Καζαμπλάνκα – Η θρυλική ταινία του 1942

Καζαμπλάνκα – Η θρυλική ταινία του 1942

Καζαμπλάνκα- Αφίσα της ταινίας με τους H. Bogart και I. Bergman
Καζαμπλάνκα- Αφίσα της ταινίας με τους H. Bogart και I. Bergman

Μπορεί να είναι εξωτική πόλη του Μαρόκου, στο μυαλό αρκετών, όμως, όταν ακούν το όνομα Καζαμπλάνκα έρχεται η αξέχαστη ταινία του Michael Curtiz. Μία ταινία που γυρίστηκε και προβλήθηκε μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και πραγματεύεται έντονα τον πόλεμο και τις συνέπειές του· τη φυγή, την αντίσταση, τον πατριωτισμό, την ελπίδα. Κυρίως, όμως, η Καζαμπλάνκα αφορά τον έρωτα. Έναν έρωτα με σίγουρο παρελθόν, ξαφνικό παρόν και αβέβαιο μέλλον. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που κλήθηκε να ερμηνεύσει το θρυλικό ζευγάρι εραστών, δεν είναι άλλοι από τους Humphrey Bogart και Ingrid Bergman. Είναι η πρώτη και μοναδική συνεργασία τους, παρότι έμελλε να τους συνδέσει ισοβίως.

Σύνοψη

Δεκέμβριος 1941… Β’ΠΠ… Βρισκόμαστε στην Καζαμπλάνκα, κομμάτι της ελεύθερης Γαλλίας. Η Καζαμπλάνκα είναι το μέρος, όπου όλοι καταφεύγουν, για να βρουν το δρόμο για την Αμερική. Εκεί έχει ανοίξει μαγαζί ο εκπατρισμένος Rick Blaine (Humphrey Bogart). Το μαγαζί γεμίζει με τη μελωδία του πιάνου από το φίλο του Sam (Dooley Wilson), που ακολούθησε το Rick από το Παρίσι. Ο αρχηγός της αστυνομίας Renault (Claude Rains) επιβάλλει μια δικιά του τάξη στην πόλη. Σ’αυτήν την πόλη, την Καζαμπλάνκα, εμφανίζεται μια μέρα ο αντιστασιακός Victor Laszlo (Paul Henreid) μαζί με τη σύζυγό του Ilsa Lund (Ingrid Bergman).

Η Ilsa γνωρίζει από παλιά τον Rick, όταν ήταν ερωτευμένοι στο Παρίσι. Άραγε ο έρωτας θα θριαμβεύσει μέσα στον σκληρό πόλεμο;

Καζαμπλάνκα-Παρασκήνια ταινίας
Εραστές στην ταινία, φίλοι στα παρασκήνια
Στο δρόμο για την Καζαμπλάνκα

Αδυνατώντας να βρουν έναν πρόθυμο παραγωγό του Broadway με το ανάλογο πορτοφόλι οι συγγραφείς Murray Burnett και Joan Alison βρέθηκαν σε θεατρικό αδιέξοδο. Θέλουν η ιστορία τους να ακουστεί, ακόμη και αν δεν είναι στο θέατρο. Έτσι αποφασίζουν να «παραδώσουν» στα έμπειρα χέρια παραγωγών της Warner Bros το θεατρικό τους έργο «Όλοι έρχονται στου Rick». Το έργο προσπαθεί να εξυμνήσει τη γαλλική γενναιότητα και αντίσταση και να αποδομήσει τον κυρίαρχο γερμανικό ιμπεριαλισμό. Μέσα από την αντιστασιακή αυτή θεατρική προσπάθεια αναδύεται ένας πρωτόγνωρος έρωτας·έρωτας απλά καθηλωτικός.

Για τη μεταφορά της ιστορίας στη μεγάλη οθόνη επιστρατεύονται οι Julius J. Epstein, Philip G. Epstein και Howard Koch. Επιλέγουν να παρουσιάσουν την ολοκληρωμένη εικόνα της πόλης Καζαμπλάνκα, μιας πόλης που έμελε να εξελιχθεί σε καταφύγιο προσφύγων, απελπισμένων, επιτηδείων και τυχοδιωκτών. Το σενάριο που δημιουργούν είναι γεμάτο από διαφορετικά χρώματα· γέλιο, θλίψη, περηφάνια, κατανόηση. Είναι ένα σενάριο καλοδουλεμένο με έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, που δε μας επιτρέπει να προβλέψουμε το επερχόμενο τέλος. Αυτή η αδυναμία πρόβλεψης διογκώνει τελικώς το αίσθημα της ειρωνείας όταν βλέπουμε την αγάπη να παραμερίζει μπροστά στο ανδρικό καθήκον.

