα φυσικά αυτά χαρακτηριστικά  « αναγκάζουν» την de Havilland να αναλαμβάνει αθώους ρόλους. Με φυσική ευκολία αποτυπώνει στο ακέραιο το εύθραυστο του χαρακτήρα τους. Τέτοιος ρόλος είναι και στο « Η Κληρονόμος» η Catherine Sloper. Άχρωμη και άχαρη νεανίδα βρίσκεται υπό τη φροντίδα του δεσποτικού πατέρα της.  Κορίτσι χωρίς ιδιαίτερη φυσική ομορφιά, πάσχει στις κοινωνικές συναναστροφές. Αισθάνεται πιο καλά στο δωμάτιό της κάνοντας πιθανές συζητήσεις με τον εαυτό της, παρά όταν είναι σε συνύπαρξη με άλλους. Δυσκολεύεται, κομπλάρει κάνοντας τους άντρες είτε να την αποφεύγουν είτε απλά να μην την προσέχουν. Υστερεί, δυστυχώς όμως, και στα αναγκαία χαρίσματα των κοριτσιών της εποχής. Τι κι αν ο πατέρας της την πήγε σε σχολές χορού και μουσικής; Να χορέψει καλά δεν μπορεί, να παίξει πιάνο αδυνατεί.

Χωρίς να έχει γνωρίσει το φλερτ, ξαφνιάζεται από το ερωτικό ενδιαφέρον του επίδοξου μνηστήρα Clift. Αφήνεται χωρίς δεύτερη σκέψη και επιτρέπει στα συναισθήματά της να κυριαρχήσουν. Γι’ αυτόν τον άντρα είναι διατεθειμένη να πάει κόντρα στον πατέρα της, το άτομο που αποτελεί τη μόνη ουσιαστική επαφή που έχει με το άλλο φύλο, που μεταξύ μας δεν λογίζεται ως η καλύτερη.

 

Η Κληρονόμος- Βραδιά Όσκαρ
Η Olivia de Havilland νικήτρια της 23ης απονομής των Όσκαρ

Μια αληθινή σύμμαχο έχει, τη Miriam Hopkins. Είναι η καλοκάγαθη πενθούσα θεία που κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της, για να κρατήσει το ζευγάρι μαζί. Την αλήθεια τη νιώθει, αλλά προτιμά να έχει η ανιψιά της ένα γάμο χωρίς αγάπη παρά μια ζωή μοναχική. Προκειμένου να το πετύχει αυτό, επιλέγει να ξαναφέρει στο δρόμο της de Havilland τον παλιό αγαπημένο της άθελά της οδηγώντας την στον οριστικό αποχαιρετισμό.

Η αποπνέουσα καλοσύνη της de Havilland τής επέτρεψε να αγκαλιάσει το ρόλο με στοργή. Το ταλέντο της όμως ήταν αυτό που τον απογείωσε. Χρειάζεται μια μεγάλη ηθοποιό και καθόλου προσπάθεια για να εξελιχθεί φυσικά η πλήρης μεταστροφή στο χαρακτήρα. Τέτοια είναι η de Havilland. Ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι το έργο το αγάπησε αμέσως ∙ ίσως στο ότι αντιλήφθηκε την ψυχοσύνθεση του ρόλου μονομιάς. « Η Κληρονόμος» είναι η ταινία που της προσφέρει όσα θέλει∙ αδιαμφισβήτητη καταξίωση, δεύτερο βραβείο Όσκαρ∙ μόνο ένα δεν της προσέφερε… να έχει για συμπρωταγωνιστή της το συχνό παρτενέρ της Errol Flynn( « Οι περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών», « Μοντέρνος Καζανόβας», “ Dodge City” κ.ά.).

Ο Montgomery Clift, ο ηθοποιός με τα λεπτά χαρακτηριστικά και την προσεγμένη φιγούρα, υποδύεται τον πρωταγωνιστικό ανδρικό ρόλο. Ένα ρόλο που αντιπαθεί, με μια συμπρωταγωνίστρια που δεν εγκρίνει, υποκριτικά τουλάχιστον. Ως γνήσιος επαγγελματίας παραμερίζει όσο μπορεί την εμφανή δυσαρέσκειά του και αφήνει το νατουραλιστικό υποκριτικό του στυλ να μιλήσει γι’ αυτόν. Τεχνικά είναι άριστος, αισθηματικά κάποιες φορές μονότονος. Το όμορφο του πρόσωπο  « φωνάζει» ειλικρίνεια. Νιώθουμε ότι την αγαπά, θέλουμε να την αγαπά, και γι’ αυτό άλλωστε η απογοήτευσή μας μεγαλώνει όταν, ενώ η ώρα περνά, συνειδητοποιούμε ότι δε θα επιστρέψει. Η προίκα ήταν ο σκοπός, στην προίκα στόχευε, ενώ έλεγε τα ωραιοποιημένα λόγια αγάπης.

 

Η Κληρονόμος- Σκηνή ταινίας
Πατέρας και κόρη συζητάνε

Ο  Sir Ralph Richardson στον πρώτο του χολυγουντιανό ρόλο κλέβει τις εντυπώσεις. Είναι ο σκληρός και  απόμακρος πατέρας. Είναι το εμπόδιο στην «ευτυχία» της κόρης του. Όχι γιατί προσπαθεί  να προστατεύσει την ίδια, αλλά τα λεφτά του. Την κόρη ίσως δεν την αγάπησε ποτέ. Δε μπορούσε ίσως να της συγχωρήσει ότι δεν κατόρθωνε να φτάσει την εξιδανικευμένη εικόνα της νεκρής γυναίκας του. Είναι τόσο αδιανόητα αδιάφορος που δε διστάζει να ξεστομίσει την αλήθεια του για το πώς πραγματικά την βλέπει. Εμφανισιακά υποδεέστερη, πνευματικά ανεπαρκή, κοινωνικά «ανάπηρη», πρόθυμο θύμα. Ένα μόνο χάρισμα της αναγνωρίζει… το κέντημα!

« Η Κληρονόμος» προτάθηκε για οκτώ βραβεία Όσκαρ( α΄ γυναικείου ρόλου, πρωτότυπης μουσικής επένδυσης, καλλιτεχνικής διεύθυνσης- σκηνικών σε ασπρόμαυρη ταινία, ενδυματολογίας σε ασπρόμαυρη ταινία, ταινίας, σκηνοθεσίας, β΄ ανδρικού ρόλου, διεύθυνσης φωτογραφίας σε ασπρόμαυρη ταινία) καταφέρνοντας τελικώς να κερδίσει στις τέσσερις πρώτες κατηγορίες.

Trailer ταινίας:

« Η Κληρονόμος»: Πληροφορίες ταινίας:
  •  Σκηνοθεσία: William Wyler
  • Σενάριο: Ruth Goetz, Augustus Goetz
  • Πρωταγωνιστές:  Olivia de Havilland, Montgomery Clift, Sir Ralph Richardson, Miriam Hopkins
  • Έτος παραγωγής: 1949
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Στούντιο παραγωγής: Paramount Pictures
  • Μουσική: Aaron Copland
  • Διάρκεια: 115’
  • imdb
  • filmsite
  • tcm