Παρότι πρόκειται για αισθηματική περιπέτεια οι σεναριογράφοι μας «κερνούν» ταχύ διάλογο και πνευματώδεις ατάκες. Με τον τρόπο αυτό κερδίζουν για την Καζαμπλάνκα μία θέση στο πάνθεον του κινηματογράφου. Πολλοί μνημόνευσαν και επανέλαβαν ατάκες από την ταινία. Γι’αυτό και σε δημοσκόπηση που έγινε για το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου για τις εκατό πιο αξιομνημόνευτες ατάκες του σινεμά, έξι από τις ατάκες της Καζαμπλάνκα βρέθηκαν στη λίστα. Ανάμεσα στις πέντε ατάκες, που αποδίδονται στον Bogart, είναι και η περίφημη, αλλά παρερμηνευμένη, «Παίξ’το» απευθυνόμενος στον Wilson. Το κοινό επέλεξε και κράτησε το δικό του «Παίξ’το ξανά Sam».

 

Καζαμπλάνκα-Πίσω από τις κάμερες
Η πραγματική εικόνα της Καζαμπλάνκα
Μια πορεία γεμάτη δημιουργία

Γεννημένος στην τότε Αυστροουγγαρία ο Michael Curtiz προερχόταν από αστική εβραϊκή οικογένεια. Κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1912 ως ηθοποιός και σκηνοθέτης αλλά η πορεία του διακόπτεται βίαια λόγω πολέμου. Πολεμά γενναία και το τέλος του Α’ΠΠ τον βρίσκει τραυματία. Σιγά-σιγά προσπαθεί να συνεχίσει τον επαγγελματικό του δρόμο και οδηγείται στην κεφαλή του Φοίνικα, μιας ουγγρικής εταιρείας παραγωγής ταινιών. Έχοντας υπογράψει περί τις εξήντα ταινίες μετακομίζει στις ΗΠΑ, όπου προσλαμβάνεται από τη Warner Bros. Εκεί δημιουργεί ένα καινούριο είδος δραματικών ταινιών με σκηνές γεμάτες δράση και πρωταγωνιστές με πολυδιάστατο χαρακτήρα. Έτσι σύντομα θεωρείται η απόλυτη «μηχανή χρήματος» του στούντιο.

Αεικίνητος και πολυπράγμων, πραγματικός αριστοτέχνης της κινηματογραφικής κάμερας, αλλά και με βαθειές τεχνικές γνώσεις, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του. Έχει λόγο στα πάντα· στο σενάριο, στο μοντάζ, στα εφέ, στον ήχο. Ό,τι δεν του αρέσει το αλλάζει, ό,τι δεν τον καλύπτει το ξαναγυρίζει. Η εμμονή στην τελειότητα είναι αυτή που του δημιουργεί τη φήμη του τραμπούκου. Με τη βαριά ουγγρική προφορά του, που δεν απέβαλε ποτέ, απολύει κόσμο πιο γρήγορα από ότι βλεφαρίζει. Η εκρηκτική συμπεριφορά του και η χρήση της πεζοδρομιακής γλώσσας αποτρέπει ηθοποιούς, όπως είναι η Bette Davis, από μία ενδεχόμενη συνεργασία.

Υπάρχουν όμως και πιστοί ακόλουθοι του Curtiz, όπως οι ηθοποιοί της Καζαμπλάνκα, Humphrey Bogart και Claude Rains. Παρά τα όποια ψεγάδια στον χαρακτήρα του το ταλέντο του Curtiz παραμένει τεράστιο. Η κινηματογραφική του ευρύτητα και ευελιξία διαφαίνεται τόσο στις πιο ανάλαφρες περιπέτειες όσο και στα ατμοσφαιρικά δράματα. Πιστός υπηρέτης της τέχνης δοκιμάζεται σε διάφορα είδη. Η τόλμη του αυτή κατακρίθηκε από ορισμένους κριτικούς, που θεωρούσαν ότι ο σκηνοθέτης πρέπει να αφιερώνεται σε συγκεκριμένο είδος. Ευτυχώς η μελλοντική δημοφιλία του Curtiz δεν επλήγη από την παρωχημένη αυτή άποψη. Μέχρι και σήμερα θεωρείται ένας παραγωγικός σκηνοθέτης με τρομερά πλούσια παρακαταθήκη.

 

Καζαμπλάνκα- Γυρίσματα ταινίας
Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστές εν δράσει
Ένα αμερικανικό καφέ στην αφρικανική έρημο

Γεμάτη ζέστη και σκόνη της ερήμου η Καζαμπλάνκα είναι η προτελευταία στάση πριν τη γη της επαγγελίας·την Αμερική. Οι δρόμοι της κατακλύζονται από ακόντες τουρίστες, από εμπόρους, αλλά βασικά από αστυνομικά όργανα. Εκεί σε έναν τυπικό έλεγχο ένας άνδρας με ληγμένα χαρτιά προσπαθεί να αποφύγει τη σύλληψη μόνο και μόνο για να πέσει νεκρός από τα αστυνομικά πυρά. Ξεψυχά μπροστά από την αφίσα του Γάλλου -πάλαι ποτέ ήρωα του Α’ΠΠ- Philippe Pétain, του οποίου η φήμη κηλιδώθηκε από τη συνθηκολόγησή του με τη Γερμανία και το διορισμό του ως επικεφαλής της κατοχικής κυβέρνησης με έδρα την πόλη Βισύ.

Η πραγματική ζωή της πόλης ξεκινά τη νύχτα και συγκεκριμένα στο café americain του εκπατρισμένου Rick. Το «καφέ του Rick» προσφέρει ό,τι θες· άφθονο αλκοόλ, πλούσια διασκέδαση, παράνομο τζόγο. Εκεί παρατηρούμε ότι η Καζαμπλάνκα αποτελεί ψηφιδωτό του κόσμου. Όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, όλες οι εθνικότητες έχουν καταλήξει εκεί. Και όλοι προσπαθούν για ένα πράγμα· να αποκτήσουν το πολυπόθητο εισιτήριο για τη Λισσαβόνα. Κάποιοι παίζοντας στη ρουλέτα, κάποιοι «σκοτώνοντας» όσο όσο τα κοσμήματά τους, κάποιες κάνοντας σεξουαλικές χάρες στο διεφθαρμένο αρχηγό της αστυνομίας Renault. Και κάπως έτσι περνούν οι νύχτες στην Καζαμπλάνκα.

Στο «καφέ του Rick» θα γίνουμε μάρτυρες μιας σκληρής μάχης ανάμεσα στις δύο πλευρές του πολέμου. Μιας μάχης αναίμακτης και χωρίς όπλα, αλλά μέχρι τελικής πτώσεως. Οι ναζί αρχίζουν να τραγουδούν με στόμφο και εθνικό ναρκισσισμό το γερμανικό τραγούδι «Ο φύλακας στον Ρήνο». Χωρίς δεύτερη σκέψη ο ήρωας Laszlo κατευθύνεται στην ορχήστρα και παραγγέλνει τη «Μασσαλιώτιδα». Με το απαραίτητο σύμφωνο νεύμα του Rick, ο γαλλικός εθνικός ύμνος ξεκινά να παίζει. Με μπροστάρη τον Laszlo, σιγά σιγά το μαγαζί γεμίζει από τις περήφανες φωνές των καταπιεσμένων. Δεν είναι όλοι Γάλλοι, ενώνονται όμως όλοι μαζί κατά του κατακτητή. Και τελικώς κερδίζουν.

Καζαμπλάνκα-Σκηνή ταινίας
Η «Μασσαλιώτιδα» παίζει και όλοι περήφανα τραγουδούν
Μια γυναίκα, δύο άνδρες

Ο αντιστασιακός ήρωας Victor Laszlo βρίσκεται στην πόλη και όλοι βρίσκονται στο πόδι. Μέχρι και ο ψυχρός Rick δείχνει να εντυπωσιάζεται στο άκουσμα του ονόματός του. Με γνωστές τις ιστορίες απόδρασής του Laszlo, τα ανάλογα στοιχήματα πέφτουν μεταξύ Rick και Renault για την επιτυχία της τωρινής του απόδρασης. Αυτή τη φορά όμως ο Laszlo δεν είναι μόνος· συνοδεύεται από γυναικεία συντροφιά· από πολύ όμορφη γυναικεία συντροφιά. Μαζί το ζεύγος εισέρχεται στο μαγαζί και ξαφνικά η ιστορία αποκτά άλλο ενδιαφέρον.

Από το ξαφνιασμένο βλέμμα τόσο του Sam όσο και της Ilsa, όταν βλέπει ο ένας τον άλλον,υποψιαζόμαστε ότι κάτι κρύβεται. Η υποψία αυτή επιβεβαιώνεται όταν συνομιλούν. Η Ilsa ρωτά για τον Rick και ο Sam ταράζεται. Φοβάται μια ενδεχόμενη συνάντηση των πρωταγωνιστών. Η συνάντηση όμως είναι αναπόφευκτη. Με μια ματιά στην ακτινοβολούσα Ilsa όλες οι πληγές του Rick ξανανοίγουν. Πίνει, καπνίζει, καταρρέει. Απλά θέλει μια εξήγηση. Δεν την αφήνει όμως να εξηγήσει. Με τον ανδρικό του εγωισμό να τον καταλαμβάνει πληγώνει την Ilsa με τα λόγια.

Η εξήγηση όμως θα έρθει και τότε θα καταλάβει. Ήταν το συζυγικό της καθήκον που την ανάγκασε να τον αφήσει. Ήταν η ανάγκη της να τον προστατεύσει που τον παράτησε χωρίς λόγο. Αν ήξερε ο Rick τι συνέβαινε, θα έμενε στο Παρίσι και οι εχθροί θα τον έπιαναν. Έπρεπε η ίδια να μείνει δίπλα στον άνδρα της που τη ζητούσε. Στον άνδρα που νόμιζε νεκρό και αναστήθηκε. Και γι’αυτό έφυγε.

Τότε καταλαβαίνουμε πόσο λάθος είχε ο Rick, όταν με σιγουριά δήλωνε στη νεαρά πρόσφυγα ότι καμία γυναίκα δεν τον αγάπησε τόσο ώστε εκείνη να κάνει κάτι που δε θέλει . Μα έτσι τον αγάπησε η Ilsa κι ας κόστισε την ευτυχία και στους δυο. Και τώρα έχουν μια δεύτερη ευκαιρία. Άραγε θα την αρπάξουν;

Καζαμπλάνκα-Πρωταγωνιστές
Το ερωτικό τρίγωνο μπροστά από το μαγαζί του Rick
Παρίσι-Καζαμπλάνκα, ένα τραγούδι δρόμος

Γραμμένο το 1931 από τον Herman Hupfeld το “As time goes by” γνωρίζει νέα εποχή δόξας όταν ακούγεται από το στόμα του Dooley Wilson στην Καζαμπλάνκα. Είναι το τραγούδι που συνδέθηκε απόλυτα με την ταινία. Είναι το τραγούδι που συνδέει τους πρωταγωνιστές, και γι’αυτό ο Rick απαγορεύει στο φίλο Sam να το παίζει στο μαγαζί του. Και αυτό το τραγούδι αποδεικνύεται ο λόγος της αναμενόμενης επανένωσής τους.

Λίγες στιγμές αφού έχει φτάσει στο μαγαζί, η Ilsa ζητά τον Sam να έρθει στο τραπέζι της. Μετά από μία σύντομη κουβέντα μεταξύ τους του ζητά να παίξει το τραγούδι. Ενώ προσπαθεί με παιδικές δικαιολογίες να το αποφύγει, στη θέα της φωτεινής Ilsa ενδίδει και ο Sam και ξεκινά να τραγουδά. Στο άκουσμα του τραγουδιού παρατηρούμε μόνο την Ilsa και το πρόσωπό της. Φανερώνει αγάπη, αναπόληση, νοσταλγία. Για τις στιγμές που έζησε και έληξαν άδοξα. Για τον άνθρωπο που αγάπησε και έπρεπε να αφήσει πίσω της. Για όσα θα μπορούσε να ζήσει μαζί του και δεν έζησε.

Το ίδιο σκηνικό βλέπουμε και από την πλευρά του Rick. Άλλωστε την ιστορία τους πρέπει να τη μάθουμε ολοκληρωμένη. Πιωμένος και ξενυχτισμένος ο ξαφνιασμένος Rick απαιτεί από τον φίλο Sam το ίδιο τραγούδι. «Αφού μπορεί αυτή να το αντέξει, μπορεί και αυτός!». Και τώρα, στο άκουσμα του τραγουδιού, βλέπουμε άλλο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο γεμάτο οργή, αναπάντητα ερωτήματα και ατελείωτα «γιατί». Και μέσα στα «γιατί» ξεκινά το φλας-μπακ στο Παρίσι. Τότε που ο έρωτας ήταν δυνατότερος και από το φόβο του πολέμου. Τότε που η ευτυχία ήταν χειροπιαστή και μόνο αυτό μετρούσε. Δεν κράτησε αυτό το αίσθημα πολύ.

Το μόνο που έμεινε ήταν ένας καταρρακωμένος Rick στην άκρη της αποβάθρας. Διαβάζει το αποχαιρετιστήριο σημείωμα πριν το σβήσει η βροχή, επιβιβάζεται στο τραίνο και αποχαιρετά τον παλιό του εαυτό. Τότε γεννιέται ο νέος Rick· απόμακρος κοινωνικά, τσιγκούνης συναισθηματικά.

Καζαμπλάνκα-Σκηνή ταινίας
«Απ’όλα τα καταγώγια, σε όλες τις πόλεις, σε όλον τον κόσμο, μπαίνει στο δικό μου»
Πρωταγωνιστής ετών 40

Ο Humphrey Bogart δεν είναι αντικειμενικά ωραίος, ούτε καν συμβατικά ωραίος. Είναι όμως ελκυστικός χάρη στην αδιαμφισβήτητη αρρενωπότητά του. Η παράδοξη προσωπικότητά του και η άγρια εμφάνισή του αποπνέουν ασφάλεια. Είναι το αρσενικό που μπορείς να στηριχθείς επάνω του και είναι ο ηθοποιός που όλοι βρίσκουν κάτι επάνω του να θαυμάσουν. Τη σκληρότητα, τον κυνισμό, τον υποβόσκοντα ρομαντισμό, το ακατέργαστο χιούμορ.

Στην αρχή της καριέρας του ισορροπούσε με ακρίβεια στους δεύτερους ρόλους του κακού, που έβρισκε την τιμωρία που του άξιζε. Με σεβασμό και ταπεινοφροσύνη κατάφερε αργά και σταθερά να αναρριχηθεί στη θέση του πρωταγωνιστή που του άρμοζε. Όχι αυτή του κλασικού ήρωα, αλλά περισσότερο του αντι-ήρωα· του ανθρώπου που είχε αδυναμίες και η ζωή τον γέμισε πληγές. Επειδή η επιτυχία του χτύπησε την πόρτα ενώ ήταν πλέον μεσήλικας, την δέχθηκε με ωριμότητα. Μια ωριμότητα, που διαχέεται και στην υποκριτική του.

Ένας χαρακτήρας με ευαισθησίες είναι και αυτός του Rick. Στην προσπάθεια του να γιατρέψει την πληγωμένη του καρδιά, καταλήγει στην Καζαμπλάνκα. Ιδιοκτήτης μαγαζιού, μπορεί να μην έχει φίλους, πέρα από τον Sam, αλλά χαίρει σεβασμού και εκτίμησης από τον κόσμο. Αποτραβηγμένος από τον όχλο προτιμά τη μοναξιά, ακόμη και όταν πρόκειται για σκάκι. Μόνος του παίζει, μόνος του κερδίζει, μόνος του χάνει. Αγαπητός στους υπαλλήλους, απόμακρος με τους πελάτες, μυστήριο για τον κόσμο. Με τις γυναίκες δε δένεται και έτσι προστατεύεται. Ο ετοιμόλογος Rick προτιμά να πορεύεται στη ζωή δηλώνοντας απερίφραστα ότι «δε ρισκάρει το τομάρι του για κανέναν». Ρητό που καταρρίπτεται για χάρη της Ilsa.

Από το βαρύ αυτό αρσενικό ίσως περιμέναμε να κινηθεί αλλιώς στο τέλος. Να αρπάξει την ερωμένη του και να χαθούν ευτυχισμένοι στο ηλιοβασίλεμα. Αντίθετα παρατηρούμε να χάνεται στην ομίχλη με το νέο του φίλο Renault. Και κάπως έτσι επιβεβαιώνεται η ρεαλιστικότητα του έρωτα και πιστοποιείται η ματαιότητα της προσδοκίας.

Καζαμπλάνκα-Σκηνή ταινίας
«Στο να σε κοιτάω μικρή»
Από τη Στοκχόλμη έρχεται

Η κινηματογραφική επιτυχία που γνώρισε στην πατρίδα της, τη Σουηδία, άνοιξε για την Ingrid Bergman διάπλατα τις πόρτες του Χόλυγουντ. Εκφραστική και σαγηνευτική, με πινελιές ευαισθησίας, αντιμετωπίζει κάθε ρόλο με μέτρο και απλότητα. Δεν έχει την εικόνα της δυνατής γυναίκας πολλώ δε μάλλον της ανεξάρτητης. Είναι γλυκιά και τρυφερή με χαμόγελο που αιχμαλωτίζει. Δε θέλει τις υπερβολές στην ερμηνεία, μάλιστα τις αποφεύγει. Με την ήρεμη ερμηνεία της καταφέρνει να προσδίδει στους ρόλους της ένα κρυμμένο βάθος. Η ίδια δε δέχθηκε ποτέ το ρόλο του συμβόλου του σεξ. Έγινε όμως ένα είδωλο της κινηματογραφικής ιστορίας.

Αρχικά η Bergman ήταν διστακτική στο να αναλάβει το ρόλο της Ilsa στην Καζαμπλάνκα. Θεωρούσε ότι η ταινία ήταν αδύναμη και δε θα ενίσχυε την καριέρα της. Ενώ όμως περιμένει μέχρι να ξεκινήσει η επόμενη ταινία της, το «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα», συμφωνεί να μετάσχει στο φιλμ. Παρά τις προσωπικές της αμφιβολίες δε συγκρατεί την ερμηνεία της. Άλλωστε είναι επαγγελματίας.

Το 1/3 περίπου της ταινίας περνά και ξαφνικά εμφανίζεται· χωρίς να βρίσκεται στο μέσο του πλάνου, ξεχωρίζει. Δειλά και φοβισμένα αναμειγνύεται στο πλήθος παρατηρώντας τους πάντες διά του κανθού του οφμαλμού. Κάπου εκεί, ανάμεσα στον κόσμο, βλέπει και τον Sam. Άρα κάπου εκεί θα είναι και ο άλλος. Χαρά και φόβος την κατακλύζουν. Θέλει να μάθει γι’αυτόν, θέλει να τον δει. Τρέμει όμως μέσα της για το πώς θα την αντιμετωπίσει. Πράγματι ο Richard, που άφησε πίσω της στο Παρίσι, δεν είναι ο ίδιος με τον Rick της Καζαμπλάνκα. Είναι αλλαγμένος, είναι πληγωμένος και ευθύνεται αυτή.

Αυτή τη φορά, όμως, δεν αντέχει να τον αφήσει. Η λογική έχει εξασθενήσει και μόνο τα αισθήματα έχουν αξία. Και αυτά δείχνουν τον Rick. Ό,τι ορίσει ο ίδιος, θα γίνει· αυτός πρέπει τώρα να σκεφτεί και για τους δυο. Και αποφασίζει. Και χωρίζουν. Τουλάχιστον «θα έχουν πάντα το Παρίσι».

Καζαμπλάνκα-Σκηνή ταινίας
Το τελευταίο αντίο πριν τον χωρισμό
Η γαλλική αρχή της πόλης

Έχοντας σημαντική πορεία στο θέατρο, ο Βρετανός ηθοποιός Claude Rains έγινε γνωστός στον κινηματογραφικό χώρο μέσω του παράδοξου ρόλου στην ταινία «Ο αόρατος άνθρωπος». Έναν ρόλο που κέρδισε όχι χάρη στο δοκιμαστικό που έκανε, αλλά χάρη στη χαρακτηριστική του φωνή. Η φωνή αυτή, όπως και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του, τον βοηθούν να καθιερωθεί στο σινεμά.

Στην Καζαμπλάνκα υποδύεται τον διεφθαρμένο αστυνομικό Renault. Είναι ο αρχηγός της γαλλικής αστυνομίας, αλλά δεν τον νοιάζει η τάξη και η ασφάλεια των πολιτών. Επωφελείται από την πενία των γυναικών και προσφέρεται να τις βοηθήσει να βγάλουν το περιζήτητο εισιτήριο. Δε θέλει λεφτά, αλλού αποσκοπεί. Άλλωστε τα λεφτά τα βγάζει από την «κανονισμένη» ρουλέτα του Rick. Φροντίζει να τα έχει καλά με τους Ναζί, και θέλει να τους εντυπωσιάσει με τις αστυνομικές του ικανότητες. Δε δείχνει να έχει πατριωτικά αισθήματα, ή τουλάχιστον τα παραμερίζει. Μόνο στο τέλος αντιλαμβανόμαστε τη μεταστροφή όταν πετάει όλο νόημα το μπουκάλι νερό από το Vichy.

Είναι ο άνθρωπος που είναι παραδόξως κοντά με τον Rick. Δε γνωρίζει πολλά ο ένας για τον άλλον, αλλά εκπέμπουν στο ίδιο μήκος κύματος. Καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον λόγω της ομοιότητας στον χαρακτήρα. Μπορεί να κοντράρονται και να διαφωνούν, αλλά συμπαθιούνται βαθιά. Ο ίδιος ο Renault μιλάει με περίσσια ειλικρίνεια για τον Rick στον Laszlo και την Ilsa. Τολμά και δηλώνει ευθαρσώς ότι «ο Rick είναι ο τύπος άνδρα που, αν ο ίδιος ήταν γυναίκα, θα τον ερωτευόταν!».

Κυνικοί και οι δύο, απογοητευμένοι από τη ζωή, μας προσφέρουν τις πιο παράδοξα αστείες ατάκες στην ταινία. Οι μεταξύ τους διάλογοι είναι απολαυστικοί και ξεχειλίζουν από υπόγειο χιούμορ. Αυτό το μεταξύ τους δέσιμο είναι που εξηγεί την πρόθεση του Renault να προστατεύσει στο τέλος τον Rick. Και αυτή η κίνηση είναι «η αρχή μιας υπέροχης φιλίας»…

Καζαμπλάνκα-Παρασκήνια ταινίας
Οι πρωταγωνιστές χαλαρώνουν στο διάλειμμα με μια παρτίδα σκάκι
Οι υπόλοιποι «κάτοικοι» της Καζαμπλάνκα

Ο Paul Henreid ερμηνεύει το αντίπαλο δέος του Rick, τον περιβόητο Victor Laszlo. Με ήρεμη ερμηνεία αποδίδει τον αντιστασιακό Laszlo με επιτυχία. Ο χαρακτήρας του είναι δυνατός και ενισχύεται από τον θαυμασμό των υπολοίπων. Άξιος στο ρόλο του στέκεται περήφανα δίπλα στον καταιγιστικό Bogart. Αναγνωρίζουμε την πατριωτική του υπεροχή. Δεχόμαστε την ηγετική του ανωτερότητα. Παρόλα αυτά η αισθηματική μας υποστήριξη δεν τον ακολουθεί. Είναι ο άνθρωπος που στέκεται εμπόδιο σε μια μεγάλη αγάπη. Μπορεί να αγαπά και αυτός την Ilsa, αλλά δεν την θέλουμε μαζί του.

Ο Dooley Wilson -ντράμερ στη ζωή- ερμηνεύει έναν πιανίστα. Χωρίς να έχει ιδέα από πιάνο, σε κάθε σκηνή που ερμηνεύει, ένας πραγματικός πιανίστας παίζει πίσω από τις κάμερες. Παίζει τον Sam, πιστό φίλο του Rick. Είναι ο άνθρωπος που τον ξέρει από τα παλιά και τα καλά. Αποφασίζει να τον ακολουθήσει στη φυγή του από το Παρίσι και καταλήγει να παίζει πιάνο για το αφεντικό -πλέον-Rick στην Καζαμπλάνκα. Είναι αυτός που στέκεται ευλαβικά στο πλευρό του, ακόμη και όταν έχει καλύτερη επαγγελματική πρόταση. Προσπαθεί πάντα να τον προστατεύει, προσπάθεια που εντείνεται όσο η Ilsa είναι στην πόλη.

Καζαμπλάνκα-Σκηνή ταινίας
Όλοι διασκεδάσουν στον ήχο του πιάνου του Sam
Ωδή στον έρωτα

Παρότι η Καζαμπλάνκα δεν προσφέρει το τέλος που μπορεί να επιθυμούμε και προσμένουμε, καταφέρνει να μη μας απογοητεύει. Η αγάπη υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη της αντίστασης. Ο πατριωτισμός έχει σημαντικότερο ρόλο από την ευτυχία. Τουλάχιστον πλέον και οι δύο οι πρωταγωνιστές γνωρίζουν τα αληθινά αισθήματα του άλλου. Αν ζούσαν μαζί μπορεί να το μετάνιωναν. Πώς θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί όταν ο κόσμος ματώνει; Άλλωστε το γενικότερο καλό, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, προηγείται.

Η ανιδιοτελής αυτή πράξη του Rick είναι που τον κάνει να φαντάζει τεράστιος στην κινηματογραφική οθόνη. Με αυταπάρνηση και αίσθηση του καθήκοντος «θυσιάζει» τον πόθο για τη μόνη γυναίκα που αγάπησε. Ο συναισθηματικός ηρωισμός δεν είναι η μόνη αφορμή γι’αυτή του την απόφαση. Η ανάγκη να προστατεύσει την Ilsa από μια ζωή στο κυνηγητό και τη φυγή είναι σπουδαιότερη. Της αξίζει καλύτερη ζωή..

Η Ilsa, από την πλευρά της, ενώ ξαφνιάζεται από την απόφαση αυτή, την κατανοεί. Ίσως πια να τον αγαπάει, αν είναι δυνατόν, και περισσότερο. Ίσως γι’αυτό και να έπρεπε να ξανασυναντηθούν. Αφού περάσουν μια νύχτα που έχει μάθει ο ένας τον άλλον, χωρίζουν διστακτικά, αλλά γενναία.

Η κίνηση αυτή του ηρωικού εντέλει Rick είναι που εντείνει την αίσθηση της νοσταλγίας. Νοσταλγία για τον έρωτα. Έναν έρωτα πεπερασμένο, έναν έρωτα ανολοκλήρωτο, έναν έρωτα που δεν έχει έρθει ακόμη. Και με έναν περίεργο τρόπο ο έρωτας των δύο πρωταγωνιστών εμπίπτει και στις τρεις κατηγορίες. Απλά και νοσταλγικά.

Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η μεγαλύτερη κινηματογραφική ωδή στον έρωτα. Έναν έρωτα χωρίς όρους και προϋποθέσεις· έναν έρωτα απόλυτο και ολοκληρωτικό. Τον έρωτα αυτόν που αν και κάποιοι δυσκολεύονται να τον παραδεχθούν ή να τον συνειδητοποιήσουν, θέλουν ενδόμυχα να τον ζήσουν. Ίσως γιατί τελικά όλοι οι άνδρες θέλουν να αγαπήσουν σαν τον Rick και όλες οι γυναίκες θέλουν να αγαπηθούν όπως η Ilsa.

Trailer ταινίας

Πληροφορίες ταινίας

  • Όνομα: Καζαμπλάνκα
  • Σκηνοθεσία: Michael Curtiz
  • Σενάριο: Julius J. Epstein, Philip G. Epstein, Howard Koch, Murray Burnett, Joan Alison
  • Πρωταγωνιστές: Humphrey Bogart, Ingrid Bergman, Claude Rains, Paul Henreid, Dooley Wilson
  • Έτος παραγωγής: 1942
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Στούντιο παραγωγής: Warner Bros.
  • Διάρκεια: 102′

Πηγές


NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply