Authors Posts by Αικατερίνη Χ. Πολίτου

Αικατερίνη Χ. Πολίτου

9 POSTS 0 COMMENTS

Λεωφόρος της Δύσης-Αφίσα ταινίας
Λεωφόρος της Δύσης- Αφίσα της ταινίας με τους G.Swanson και W.Holden

Αν τα όνειρα μπορεί να τα διατρέχει δρόμος, τότε αυτός έχει όνομα… Λεωφόρος της Δύσης. Ο λόγος απλός· με μήκος περί τα 35 χιλιόμετρα, διαπερνά κεντρικά σημεία του Λος Άντζελες, όπως το Μπέβερλι Χιλς και τη Μέκκα του κινηματογράφου, το Χόλυγουντ. Με αυτό στο μυαλό, το συχνό σεναριακό δίδυμο Billy Wilder και Charles Brackett αποφασίζουν να αφήσουν στην άκρη το «Κουτί με τα φασόλια» και να μετονομάσουν την ταινία τους σε Λεωφόρο της Δύσης. Πρόκειται για ένα μακάβριο μελόδραμα του 1950 με έντονα στοιχεία φιλμ νουάρ αλλά και δόσεις μαύρης κωμωδίας. Ενισχύοντας τη σεναριακή τους δυναμική με τη «στρατολόγηση» του D.M. Marshman Jr. και με τον Billy Wilder στο σκηνοθετικό τιμόνι ξεκινά να δημιουργείται η ταινία που θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της βιομηχανίας.

Περίληψη

Μετά από έντονο αυτοκινητικό κυνηγητό, ο σεναριογράφος δευτέρας διαλογής Joe Gillis (William Holden) βρίσκεται μπροστά από μια παρατημένη έπαυλη. Εκεί διαμένει η πάλαι ποτέ διάσημη ηθοποιός της βωβής περιόδου του κινηματογράφου Norma Desmond (Gloria Swanson) μαζί με τον πιστό της υπηρέτη Max (Erich von Stroheim). Για τα χρήματα και μόνο, αναλαμβάνει την επιμέλεια του σεναρίου, που υπογράφει η ίδια η Norma, και μετακομίζει στο σπίτι της. Παγιδευμένος χωρικά και συναισθηματικά ο Joe γρήγορα εξελίσσεται σε ερωτικό τρόπαιο της Norma με σημαντικές οικονομικές απολαβές. Το όνειρο, όμως, της συγγραφής δεν τον έχει αφήσει και φουντώνει με τη βοήθεια της νεαρής επιμελήτριας σεναρίων Betty (Nancy Olson). Τα νυχτερινά σκασιαρχεία του ταράσσουν την ήδη ταραγμένη πνευματικώς Norma και η αρχή του τέλους ξεκινά.

Λεωφόρος της Δύσης-Αρχή ταινίας
Λεωφόρος της Δύσης- Ο πολυσυζητημένος δρόμος του Λος Άντζελες
Ο ταλαντούχος κ. Γουάιλντερ

Γεννημένος στην τότε Αυστροουγγαρία, ο Samuel Wilder (Billy ήταν παρατσούκλι από τη μητέρα του λόγω της αδυναμίας της στο θρύλο της Δύσης Μπάφαλο Μπιλ) έδειξε νωρίς το ανήσυχό του πνεύμα. Έκανε πέρασμα από τη Νομική, τη δημοσιογραφία, τις δημόσιες σχέσεις μέχρι να ξεκινήσει το 1929 να ασχολείται με τον κινηματογράφο. Λόγω της ανόδου της ναζιστικής Γερμανίας αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Βερολίνο και να καταφύγει στη Γαλλία και από εκεί στις ΗΠΑ. Εκεί στο Χόλυγουντ σημαδεύεται η σεναριακή του σταδιοδρομία όταν γνωρίζει το συγγραφικό άλλο του μισό, τον Charles Brackett. Μαζί υπογράφουν βραβευμένες και αξιομνημόνευτες ταινίες, όπως τα «Νινότσκα» και «Χαμένο Σαββατοκύριακο».

Θέλοντας να έχει τον απόλυτο έλεγχο όσων γράφει, αποφασίζει να αναλάβει τα σκηνοθετικά ηνία. Μόνο αυτός μπορεί να αποτυπώσει το αίσθημα του κειμένου του και να φωτίσει τις λέξεις. Είναι κυνικός και το δηλώνει. Και όταν δεν το δηλώνει το δείχνει. Το οξύ του πνεύμα σε συνδυασμό με το καυστικό του χιούμορ ξεδιπλώνεται σε κάθε ταινία που φέρει την υπογραφή του ανεξαρτήτως κατηγορίας. Άλλωστε ο ίδιος δεν αναλώθηκε μόνο σε ένα είδος· πειραματίζεται στις ταινίες του επιλέγοντας από σκοτεινά δράματα μέχρι τρελές φαρσοκωμωδίες. Δε φοβάται να πρωτοπορήσει κάνοντας αρκετές από αυτές τολμηρές -για την εποχή τους-σε σκηνές ή περιεχόμενο.

Η πιο τολμηρή από όλες είναι αναμφίβολα η Λεωφόρος της Δύσης. Είναι η πρώτη φορά που δημιουργοί αποφασίζουν να υπεισέλθουν στα ενδότερα του κινηματογραφικού παρασκηνίου. Μέσα από την ταινία διαλύεται η εξιδανικευμένη εικόνα του συστήματος. Παρουσιάζεται σκληρά η ζωή όταν σβήσουν τα φώτα και περάσει η φήμη. Άλλωστε μιλάμε για μια περίοδο που λόγω της μετάβασης στον ομιλούντα κινηματογράφο, τα φαινόμενα της παραγκώνισης ήταν αρκετά. Κάποιοι το δέχθηκαν αξιοπρεπώς και προχώρησαν, κάποιοι πάσχισαν ανεπιτυχώς να το αναστρέψουν. Η Λεωφόρος της Δύσης αυτά τα «φαντάσματα» θέλει να παρουσιάσει. Έτσι μας προσφέρει ο Wilder την πιο πικρόχολη ταινία του. Χόλυγουντ εναντίον Χόλυγουντ λοιπόν…

Λεωφόρος της Δύσης- Πίσω από τις κάμερες
Ο σκηνοθέτης Wilder δίνει οδηγίες και η πρωταγωνίστρια Swanson θαυμάζει
Λεωφόρος της Δύσης-Ένας δρόμος, μια ιστορία

Η Λεωφόρος της Δύσης ξεκινά και μας γνωστοποιεί αμέσως το όνομά της, με τους τίτλους αρχής να κυλάνε στην άσφαλτο. Είμαστε στο σήμερα της ταινίας «ψαρεύοντας» το νεκρό σώμα του πρωταγωνιστή από την πισίνα. Ενώ από τα πρώτα λεπτά της αποκαλύπτεται το τέλος, παραδόξως το ενδιαφέρον δεν εκλείπει. Θέλουμε να μάθουμε τι ακριβώς έγινε. Με τη χρήση του φλάσμπακ – μία μέθοδο που αγαπάει ο Wilder – απλά θα γυρίσουμε πίσω μόλις έξι μήνες. Όχι μόνοι, όμως, αλλά συντροφιά με τη μεταθανάτια αφήγηση του Joe. Παρότι πικραμένος από την κατάληξή του, θέλει να διηγηθεί την ιστορία του, όπως έγινε, από την αρχή.

Σε οικονομικό και επαγγελματικό αδιέξοδο, ο ζωντανός -τότε- Joe ελπίζει σε μία ευκαιρία. Τα σενάριά του δεν πωλούνται, το ενοίκιο του τρέχει και οι δικαστικοί επιμελητές απειλούν με κατάσχεση του αυτοκινήτου του. Στην προσπάθειά του να τους ξεφύγει, ο δρόμος τον βγάζει σε μία φαινομενικά εγκαταλελειμμένη έπαυλη. Η λεπτομερής περιγραφή της έπαυλης μαρτυρά τον εντυπωσιασμό του. Μέσα από την επίμονη αφήγηση ίσως υποβόσκει μία λανθάνουσα παρομοίωση ανάμεσα στο κτήριο και την ιδιοκτήτριά του. Πρέπει να προετοιμαστούμε για τη μεγάλη γνωριμία με τη Norma. Και αυτή σαν την έπαυλη έχει μια σκονισμένη μεγαλοπρέπεια που μαρτυρά περασμένες στιγμές δόξας.

Με αιτία μια παρεξήγηση ο Joe μπαίνει επιφυλακτικά στο σπίτι. Στη θέα της πενθούσας Norma, που θρηνεί το νεκρό χιμπατζή της, αντιδρά με κραυγαλέα ειρωνεία. Δεν έχει αντιληφθεί αμέσως με ποια ακριβώς συνομιλεί. Ακόμη, όμως, και μετά την αναγνώριση, η ειρωνεία δεν παύει· απλά παραμερίζεται στιγμιαίως για την απαραίτητη δήλωση συγκρατημένου θαυμασμού. Εκεί παρατηρούμε, μέσα από ένα μνημειώδες πινγκ πονγκ καυστικών ατακών των πρωταγωνιστών, να ξεχύνεται το ασυγκράτητο δηκτικό χιούμορ του Wilder.

Λεωφόρος της Δύσης-Πίσω από τις κάμερες
Οι πρωταγωνιστές φιλιούνται και ο σκηνοθέτης Wilder αποτυπώνει τη σκηνή
Δόξα και ματαιοδοξία

Μια εκκεντρική συνεργασία ξεκινά με διαφορετική αφετηρία, αλλά κοινό τερματισμό. Ο μεν Joe βρίσκει ως επιμελητής του σεναρίου της ακόμη ψωνισμένης Norma την τέλεια ευκαιρία για γρήγορο και ξεκούραστο χρήμα. Η δε Norma, που γοητεύεται εξαρχής από το νεανία, βλέπει στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που θα βοηθήσει στην επανεμφάνισή της. Όχι επάνοδο· «Τη σιχαίνεται αυτή τη λέξη!». Του προσφέρει τα πάντα· σπίτι, χρήματα, ακριβά ρούχα στερώντας του, όμως, κάθε έννοια προσωπικού χώρου. Περικυκλώνεται συνέχεια από την ίδια και τον μπάτλερ της χάνοντας την ελευθερία της κίνησης. Εγκλωβισμένος σε ένα σπίτι έχει ως μόνη του διασκέδαση νύχτες σινεμά με πρωταγωνίστρια τη Norma.

Η ασφυκτική ατμόσφαιρα αρχίζει να πνίγει τον καιροσκόπο Joe. Βαρέθηκε να βλέπει τους «συγκατοίκους», κουράστηκε να κάνει παρέα με ξεχασμένα «κέρινα ομοιώματα». Θέλει να βρεθεί και να μιλήσει με συνομηλίκους. Θέλει να μυρίσει και να γευτεί τα νιάτα. Δεν συνειδητοποιεί ακόμη ότι μπλέχτηκε ήδη στο περίεργο παιχνίδι διεκδίκησης. Μετά την ερωτική εξομολόγηση και την απόπειρα αυτοκτονίας της προστάτιδας του υποκύπτει. Ίσως αισθάνεται λύπηση· ίσως και ευγνωμοσύνη. Άλλωστε η Norma είναι η μόνη, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, που του φέρθηκε με καλοσύνη στην απάνθρωπη αυτή πόλη. Υποκύπτει λοιπόν στον πιεστικό έρωτά της και γίνεται τελικώς το αγόρι-παιχνίδι της.

Μετά τη σεξουαλική κατάκτηση, το μόνο που απομένει για τη Norma είναι η πολυπόθητη ταινία της. Μπλεγμένη μέσα στη φαντασία της, που ενισχύθηκε από κατά συνθήκη ψεύδη των τρίτων, αφήνει ελεύθερη τη ματαιοδοξία της. Όχι ότι την είχε ποτέ περιορισμένη. Άλλωστε η επιλογή της να επιστρέψει στο σινεμά υποδυόμενη ίσως τη μεγαλύτερη πλανεύτρα, τη «Σαλώμη», περίτρανα αποδεικνύει τη μη αποδοχή της πραγματικότητας. Ενώ υπήρξε κάποτε μια σπουδαία ηθοποιός- ίσως η καλύτερη- δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πλέον η νιότη έχει φθίνει. Η ίδια όμως κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της, με ανάλογη βοήθεια από την αισθητική κοσμητική, για να εμποδίσει το χρόνο.

Λεωφόρος της Δύσης- Ηθοποιοί ταινίας
Ο W. Holden και τα «κέρινα ομοιώματα»
Η σταρ του παλαιού σινεμά

Λαμβάνοντας την άρνηση των Mae West, Mary Pickford και Greta Garbo για το ρόλο της Norma Desmond ο Wilder βρέθηκε σε τέλμα. Χρειάστηκε η πνευματώδης επέμβαση του George Cukor για να τεθεί το όνομα της πάντα τεράστιας Gloria Swanson στο τραπέζι. Η Λεωφόρος της Δύσης ενθουσιάζει την ηθοποιό αλλά προσβάλλεται από το αίτημα να περάσει από οντισιόν. Μετά τη φιλική απειλή του Cukor ότι «θα την πυροβολήσει αν δεν το κάνει», κάνει το δοκιμαστικό, και κερδίζει τον σημαντικότερο ρόλο της ζωής της.

Έντονη ηθοποιός με χαρακτηριστική φυσιογνωμία και συγκρατημένη προκλητικότητα ξεδιπλώνει την εμβληματική Desmond με σεβασμό. Αντιλαμβάνεται άλλωστε το ρόλο στο ακέραιο. Είναι και η ίδια, όπως και η Desmond, θρυλική σταρ του βωβού κινηματογράφου. Μόνο που η ίδια δεν είχε κανένα πρόβλημα με την αλλαγή στα δεδομένα. Μπορεί να μην την ευχαρίστησε που την προσπέρασε η παρέλαση, αλλά το αποδέχθηκε και προσαρμόστηκε. Στράφηκε στην τηλεόραση κάνοντας καινούρια καριέρα μέχρι φυσικά να έρθει στο δρόμο της η Λεωφόρος της Δύσης.

Σε όλη την ταινία η υποκριτική της εκπαίδευση είναι εμφανής. Με όλο το σώμα να συμμετέχει στην ερμηνεία μιλάει με τα μάτια, υπερβάλλει με τα χέρια. Ο χώρος δεν την εγκλωβίζει. Η εικόνα της γεμίζει αβίαστα την οθόνη, χωρίς όμως να υπερκαλύπτει τους συμπρωταγωνιστές της. Η έκπληξη βέβαια έρχεται με το διάλογο. Σαν να μιλούσε πάντα, δίνει άλλη διάσταση στις λέξεις, ίσως επειδή τις αντιμετωπίζει με πρωτόγνωρη υπακοή.

Ενώ μας παρουσιάζει μια γυναίκα πνευματικά ασταθή και ταραγμένη, μας γεννά αισθήματα συμπάθειας. Φροντίζει να μη μας ενοχλεί η ματαιοδοξία και η ασυγκράτητη αλαζονεία της. Απλά επιθυμεί να βρεθεί ξανά στο προσκήνιο και να ζωντανέψει τη λάμψη της. Ακόμη και μετά το φόνο αισθανόμαστε μια συμπόνοια για την περιθωριοποιημένη Norma. Τουλάχιστον στο τέλος έχει την ευκαιρία, στο μυαλό της έστω, να ζήσει την κινηματογραφική κάμερα να ανοίγει τελικώς για αυτήν.

Λεωφόρος της Δύσης- Σκηνή ταινίας
«Εντάξει κ. De Mille, είμαι έτοιμη για το κοντινό μου»
Το νέο αίμα

Οι δημιουργοί βρήκαν τελικώς τον πρωταγωνιστή που έψαχναν στο όμορφο πρόσωπο του William Holden. Πρόκειται για ηθοποιό που πάλευε να αναγνωριστεί, απλά δεν του είχε δοθεί ποτέ σημαντικός ρόλος για καταξίωση. Με το ρόλο του Joe Gillis μπόρεσε επιτέλους να αποδείξει την ερμηνευτική του βαρύτητα. Με την απλή και μεστή ερμηνεία του ο Holden γίνεται ο ιδανικός ηθοποιός της κινούμενης εικόνας σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Wilder. Ναι είναι ωραίος, ναι είναι αρσενικός, αλλά δεν κεντράρει μόνο εκεί. Ενώ επικεντρώνεται αρχικά στην επιφάνεια του ρόλου του (ελαφρώς απατεωνίσκος, καιροσκόπος, βολεψάκιας), δίνει δειλά αλλά σταθερά το μέγεθος της ψυχής του Gillis.

Στην αρχή πράγματι προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την πνευματική αστάθεια της Norma, καταλήγει όμως να την αγαπάει. Όχι ερωτικά, ίσως σαν μια ξεθωριασμένη μητρική φιγούρα.

Άλλη ποθεί και λαχταρά, τη νεαρή Betty. Η αγάπη του είναι μάλιστα τόση που επιλέγει να την αφήσει να φύγει. Πρέπει να σώσει την αθώα φύση της που πίστεψε ότι θα εξέλειπε δίπλα του. Από τη Betty λοιπόν χάνει την καρδιά, από τη Norma χάνει τη ζωή. Το περίεργο είναι όμως ότι κακία δεν της κρατάει. Εξακολουθεί μετά θάνατον να την πονάει και να τη νοιάζεται. Φοβάται τί θα πει ο κόσμος γι’ αυτήν και πώς θα τη θυμούνται.

Η Nancy Olson υποδύεται τη φιλόδοξη επιμελήτρια σεναρίων Betty. Είναι το ακριβώς αντίθετο από τη ματαιόδοξη Norma. Ήρεμη, γλυκιά, πράα. Προσπάθησε αρχικά να γίνει ηθοποιός, αλλά όταν της γνωστοποιήθηκε η έλλειψη ταλέντου, απλά στράφηκε σε άλλη καριέρα. Εκεί στη νέα της δουλειά πρωτοβλέπει το Joe. Σίγουρα η πρώτη γνωριμία τους είναι μια αποτυχία, αλλά κάτι βλέπει σ’αυτόν. Με επιμονή και ανάλογη πίεση τον καταφέρνει να συνεργαστούν. Και μετά γεννιέται ο έρωτας. Ένας έρωτας απλός, όμορφος αλλά καταδικασμένος να μη στεριώσει.

Λεωφόρος της Δύσης-Οι πρωταγωνιστές
Οι πρωταγωνιστές της Λεωφόρου της Δύσης σε κοινή φωτογράφιση
Ο παλαίμαχος

Ο θεαματικός ρόλος του Max γράφτηκε έχοντας οι δημιουργοί τον Erich von Stroheim στο μυαλό. Απειλητική υποκριτική φιγούρα του παλαιού Χόλυγουντ, αλλά και εκκεντρικός σκηνοθέτης, ο von Stroheim δεν ενθουσιάστηκε καθόλου, όταν του έγινε η πρόταση να παίξει στη Λεωφόρο της Δύσης. Δεν του άρεσε η ταινία καθόλου, είχε όμως ανάγκη τα χρήματα. Οπότε ευτυχώς είπε το μεγάλο ναι. Γιατί η ερμηνεία του ως ξεπεσμένος μπάτλερ είναι παροιμιώδης. Αλαζονικός και τρομακτικός από τη μία, συναισθηματικά φυλακισμένος από την άλλη.

Η αρχική του άρνηση βέβαια είναι κατανοητή. Υπήρχαν πολλές ομοιότητες με τη ζωή του. Θεωρούσε τον εαυτό του στερημένο σκηνοθέτη, που λόγω των δημιουργικών διαφορών με τα στούντιο, παραγκωνίστηκε η καριέρα του. Έτσι και στην ταινία η σκηνοθετική του καριέρα έφθινε, αλλά αυτή τη φορά από προσωπική επιλογή. Αγαπούσε αφόρητα την πρώην γυναίκα του, τη Norma, που δέχθηκε τον μειωτικό ρόλο του υπηρέτη. Έμεινε πιστός δίπλα της προσέχοντας και προφυλάσσοντας την. Της έτρεφε την ανάγκη της για αποδοχή με ψεύτικα γράμματα αγάπης και θαυμασμού. Τουλάχιστον του δίνεται στο τέλος η ευκαιρία να την σκηνοθετήσει για τελευταία φορά πριν την χάσει.

Λεωφόρος της Δύσης- Παρασκήνια ταινίας
Οι παλαιοί συνεργάτες G. Swanson και C.B. De Mille σε μια τρυφερή στιγμή οικειότητας
Άγνωστες αλήθειες

Η Λεωφόρος της Δύσης αρχικά ξεκινούσε σε νεκροτομείο με τον πεθαμένο Joe να εξιστορεί σε «συναδέλφους» νεκρούς τι του συνέβη. Τα έντονα γέλια όμως του κοινού στις δοκιμαστικές προβολές ανάγκασαν τους δημιουργούς να κόψουν τη σκηνή. Φοβήθηκαν ότι θα χανόταν το νόημα και το ύφος της ταινίας.

Η περίφημη σκηνή της ανακάλυψης του πτώματος στην πισίνα ταλαιπώρησε τον λεπτολόγο Wilder. Για να επιτύχει την ιδανική λήψη, κατέφυγε σε λύση ανάγκης· απλά τοποθέτησε καθρέφτη στον πάτο της πισίνας και τράβηξε την αντανάκλαση.

Για το ρόλο του Joe Gillis ο ιδανικός στο μυαλό των δημιουργών ήταν ο Montgomery Clift. Πράγματι ο ηθοποιός εντάχθηκε στο καστ της ταινίας, όμως γρήγορα αποχώρησε. Η επίσημη δικαιολογία του ήταν ότι λόγω ομοιοτήτων με τον ρόλο του στην «Κληρονόμο» δεν ήθελε να αναλώνεται σε παρόμοιους ρόλους. Η αλήθεια παρ’ όλα αυτά ήταν λίγο διαφορετική. Η Libby Holman, επίσημη αγαπημένη του Clift, θεώρησε ότι λόγω της προσωπικής τους διαφοράς ηλικίας θα γίνονταν αντικείμενο χλευασμού. Ώριμα και ψύχραιμα του ζήτησε να διακόψει τη συνεργασία με την ταινία, διαφορετικά θα αυτοκτονούσε…

Τους φίλους της Norma, άλλως τα «κέρινα ομοιώματα» υποδύθηκαν πραγματικοί ηθοποιοί του βωβού κινηματογράφου, οι Buster Keaton, Anna Q. Nillson και H.B. Warner. Η Λεωφόρος της Δύσης εμπλουτίστηκε και από την εμφάνιση του μεγάλου σκηνοθέτη Cecil B. DeMille. Η συνύπαρξη στα πλατό με τη Swanson ήταν οικεία· είχαν συνεργασίες στο ένδοξο παρελθόν τους. Χρησιμοποίησαν μάλιστα στην ταινία και τις προσφωνήσεις που απέδιδαν και στην πραγματική ζωή ο ένας στον άλλον.

Η Λεωφόρος της Δύσης εξόργισε τον επικεφαλής της MGM Louis B. Mayer. Θεώρησε την ταινία πράξη προδοσίας, καθώς για τον ίδιο ο Wilder στράφηκε κατά του κόσμου του Χόλυγουντ. Δήλωσε μάλιστα ότι αν μπορούσε, θα αγόραζε την ταινία μόνο και μόνο για την «θάψει».

Trailer ταινίας

Λεωφόρος της Δύσης: Πληροφορίες ταινίας

  • Όνομα: Λεωφόρος της Δύσης
  • Σκηνοθεσία: Billy Wilder
  • Σενάριο: Billy Wilder, Charles Brackett, D.M. Marshman Jr.
  • Πρωταγωνιστές: Gloria Swanson, William Holden, Erich von Stroheim, Nancy Olson
  • Έτος παραγωγής: 1950
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Στούντιο παραγωγής: Paramount Studios
  • Διάρκεια: 110′

 

Πηγές


“Fahrenheit 451”- Αφίσα ταινίας
“Fahrenheit 451”- Αφίσα της ταινίας με τους O. Werner και Julie Christie

Fahrenheit 451 (Φαρενάιτ 451)… Ύμνος εις την λογοτεχνία, δριμύ «κατηγορώ» στην πτώση της πολιτιστικής και πολιτικής κουλτούρας.  Είναι κατά βάση μία ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1966, βασισμένη στο ομότιτλο λογοτεχνικό βιβλίο του Ray Bradbury που κυκλοφόρησε το 1955. Ο τίτλος μαρτυρά τους βαθμούς στην κλίμακα Φαρενάιτ στους οποίους καίγεται το χαρτί. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο πολυτάλαντος François Truffaut και σε συνεργασία με τον JeanLouis Richard, φρόντισαν και επιμελήθηκαν τη συγγραφή του σεναρίου.

Σύνοψη

Βρισκόμαστε στο μέλλον… Με νόμο έχουν απαγορευθεί τα βιβλία, η κατοχή και η ανάγνωση τους. Υπεύθυνοι για να επιβάλουν την τάξη είναι οι πυροσβέστες- πυροδότες που εισβάλλουν στα σπίτια και ξετρυπώνουν τις παρανομίες. Ο Montag (Oskar Werner) είναι πυροσβέστης και παντρεμένος με τη Linda (Julie Christie) μια γυναίκα αποβλακωμένη από την πολλή τηλεόραση που καταπίνει χάπια όλη μέρα. Στο τραίνο της επιστροφής του πιάνει την κουβέντα μια μέρα η Clarisse( Julie Christie) μια καλή και δυναμική δασκάλα που θα αλλάξει τον τρόπο σκέψης και ζωής του.

 

Το καθήκον καλεί
Οι πυροσβέστες στο δρόμο για το καθήκον
Απεγνωσμένα ταγμένος στον κινηματογράφο

Ελλείψει γονικής προστατευτικότητας και οικογενειακής θαλπωρής, ο François Truffaut, από μικρή κιόλας ηλικία, βρήκε ανέλπιστο καταφύγιο στον κινηματογράφο και τον κόσμο που αυτός παρουσίαζε. Βάζοντας προσωπικό στόχο να βλέπει τρεις ταινίες κάθε μέρα και να διαβάζει τρία βιβλία την εβδομάδα, προτίμησε να κάνει στην άκρη την εκπαιδευτική του επιμόρφωση και να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην πρώτη και ίσως μοναδική του αγάπη. Εφαλτήριο άλλωστε για αυτή του την απόφαση υπήρξε η ταινία του Abel Gance «Χαμένος παράδεισος». Ήταν η πρώτη ταινία που είδε σε ηλικία μόλις οκτώ ετών και κατάλαβε ότι τότε «έβλεπε» για πρώτη φορά.

Μετέχει σε κινηματογραφικές ομάδες, ιδρύει τη δική του ομάδα και συναντά τον άνθρωπο που θα εξελιχθεί σε μέντορά του, τον κριτικό Andre Bazin. Η γνωριμία αυτή δίνει την ευκαιρία στον Truffaut να εισέλθει βαθύτερα στην κινηματογραφική κοινότητα του Παρισιού και να είναι παρών στην απόπειρα της ομάδας “Objectif 49” να παρουσιάσει ένα νέο φεστιβάλ για σινεφίλ. Σιγά- σιγά γνωρίζει ολοένα και περισσότερους συμμάχους. Η αγάπη όμως για μια γυναίκα είναι αυτή που τον οδηγεί στην πρώτη του καριέρα ως δημοσιογράφος στο περιοδικό “Elle”. Η δουλειά αυτή μπορεί και του καλύπτει τα αναγκαία προς το ζην, αλλά τον απομακρύνει από την ενασχόλησή με το πάθος του.

 

Ο Truffaut και οι κάμερες
Truffaut- Ο εραστής του κινηματογράφου

Η «υπερφίαλη» δουλειά γρήγορα τον οδηγεί στην παραίτηση. Η ερωτική απογοήτευση, από την άλλη, τον ωθεί σε σπασμωδική απόφαση· κατατάσσεται στο στρατό, πράγμα που νωρίς μετανιώνει. Μερικές ασθένειες και λιποταξίες αργότερα τον οδηγούν σύντομα ενώπιον Στρατοδικείου όπου λαμβάνει την επιθυμητή απόταξη.

Επάγγελμα- κριτικός

Χωρίς τίποτα να τον κρατά και να τον αποσπά, ξεκινά τη διαδρομή του ως κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό “Cahiers du cinema”. Σε διάστημα έξι ετών υπογράφει περί τα 170 άρθρα· άλλα εξυμνούν τους αγαπημένους του σκηνοθέτες Hitchcock και Hawks, άλλα στρέφονται κατά του «ξιπασμένου» γαλλικού κινηματογράφου της εποχής. Μέσω της κριτικής του ήθελε να «χτυπήσει» το ντόπιο σινεμά και να διορθώσει τις ατέλειές του. Δεν του αρκούσε όμως· έτσι αποφασίζει να βρεθεί πίσω από τις κάμερες εξιστορώντας τη δική του αλήθεια. Η επιλογή του αυτή καταφέρνει να τον αναδείξει σε έναν από τους κυρίαρχους εκφραστές του γαλλικού Νέου Κύματος.

 

Ο Truffaut εν δράσει
Ο σκηνοθέτης Truffaut πίσω από την κάμερα
Τρυφώ – ο σκηνοθέτης

Με την «πολιτική των δημιουργών» ως κανόνα ξεκινά ο Truffaut τη σκηνοθετική του πορεία διαλέγοντας διαφορετικές ταινίες με αμφιλεγόμενο και εναλλακτικό περιεχόμενο. Η ταινία που απετέλεσε τη «λυδία λίθο» για την προσωπική του καθιέρωση ήταν το Fahrenheit 451. Του πήρε τέσσερα περίπου χρόνια να οργανώσει την παραγωγή και να συνθέσει το καστ. Οι δυσκολίες που συνάντησε ήταν πολλές. Πρώτη φορά συνεργάζεται με μεγάλο στούντιο, πρώτη φορά αποφασίζει να κάνει έγχρωμη ταινία. Η κύρια δυσκολία προκύπτει όταν διαλέγει να γράψει ο ίδιος το σενάριο σε μια γλώσσα που δεν κατείχε, ούτε καν γνώριζε· την αγγλική.

Το Fahrenheit 451 διαφοροποιείται ευθύς εξαρχής· οι τίτλοι αρχής εκφωνούνται, καθώς η κάμερα κεντράρει σε κεραίες τοποθετημένες σε ταράτσες σπιτιών. Παρότι πρόκειται ξεκάθαρα για μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, ο Truffaut επιλέγει να μην επικεντρωθεί σε αυτό το στοιχείο. Ναι, μας παρουσιάζει τη δυστοπική αυτή κοινωνία στο ακέραιο, αλλά δεν αναλώνεται σε τεχνάσματα και ειδικά εφέ, που εντυπωσιάζουν το μάτι και «γεμίζουν» τη χρονική διάρκεια ενός φίλμ. Γι’ αυτό και ελάχιστα είναι τα δείγματα που προσφέρει ο σκηνοθέτης και αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για το μέλλον. Οι πυροσβέστες ανεβαίνουν τον πυροσβεστικό στύλο, αστυνομικοί πετούν καταδιώκοντας τον Werner, μεγάλες τηλεοράσεις καταλαμβάνουν το σαλόνι.

Η έγνοια του Truffaut είναι άλλη· λάτρης ο ίδιος της λογοτεχνίας αγωνιά να δείξει στους θεατές έναν κόσμο χωρίς βιβλία. Αντιλαμβανόμενος την τρομακτικότητα ενός τέτοιου ενδεχομένου ξεκαθαρίζει τη θέση του μέσα από τη σκηνοθετική του τεχνική. Πρωταγωνιστές είναι τα βιβλία, αυτά έχουν τον πρώτο λόγο και το καλύτερο πλάνο. Στην κορυφαία σκηνή της φωτιάς στο σπίτι -«βιβλιοθήκη» ο σκηνοθέτης δίνει συνεχή και σταθερά πλάνα των σύντομα καιόμενων βιβλίων. Μέσα από τα κοντινά στα εξώφυλλα και την εναλλαγή των φύλλων φανερώνει το πένθος του και το περνάει σε εμάς. Μυρίζουμε το εύφλεκτο υγρό, νιώθουμε τη φωτιά να απλώνεται, βλέπουμε το χαρτί να καίγεται και, εξαντλημένοι καθώς είμαστε, δεν υπάρχει πλέον κουράγιο να θρηνήσουμε τη γυναίκα που γενναία ανάβει το σπίρτο προτιμώντας να κάψει μόνη τα βιβλία της και στωικά τυλίγεται στις φλόγες.

 

“Fahrenheit 451”-Σκηνή ταινίας
Η περίφημη σκηνή πριν την τραγική πυρκαγιά
Η κόντρα

Ένας παλιός γνώριμος του Truffaut ο Oskar Werner αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Montag στο Fahrenheit 451 . Έχοντας συνεργαστεί στο “Jules and Jim” η συνύπαρξή τους προμηνύεται εύκολη. Δυστυχώς όμως τα προβλήματα νωρίς κάνουν την εμφάνισή τους. Η αντίληψη του χαρακτήρα του Montag διαφέρει ανάμεσα στον ηθοποιό που τον υποδύεται και τον σκηνοθέτη που τον ξετυλίγει. Ο πρώτος θέλει να εμβαθύνει στη σκοτεινή και σκληρή εικόνα του ρόλου, ενώ ο δεύτερος θέλει να τονίσει την εύθραυστη και πολιτισμένη πλευρά του. Οι συνεχείς συγκρούσεις των δύο ολοένα και αυξάνονται κυρίως όταν ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται στο πλατό του Fahrenheit 451 με διαφορετική κουπ προκαλώντας το θυμό του σκηνοθέτη. Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο με τη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή του επιλέγει αρκετές φορές τη λύση κομπάρσου που ντουμπλάρει τον Werner.

Ο πρωταγωνιστής

Το τεταμένο κλίμα ευτυχώς μένει μόνο στο πλατό και ο Werner αποδεικνύεται αξιοπρεπής στο ρόλο του στο Fahrenheit 451. Πετυχαίνει και καλύπτει την πολυσχιδή προσωπικότητα του ρόλου του παρότι δεν είναι άριστος γνώστης της αγγλικής. Με λιγότερα λόγια και περισσότερη ερμηνεία μας ξεδιπλώνει τον αρχικά πειθαρχημένο Montag που ως άλλος δήμιος φοράει την κουκούλα του καίγοντας κάθε έντυπο που βρίσκει. Δεν τον αγγίζει ο φόβος του κόσμου, επευφημεί όσους μαρτυρούν παρανόμους. Η ζωή του είναι η δουλειά του και είναι καλυμμένος.

Η γνωριμία με την Clarisse σημαίνει την αλλαγή στον κόσμο του. Ακούει την άποψή της για τα βιβλία και συνεχίζει με τον ίδιο ρυθμό τη δουλειά του. Μέσα από την τεχνική της «λογικής σιωπής» που επιλέγει ο Truffaut, τη μεταστροφή του Montag δεν τη βιώνουμε· απλά τη διαπιστώνουμε. Ένα βράδυ απλά ξεκινά την ανάγνωση αργά, συλλαβιστά, φωναχτά. Εισέρχεται όλο και πιο βαθιά στον κόσμο της λογοτεχνίας και αποτραβιέται σιγά- σιγά από τη βάρβαρη εργασία του. Μετανοημένος πια, «κλέβει» βιβλία από τα σπίτια παρανόμων, επιτίθεται λεκτικά στη σύζυγο και τις φίλες της, αποφασίζει να παραιτηθεί παρά την επικείμενη προαγωγή του.

Χωρίς εντάσεις ο Werner στο Fahrenheit 451 παρουσιάζει την άλλη εκδοχή του ρόλου του. Ξέρει ότι μπορεί να «ξεπλυθεί» για παλαιότερες αμαρτίες. Έξυπνα δεν αφήνει την έκπληξή του να φανεί μπροστά στην «προδοσία» της γυναίκας του. Αφήνει απλά όλον τον θυμό να ξεχυθεί μπροστά στη διαταγή να κάψει τα πολύτιμα βιβλία του. Με το «Ιστορίες Μυστηρίου και Φαντασίας» του Edgar Alan Poe ανά χείρας ακολουθεί τις γραμμές του τραίνου για να βρει καταφύγιο στην ελεύθερη κοινωνία των ανθρώπων- βιβλίων.

Οι άνθρωποι και τα βιβλία
Ο Montag προσπαθεί να απομνημονεύσει το βιβλίο πριν το καταστρέψει
Διπλός ρόλος

Μετά από προτροπή του Lewis Allen οι πρωταγωνιστικοί γυναικείοι ρόλοι της Linda και της Clarisse αποφασίζεται να ερμηνευθούν από την ίδια ηθοποιό. Άλλωστε η ιδέα αυτή έλυσε όλες τις ανησυχίες που είχε ο σκηνοθέτης για τους αντικρουόμενους αυτούς χαρακτήρες. Η πρώτη που ήρθε στο μυαλό του Truffaut δεν ήταν άλλη από την ηθοποιό που τελικά κέρδισε το διπλό ρόλο στο Fahrenheit 451· τη Julie Christie. Με διαφορετικό χτένισμα και διαφοροποιημένες ερμηνείες καταφέρνει και ξεδιπλώνει τις αντίθετες προσωπικότητες αρχίζοντας από κοινή αφετηρία.

Εμφανίζει την νεαρή Clarisse αρχικά αθώα και με άγνοια κινδύνου γρήγορα υπερτονίζοντας την επαναστατική της φιγούρα. Από την άλλη στην ερμηνεία της Linda απλά αφήνει το υπερφίαλο του χαρακτήρα της να γεμίσει την οθόνη. Η πρώτη ζει για την πνευματική ανάταση, η δεύτερη για την υλική κάλυψη μέσα από την υπερέκθεση στην τηλεόραση και την υπερκατανάλωση χαπιών.

 

Fahrenheit 451- Σκηνή ταινίας
Ο Montag στρέφεται κατά της Linda και των φίλων της
Fahrenheit 451 – το υπόλοιπο καστ:

Ο Cyril Cusack υπέροχα υποδύεται τον προϊστάμενο του Werner που είναι απλά ταγμένος στο καθήκον. Πέρα από τη δουλειά δεν υπάρχει τίποτα και αισθάνεται πατρική υπερηφάνεια βλέποντας τη νεαρή εκδοχή του εαυτού του στον προστατευόμενό του Montag. Η συμπάθειά του είναι εμφανής ακόμη και όταν του απευθύνει το λόγο πάντα στο γ’ ενικό. Η τυπικότητα αυτή δε δηλώνει αποστασιοποίηση στο μυαλό του αλλά ζεστασιά. Πάντα μοιράζεται τις αντιλογοτεχνικές σκέψεις μαζί του προετοιμάζοντάς τον για μια πιθανή διαδοχή. Όταν συνειδητοποιεί τη μεταστροφή του Montag, χρησιμοποιεί «σκληρή αγάπη» και σαν πατέρας προσπαθεί να επαναφέρει τον παραστρατημένο Montag στον ίσιο δρόμο της υπακοής. Πλέον όμως είναι αργά και βρίσκει το τέλος που του αξίζει· από το χέρι του Montag τυλίγεται στις φλόγες.

Ένας ακόμη όμως διπλός ρόλος υπάρχει στο Fahrenheit 451 και τον ερμηνεύει ο Anton Diffring. Υποδύεται τον στρατιώτη Fabian, συνάδελφο του Montag που προσπαθεί με την αφοσίωσή του να ανέλθει στο αξίωμα. Είναι ο άνθρωπος που παρατηρεί συνέχεια τον Montag και προσμένει κάποιο στραβοπάτημα. Γι’ αυτό άλλωστε απολαμβάνει την πτώση του. Ξαφνιάζει όμως και σε ρόλο έκπληξη· ως διευθύντρια στο σχολείο της Clarisse. Ο ρόλος διαρκεί δευτερόλεπτα, είναι βουβός και η αναγνώριση του ηθοποιού, παρότι είναι δυσδιάκριτη, εντυπωσιάζει.

Trailer ταινίας

Πληροφορίες ταινίας

  • Όνομα: Fahrenheit 451 (Φαρενάιτ 451)
  • Σκηνοθεσία: François Truffaut
  • Σενάριο: François Truffaut, Jean- Louis Richard
  • Πρωταγωνιστές: Oskar Werner, Julie Christie, Cyril Cusack, Anton Diffring
  • Έτος παραγωγής: 1966
  • Χρώμα: Έγχρωμο
  • Μουσική: Bernard Herrmann
  • Διάρκεια: 112′
  • imdb
  • new wave film
  • tcm

Χώρος Υποδοχής
Το Φεστιβάλ υποδέχεται τους επισκέπτες του

Τέχνες, αρχιτεκτονική, μουσική, κινηματογράφος. Η Μπιεννάλε δημιουργήθηκε το 1895 στη Βενετία και με τα χρόνια εξελίχθηκε σε ένα πολυπολιτιστικό φεστιβάλ που καλύπτει πολλούς τομείς και ικανοποιεί καλλιτεχνικές ορέξεις. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου αποτελεί μέρος της Μπιεννάλε· φωτίζει κάθε χρόνο τον ουρανό της Βενετίας με λάμψη, γεμίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες με ταινίες – σταθμούς. Το κορυφαίο διεθνές φεστιβάλ το φετινό φθινόπωρο θα σβήσει αισίως το 74ο γενέθλιο κεράκι του συνεχίζοντας να μας προσφέρει « άρτον και θέαμα». Τί και αν οι οιωνοί προμηνύουν ότι το 2082 η Βενετία θα βυθιστεί… έχουμε ακόμη 65 έτη γεμάτα ταινίες μπροστά μας προς τέρψη και θέαση. Ας απολαμβάνουμε λοιπόν.

Ένα φεστιβάλ γεννιέται

Είναι 1932.. Εν τω μέσω μίας εποχής ταραχώδους με ασταθές πολιτικό σκηνικό η 18η Μπιεννάλε ετοιμάζεται να ξεκινήσει, διαφορετική όμως από τις προηγούμενες. Το πρώτο διεθνές φεστιβάλ γεννάται και πλέον ξεκινά μία καινούρια εποχή για την κινηματογραφική βιομηχανία. Η εμπνευσμένη αυτή ιδέα αποδίδεται όχι σε έναν ούτε σε δύο, αλλά σε τρεις ανθρώπους: τον πρόεδρο της Μπιεννάλε, Κόμη Giuseppe Volpi di Misurata, τον γ.γ. της Μπιεννάλε, γλύπτη Antonio Maraini, και τον γ.γ. του Διεθνούς Ινστιτούτου του Εκπαιδευτικού Κινηματογράφου, Luciano De Feo, με τον τελευταίο να αναλαμβάνει τη διεύθυνση του φεστιβάλ.

Με δειλά, ασταθή βήματα και προσπαθώντας να βρει την σφραγίδα του το φεστιβάλ κάνει την πρεμιέρα του στο κοινό στις 6 Αυγούστου με την ταινία « Δρ. Τζέκυλ και Κ. Χάιντ» του R. Mamoulia να κάνει ποδαρικό στη Μπιεννάλε. Και αυτή ήταν απλά η αρχή·  τα μεγαλύτερα και αναγνωρισιμότερα ονόματα του χώρου εμφανίζονται στη μεγάλη οθόνη και οι ταινίες, που γεμίζουν το πρόγραμμα του φεστιβάλ, φέρουν την υπογραφή των εμπείρων σκηνοθετών της εποχής. Παρότι ήταν απόν το διαγωνιστικό μέρος, διεξάγεται ψηφοφορία μεταξύ των επισκεπτών (εκτιμώνται στους 25.000!) για την ανάδειξη καλύτερης ταινίας και καλύτερου σκηνοθέτη.

Τιμώντας την ονομασία της Μπιεννάλε (διετής) το δεύτερο φεστιβάλ λαμβάνει χώρα το 1934 εγκαινιάζοντας το διαγωνιστικό κομμάτι μεταξύ ταινιών από 19 συμμετέχουσες χώρες. Επιτροπή δεν έχει ακόμη ιδρυθεί, με αποτέλεσμα τα βραβεία να δίνονται από τον ίδιο τον πρόεδρο αφουγκραζόμενος πρώτα κοινό και ειδικούς. Το φεστιβάλ  λόγω της εντυπωσιακής του απήχησης ξεκινά να διεξάγεται από τον επόμενο χρόνο ετησίως (με εξαιρέσεις κυρίως κατά την περίοδο του Β’ΠΠ). Τόσο οι συμμετοχές όσο και οι επισκέπτες ολοένα και πληθαίνουν οδηγώντας όχι μόνο στον ορισμό διεθνούς εξειδικευμένης επιτροπής, αλλά και στη δημιουργία ειδικά διαμορφωμένου χώρου για την προβολή ταινιών στο Λίντο της Βενετίας.

 

Το Λίντο το σούρουπο
Η έδρα του φεστιβάλ- το νησί Λίντο πρωταγωνιστεί κάθε Σεπτέμβριο
Πτώση- άνοδος και πάλι από την αρχή

Με την Ιταλία ως έναν από τους βασικούς πυλώνες του Άξονα  υπήρχε στα χρόνια του πολέμου μια πρόδηλη εύνοια προς τις συμμαχικές του δυνάμεις. Η τέχνη έχει κάνει στην άκρη, για λογαριασμό της πολιτικής, μία τακτική που έριξε σε δυσμένεια το φεστιβάλ πλήττοντας προσωρινά το κύρος του. Εκείνη η περίοδος δεν προσέφερε κάτι το αξιοσημείωτο, πέρα φυσικά από την « παρουσίαση» στο κοινό της κατηγορίας Αναδρομή, με πρώτη αφιερωμένη στο γαλλικό κινηματογράφο. Η φωτιά της Μπιεννάλε μπορεί τότε απλά να σιγόκαιγε, δυνάμωσε όμως ξανά με τη βοήθεια του ιταλικού νεορεαλισμού που άνοιξε ξανά το δρόμο της σε ηθοποιούς και σκηνοθέτες.

Στα χρόνια που ακολουθούν, οι ασιατικές συμμετοχές έχουν σταθερά ανοδική πορεία εμφυσώντας στο φεστιβάλ μια ανάσα διεθνισμού με ποικιλία σε ταινίες και εναλλαγές σε τεχνικές, ενώ οι ευρωπαϊκές κυριαρχούσες τάσεις φωνάζουν αλλαγή· ανεξάρτητος βρετανικός κινηματογράφος, γαλλικό νέο κύμα, νέα ιταλικά σκηνοθετικά ταλέντα.Στον αέρα αυτόν της αλλαγής ταίριαξε ο Luigi Chiarini, που υπό τη διεύθυνσή του η Μπιεννάλε ξέφυγε από τα τετριμμένα και τόλμησε το αδιανόητο έως τότε· « έκλεισε τα αυτιά» στις εξωτερικές πιέσεις και τις πολιτικές σειρήνες , έστρεψε το βλέμμα μακριά από τις επικρατούσες, αλλά κερδοφόρες  κινηματογραφικές τάσεις, ασπάζοντας αυστηρότερο κριτήριο επιλογής και αγκαλιάζοντας νέους ελπιδοφόρους δημιουργούς· τους τελευταίους τόλμησε να τους συναγωνίσει με τρανταχτά ονόματα που την αξία τους την είχαν προ πολλού αποδείξει.

Είναι 1969 και η Μπιεννάλε πέφτει. Η επίσημη γραμμή κάνει λόγο για κακή επίγευση, που άφησε  το φεστιβάλ κατά την περίοδο του πολέμου. Οι φήμες, όμως, χωρίζονται στα δυο: από τη μία μιλάνε για δυσαρέσκεια που προξένησε η απονομή του Χρυσού Λέοντα στην ταινία του Alexander Kluge “Artists under the big top: Perplexed” την προηγούμενη χρονιά, από την άλλη αναφέρονται σε διαδηλώσεις νέων κατά της γενικότερης εμπορευματοποίησης του φεστιβάλ. Η αναταραχή αυτή προκάλεσε την παύση της απονομής των κορυφαίων βραβείων για μία γεμάτη δεκαετία με δύο μετρημένες εξαιρέσεις: τις τιμητικές βραβεύσεις του John Ford και Charlie Chaplin.

 

Φεστιβάλ και κόκκινο χαλί
Η Μπιεννάλε «βάζει τα καλά της» και ανοίγει τις πόρτες της στο κοινό
Μπιεννάλε – Πορεία προς το σήμερα

Το φεστιβάλ επιστρέφει από την «τιμωρία»  ανανεωμένο, προσαρμοσμένο στην εποχή. Εγκαινιάζει στο χώρο το νέο γερμανικό κινηματογράφο και περίτεχνα τον προωθεί. Αγκαλιάζει τη χολυγουντιανή επιστημονική φαντασία, καλωσορίζει ασυνήθιστες, παγκόσμιες δημιουργίες. Οι σκηνοθέτες τολμούν κλέβοντας τις εντυπώσεις. Ο «Δεκάλογος» εξιστορείται στις «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» την ώρα του «Τελευταίου πειρασμού».  Στην αναζήτηση καινούριων φωνών καλοδέχεται ιδιαίτερες ταινίες προερχόμενες από τις βαλτικές χώρες, τις μεσανατολικές, αλλά και τις ασιατικές. Κίνηση που αρχικά ξαφνιάζει, αλλά τελικώς αναγνωρίζεται ως ορθή.

Η εξερεύνηση είναι καλή, αλλά οι σταθερές αξίες παραμένουν. Το Χόλυγουντ είναι εκεί· έχει φιλμ που κόβουν εισιτήρια, τραβάει φώτα που ζαλίζουν, αναδεικνύει ηθοποιούς – είδωλα. Είναι μαζί, στις αίθουσες προβολής, στις συνεντεύξεις τύπου. Οι εκδηλώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, με εκθέσεις που εντυπωσιάζουν και βραδινά πάρτυ που καταλήγουν σε πρωινά. Παρά τη φαινομενική ασυμβατότητα με την Μπιεννάλε, ταιριάζουν· απλά ταιριάζουν. Το κύρος κανενός δε θίγεται και ο κόσμος ενθουσιάζεται με το μακροχρόνιο πάντρεμα. Οι επισκέπτες πληθαίνουν, οι συμμετοχές φιλμ αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς και το Λίντο « στριμώχνει» κάθε χρόνο περί τις 50.000 κόσμου, που έρχεται να δει και να απολαύσει.

 

Κόκκινο χαλί - Μπιεννάλε
Οι σταρ ποζάρουν- τα φλας αστράφτουν
Καλωσορίζοντας το αύριο

Προσπαθώντας να ενισχύσει παραγωγούς και εταιρείες παραγωγής, αλλά και να τους βοηθήσει στην «αλίευση» νέων ταλέντων ανεξαρτήτως ύφους, η Μπιεννάλε δημιούργησε για πρώτη φορά το 2012 την Αγορά Κινηματογράφου Βενετίας. Προσφέρει τη δυνατότητα στους αγοραστές να παρακολουθήσουν δείγματα ταινιών και να κάνουν  χρηματική προσφορά σε αυτή που θα τους κεντρίσει το ενδιαφέρον·  αυξάνει τη διαφημιστική δύναμη των συμμετεχουσών ταινιών μέσα από την προκαταβολική ενημέρωση της πλοκής των· αναγνωρίζει την υπεραξία των τεχνικών και καλλιτεχνικών συντελεστών προσφέροντας αναλυτικό κατάλογο με τις λεπτομέρειες της ταινίας. Ομάδες της κινηματογραφικής παγκόσμιας βιομηχανίας έχουν δείξει εμπιστοσύνη στον καινούριο αυτό θεσμό δίνοντας κάθε χρόνο το « παρών» στη διοργάνωση, συμμετέχοντας σε συνέδρια και εκδηλώσεις και με στόχο φυσικά την προώθηση των συμφερόντων τους.

Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα η Μπιεννάλε καινοτομεί. Ξεφεύγει από τα συνηθισμένα δεχόμενη το καινούριο. Συνειδητοποιεί ότι εκτός από τη μεγάλη οθόνη υπάρχει και η μικρή και η πιο μικρή. Με την τεχνολογία να πρωταγωνιστεί, πλέον οι δημιουργοί βρίσκουν χώρο έκφρασης στα ντοκυμαντέρ, στις τηλεοπτικές σειρές, στις ιντερνετικές σειρές. Από την άλλη, υπερισχύει πια στους κινηματογραφικούς συντελεστές και τις εταιρείες παραγωγής η ανάγκη συμπαραγωγής και συγχρηματοδότησης  όχι μόνο ολοκληρωμένων έργων, αλλά κυρίως εμπνευσμένων προσχεδίων. Κάπως έτσι εγκαινιάζεται η Γέφυρα Παραγωγής Βενετίας. Εκεί που τα χρήματα παλιά τελείωναν και μία προσπάθεια έμενε ημιτελής, τώρα τα πράγματα αλλάζουν και δίνεται η δυνατότητα ολοκλήρωσης ενός οράματος με καλύτερη διεθνή διανομή.

 

Χρυσός Λέων
Ο Χρυσός Λέων ξεπροβάλλει δυναμικά και εντυπωσιάζει
Πίσω στα θρανία

Μερικά χρόνια μετά την έλευση του νέου αιώνα, η Μπιεννάλε αποφασίζει και δημιουργεί ένα κολέγιο, στο οποίο δημιουργοί- σκηνοθέτες προσκαλούνται, μετά από σκληρή επιλογή, να συνεργαστούν με έμπειρους ειδικούς και εκπαιδευτές  λαμβάνοντας τα φώτα τους πάνω στη σκηνοθετική ολοκλήρωση με ανεπτυγμένο το αισθητήριο κριτήριο, κυρίως όσον αφορά χαμηλού προυπολογισμού ταινίες. Η εξειδίκευση μεταλαμπαδεύεται και η νέα γενιά  μαθαίνει από τους εμπειρογνώμονες. Δέκα ημέρες εντατικών εργαστηρίων περνάνε και οι τυχεροί τρεις από τους αρχικούς δώδεκα υποψηφίους θα κληθούν να λάβουν, εκτός από περαιτέρω εξειδίκευση, δικαίωμα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο φεστιβάλ και φυσικά χρηματοδότηση.

Αποδεχόμενη το μέλλον και τις τάσεις του, η Μπιεννάλε προχώρησε στην εγκαινίαση τμήματος αφορώντος  στην εικονική πραγματικότητα. Πολλοί τολμηροί και πρωτοπόροι σκηνοθέτες ξεφεύγουν από τα κλασικά,  αποτολμούν και πειραματίζονται με την τεχνολογία, οδηγώντας τη σκηνοθεσία και την αφήγησή της σε πρωτόγνωρο επίπεδο.Το κολέγιο εικονικής πραγματικότητας προσφέρει στους εννέα επιλεγέντες σκηνοθέτες την ευκαιρία να μάθουν δίπλα σε εμπειρογνώμονες του χώρου, βαθείς γνώστες της τεχνολογίας. Η επιμόρφωση επικεντρώνεται βασικά σε σχέδια εικονικής πραγματικότητας, σύντομης διάρκειας, 10-20 λεπτών, και φυσικά στην ανάλογη χρηματοδοτική ενημέρωση και μετέπειτα ενίσχυση.

 

Η Μπερλινάλε τη νύχτα
Η Μπερλινάλε καλωσορίζει τους επίδοξους επισκέπτες της

Φώτα, λάμψη, κόκκινο χαλί. Η Μπερλινάλε, το κινηματογραφικό φεστιβάλ του Βερολίνου σε λίγους μήνες «ανοίγει τις πόρτες της» και είναι έτοιμη να σκορπίσει χρυσόσκονη στο φιλοθεάμον κοινό. Συμμετέχοντες, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι ξεσκονίζουν από τώρα τα καλά τους για να είναι έτοιμοι. Ο Φεβρουάριος άλλωστε είναι κοντά…

Γένεσις

Το τέλος του Β’ ΠΠ βρίσκει το Βερολίνο ρημαγμένο τοπίο, ξεπεσμένο από το  πάλαι ποτέ κύρος του. Αμερικανοί που καταλάμβαναν μέρος του Βερολίνου μετά τη λήξη του πολέμου απεφάσισαν να χρηματοδοτήσουν και να εγκαινιάσουν ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ  ύστερα από πρόταση του αξιωματικού του αμερικανικού στρατού και ειδικού στον κινηματογράφο  Oscar Martay με σκοπό να επαναφέρουν τη «διαλυμένη» από τον πόλεμο πόλη στο περασμένο κλίμα της δόξας της. Η πρόταση αυτή εγκρίθηκε από επιτροπή που περιελάμβανε μέλη του γερμανικού κοινοβουλίου, αλλά και μέλη της γερμανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, στις 9 Οκτωβρίου του 1950, και ο καταξιωμένος ιστορικός κινηματογράφου  Alfred Bauer κατέλαβε τη θέση του διευθυντού της Μπερλινάλε.

Η έμπνευση του Martay ήταν μεγαλειώδης, το αποτέλεσμα όμως ξεπέρασε κάθε φαντασία. Ούτε καν οι ίδιοι οι ιδρυτές του δε θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι δημιουργώντας τη Μπερλινάλε στην πραγματικότητα ξεκινούσαν ένα θεσμό· ένα φεστιβάλ που θα γινόταν με το χρόνο ένα από τα πιο περίβλεπτα και ευυπόληπτα κινηματογραφικά φεστιβάλ,  που θα συγκέντρωνε ετησίως τους περισσότερους  επισκέπτες  και θα « μετρούσε» εκατοντάδες συμμετοχές.

 

Αίθουσα προβολής ταινιών
Ο κόσμος τακτοποιείται στις θέσεις λίγο πριν την προβολή της ταινίας

Για να καταφέρουν εν τη γενέσει της Μπερλινάλε να προσελκύσουν κόσμο, απεφάσισαν οι ιδρυτές της να «ανοίξουν» το φεστιβάλ με μία ταινία που «μετρούσε» ήδη πάνω από μία δεκαετία ζωής. Δεν πρόκειται για άλλη από τη « Ρεμπέκα» ( 1940) του A. Hitchcock, μία αριστουργηματική ταινία που οι περισσότεροι Βερολινέζοι δεν είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν παρά μετά το πέρας του πολέμου και με την πρωταγωνίστριά της J. Fontaine να αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της Μπερλινάλε.

Εξαρχής  ως βραβείο του φεστιβάλ ορίστηκε η Χρυσή Άρκτος. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία, καθώς η αρκούδα αποτελεί το οικόσημο της σημαίας του Βερολίνου.

Αέρας αλλαγής

Η Μπερλινάλε για τα πρώτα 27 χρόνια ζωής της λάμβανε χώρα στις αρχές του Ιουνίου. Ο Bauer, ανήσυχος  για τη μικρή χρονική απόσταση που υπήρχε με το φεστιβάλ των Καννών (ξεκινούσε τον Μάιο), προσπαθούσε για χρόνια να πετύχει τη μετακίνηση του φεστιβάλ. Η αλλαγή επήλθε μόλις το 1978 υπό τη διευθυντική καθοδήγηση του Wolf Donner, όπου και η Μπερλινάλε ξεκινά να διεξάγεται στις αρχές Φεβρουαρίου.

Η Διεθνής Ομοσπονδία Ενώσεως Παραγωγών Κινηματογράφου (FIAPF) έθεσε ορισμένους κανόνες στη Μπερλινάλε, μέχρι αυτή να μπορέσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της FIAPF και να αναχθεί σε πρωτοκλασάτο φεστιβάλ. Αρχικά τόνισε την ανάγκη αλλαγής της κριτικής επιτροπής( τον πρώτο χρόνο αποτελείτο από μέλη της γερμανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας) και τα βραβεία πλέον θα δίνονταν από το ίδιο το κοινό. Όταν τελικώς έλαβε την αναγνώριση της FIAPF το 1956, τα μέλη της κριτικής επιτροπής της Μπερλινάλε προέρχονταν από διεθνώς αναγνωρισμένους ειδικούς, γεγονός που παραμένει ως και σήμερα.

 

Χρυσή Άρκτος
Το κορυφαίο βραβείο του φεστιβάλ έτοιμο να γνωρίσει τον ιδιοκτήτη του

Με τη  διεθνή αναβάθμιση της Μπερλινάλε αναγκαστικά έπρεπε να επέλθει και η ανάλογη αναβάθμιση στα απονεμόμενα βραβεία της. Ούτως ειπείν,την ίδια χρονιά  το βραβείο της Αργυρής Άρκτου έπαψε να δίνεται στη δεύτερη καλύτερη ταινία,αλλά αποσχίστηκε τελείως από τη «μεγάλη της αδελφή»- τη Χρυσή Άρκτο- και  άρχισε να απονέμεται στον καλύτερο σκηνοθέτη, α’ ανδρικό και γυναικείο ρόλο. Έπαψε να  τιμάται μόνο η ταινία στο σύνολό της και ο παραγωγός αυτής , αλλά αναγνωρίστηκαν και πλέον βραβεύονται και οι ξεχωριστές πτυχές που απαρτίζουν κάθε ταινία.

Κάποιες  γνωστότερες στο ευρύ κοινό σπουδαίες ταινίες, που τιμήθηκαν με το κορυφαίο βραβείο της Χρυσής Άρκτου, είναι οι ακόλουθες: « Οι 12 ένορκοι» , « Άγριες φράουλες», « Ο άνθρωπος της βροχής», « Λογική και ευαισθησία», « Η λεπτή κόκκινη γραμμή», “Magnolia”.

Μπερλινάλε – Κατηγορίες ταινιών

Η Μπερλινάλε περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες ταινιών, διαφορετικές μεταξύ τους, τις σημαντικότερες από τις οποίες θα αναφέρουμε παρακάτω:

  • Διαγωνισμός: Στην κατηγορία αυτή διαγωνίζονται ολοκληρωμένες ταινίες και προβάλλονται νέες παραγωγές από όλα τα μέρη του κόσμου. Είναι η κατηγορία με την περισσότερη λάμψη, αφού όλα τα μεγάλα και διάσημα ονόματα του χώρου επιλέγουν και τιμούν το φεστιβάλ είτε με τη συμμετοχή τους είτε απλά με την εμφάνισή τους.
  • Πανόραμα: Ανεξάρτητες ως επί το πλείστον παραγωγές, νεωτεριστικού τύπου, που πραγματεύονται κατά βάση αμφιλεγόμενα και ριζοσπαστικά θέματα.
  • Φόρουμ: Πειραματικές ταινίες, ντοκυμαντέρ πολιτικού και μη περιεχομένου με εκφραστές κυρίως νέους εκπροσώπους του χώρου.
  • Ταινίες μικρού μήκους: ριζοσπαστικές προσεγγίσεις για επίκαιρα ζητήματα απασχολούν συνήθως τις ταινίες της κατηγορίας.
Αφίσα της Μπερλινάλε
Το νόημα όλου του φεστιβάλ σε μια αφίσα
  • Γενιά: Ταινίες για τις νεώτερες ηλικίες. Είτε στρέφονται γύρω από παιδιά είτε και οι ίδιοι οι δημιουργοί μπορούν να ανήκουν σε μικρότερες ηλικίες.
  • Perspektive Deutsches Kino: Γερμανικές ταινίες που αποτελούν το μέλλον του γερμανικού κινηματογράφου όπως παρουσιάζονται από τη νέα γενιά δημιουργών.
  • Αναδρομή- Homage: Αφιέρωμα σε ταινίες παλαιότερες συγκεκριμένης κατηγορίας. Κάθε χρόνο το θέμα που γιορτάζεται είναι διαφορετικό, με το κυριάρχο θέμα στη Μπερλινάλε του 2017 να είναι οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Στο Homage τώρα το αφιέρωμα αφορά σημαντικούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς και άλλα σημαίνοντα πρόσωπα του χώρου.
Ταλέντα της Μπερλινάλε-Ευρωπαϊκή κινηματογραφική αγορά

Κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια ζωής της Μπερλινάλε, ένα χειμερινό σχολείο ανοίγει τις πόρτες του και υποδέχεται νέα ταλέντα, προερχόμενα από τον κινηματογραφικό χώρο και τη δραματουργία, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Τα άτομα που γίνονται δεκτά φτάνουν τα 250 ετησίως και απολαμβάνουν ιδιαίτερα προνόμια, όπως να διδάσκονται σε εργαστήρια από φτασμένους καλλιτέχνες και δημιουργούς, να παρακολουθούν σεμινάρια, αλλά και να παρουσιάζουν οι ίδιοι τη δική τους δουλειά μπροστά σε επαγγελματίες.

Κάποια από τα γνωστά ονόματα, που έχουν τιμήσει τα ταλέντα της Μπερλινάλε με την παρουσία τους, είναι οι Paul Verhoeven, Holly Hunter, Isabella Rossellini, Tilda Swinton κ.ά.

 

Αστέρες στο φεστιβάλ
Πανοραμική λήψη διαφόρων αστέρων ενώ καταφθάνουν στη Μπερλινάλε

Κάποιες από τις εργασίες των συμμετεχόντων που ξεχωρίζουν παραδίδονται για παρουσίαση στην αγορά συμπαραγωγής της Μπερλινάλε, όπου και έχουν τη δυνατότητα χρηματοδότες και παραγωγοί να γνωρίσουν το νέο αίμα στον κινηματογράφο και να προχωρήσουν, εάν φυσικά το κρίνουν σκόπιμο, στη χρηματοδότηση κάποιας ελπιδοφόρας εργασίας.

Εκτός όμως από τον ιδεαλισμό, στον κινηματογράφο κυριαρχεί και η ανάγκη εμπορευματοποίησης της δημιουργίας. Άλλωστε χωρίς την απαραίτητη χρηματοδότηση ένα αριστούργημα δε θα βρει ποτέ το δρόμο του από το συρτάρι στη μεγάλη οθόνη. Με αυτό το σκεπτικό η Μπερλινάλε κινήθηκε ώστε μέσα από την ευρωπαϊκή κινηματογραφική αγορά να φέρει σε επαφή παραγωγούς, σπόνσορες, εταιρείες διανομής με δημιουργούς που ενδιαφέρονται  να διαπραγματευθούν τα δικαιώματα των έργων τους,  να τα πουλήσουν ή απλά να παραχωρήσουν μέρος των δικαιωμάτων τους αυτών σε μεγάλες εταιρείες παραγωγής.

Ελληνική πορεία στο φεστιβάλ

Η Ελλάδα δε θα μπορούσε να απόσχει από αυτή τη φαντασμαγορική γιορτή του κινηματογράφου. Μετράει 100 συμμετοχές στο διαγωνισμό, είτε καθαρής ελληνικής παραγωγής είτε συμπαραγωγής με άλλη χώρα, έχοντας κατορθώσει να αποσπάσει 5 βραβεία στα 65 χρόνια ζωής της Μπερλινάλε. Ο Νίκος Κούνδουρος το 1965 έφυγε  με το βραβείο της Αργυρής Άρκτου στην αγκαλιά του για την καλύτερη σκηνοθεσία στην ταινία του «Μικρές Αφροδίτες», ενώ η ταινία του Κώστα Φέρρη « Ρεμπέτικο», του 1984, απέσπασε το βραβείο της Αργυρής Άρκτου.

Η Κληρονόμος- σκηνή ταινίας
Οι πρωταγωνιστές φωτογραφίζονται για την ταινία

Σειρά άρθρων, βιβλίο, θεατρικό έργο, κινηματογραφική ταινία. «Η κληρονόμος» είναι μια δραματική αισθηματική ταινία του 1949 που πραγματεύεται την αιώνια διαμάχη έρωτα- χρήματος. Η Olivia de Havilland και ο Montgomery Clift έχουν αναλάβει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του αριστοτέχνη William Wyler.

Περίληψη:

Μέσα 19ου αι. Νέα Υόρκη… H Catherine Sloper( Olivia de Havilland) είναι μια αθώα και αφελής κοπέλα χωρίς επιτυχία στο άλλο φύλο, αλλά με πολλή περιουσία. Κατά την έξοδό της σε χορό γνωρίζει το φτωχό γόητα Morris Townsend( Montgomery Clift). Ξαφνιασμένη από το ενδιαφέρον του δεν αργεί να τον ερωτευτεί και να δεχθεί την πρόταση γάμου που της κάνει. Ο γιατρός όμως και πατέρας της Austin Sloper( Sir Ralph Richardson), βέβαιος καθώς είναι για τα τυχοδιωκτικά αισθήματα του Morris, διαφωνεί ριζικά με αυτόν το γάμο και επιδιώκει να κρατήσει το ζευγάρι μακριά. Παίρνει την Catherine σε εξάμηνο ταξίδι στην Ευρώπη θεωρώντας ότι η απόσταση και ο χρόνος θα φανερώσουν αυτό που πραγματικά είναι ο Morris… ένας προικοθήρας . Παρά τις προσπάθειές του, όμως, το ζευγάρι ξανασμίγει, αλλά μήπως τελικά είχε δίκιο ο αυταρχικός πατέρας;

Το ταξίδι μιας ιστορίας:

Το κοινό ήρθε πρώτη φορά σε επαφή με την ιστορία της « Κληρονόμου» το 1880. Ο δημιουργός και εμπνευστής της Henry James, θέλοντας να εξιστορήσει μια κωμικοτραγική ιστορία αγάπης, ξεκίνησε να εκδίδει σειρά άρθρων από τον Ιούνιο μέχρι και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους στα περιοδικά “Cornhill Magazine” και “Harper’s New Monthly Magazine”. Δεν ήταν παρά λίγο καιρό μετά, και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 1880, που η εκδοτική εταιρεία Harper & Brothers  αποφάσισε να συγκεντρώσει όλα τα άρθρα και να τα ενώσει σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο που τιτλοφορήθηκε « Πλατεία Ουάσινγκτον».

Το 1947, το θεατρικό συγγραφικό δίδυμο Ruth και Augustus Goetz, αποφασίζουν να ανεβάσουν την ιστορία του βιβλίου στο θεατρικό σανίδι διατηρώντας μεν τον τίτλο τροποποιώντας, όμως, το τέλος. Καθώς το κοινό δεν αποδέχθηκε θερμά την αλλαγή αυτή, το συγγραφικό δίδυμο αποφάσισε να ξαναπαρουσιάσει το έργο στο Μπροντγουέι αυτή τη φορά, αφού πρώτα είχε φροντίσει να επαναφέρει την ιστορία στην πρωτότυπη της μορφή φέρουσα τον τίτλο « Η Κληρονόμος».

 

Η Κληρονόμος- Αφίσα ταινίας
Η Κληρονόμος- Αφίσα της ταινίας με τους O. de Havilland και M. Clift

Εκεί στο Μπροντγουέι ήταν που η Olivia de Havilland πρωτογνώρισε την τραγική αυτή αισθηματική ιστορία. Ενθουσιασμένη καθώς ήταν από το έργο, παρότρυνε το σκηνοθέτη William Wyler να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνίστρια –ποια άλλη;- την ίδια. Πράγματι ο σκηνοθέτης ξεκίνησε αμέσως τις διαδικασίες , αγοράζοντας πρώτα τα δικαιώματα και προσλαμβάνοντας ως σεναριογράφους τους ίδιους τους θεατρικούς συγγραφείς που θα αναλάμβαναν πλέον τη δημιουργία του σεναρίου και την απαραίτητη προσαρμογή του.

Ο σκηνοθέτης:

Ο William « ενενήντα λήψεις» Wyler- παρατσούκλι που του απέδωσαν άνθρωποι του χώρου- δεν είναι ένας συνηθισμένος σκηνοθέτης. Επίμονος, επιλεκτικός στην επιλογή των σεναρίων, πρωτοπόρος στη χρήση της κάμερας. Κάθε σκηνή γυρίζεται αμέτρητες φορές – εξ ού και το παρατσούκλι-, κάθε ταινία είναι σχολαστικά επεξεργασμένη προσφέροντάς της μακροζωία. Τελειομανία που ίσως οφείλεται στη γερμανική καταγωγή του∙ κατάφερε όμως να του χαρίσει τρία βραβεία Όσκαρ στην καριέρα του, αλλά και να τον κάνει το σκηνοθέτη με τις περισσότερες υποψηφιότητες για Όσκαρ σκηνοθεσίας( 12 στο σύνολο). Βασίζει τη σκηνοθεσία του στην ακρίβεια και την ευαισθησία  κάνοντας τις ταινίες του πιο προσωπικές. Θέλει τα έργα του να έχουν βάθος εφιστώντας την προσοχή του όχι μόνο σε ό,τι πρέπει να μας δείξει αλλά κυρίως σε ό,τι πρέπει να νιώσουμε.

Έτσι, λοιπόν, και στο « Η Κληρονόμος», μια ταινία που είναι κατά βάση αισθηματική, φροντίζει να μην αναλώνεται στην αισθηματική ανάλυση. Προτιμά από λεπτότητα να αφήσει κάποια πράγματα ανείπωτα δίνοντας το δικαίωμα στον θεατή να τα εκλάβει όπως εκείνος τα αντιλαμβάνεται. Επιλέγει και δεν μας ξεκαθαρίσει εν προκειμένω αν τα αισθήματα του Clift είναι ειλικρινή ή τυχοδιωκτικά.

 

Η Κληρονόμος-Παρασκήνια
Πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτης μοιράζονται γενέθλια και κόβουν την τούρτα

Μας επιτρέπει όμως να παρατηρήσουμε την αλλαγή που μπορεί να προξενήσει σε μια άδολη κοπέλα από τη μία η πατρική απόρριψη από την άλλη η ερωτική εκμετάλλευση. Παύει να είναι καταδεκτική, σκοτεινιάζει, απομονώνεται. «Γυρίζει την πλάτη» στον ετοιμοθάνατο πατέρα της, κλειδώνει έξω από το σπίτι τον μετανιωμένο(;) εραστή. Θα ζήσει τη ζωή της μόνη της με τα λεφτά της προστατευμένα, αλλά με το κρεββάτι της άδειο. Δεν επέλεξε αυτόν το δρόμο, αλλά αυτόν θ’ ακολουθήσει.

Πάντα πρωτοπόρος, στο κλείσιμο της ταινίας ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.. Δεν τελειώνει την ιστορία με πλάνο που ξεμακραίνει. Αφού μας δείξει τη σκληρή πλέον( « έχει μάθει από τον καλύτερο!») de Havilland να ανεβαίνει αγέρωχα τη σκάλα, η κάμερα παραμένει κολλημένη στον απελπισμένο Clift που χτυπάει μανιωδώς την εξώπορτα μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Ίσως η τιμωρία του δεν τελειώνει όταν τελειώνει το φιλμ κάνοντάς μας να αισθανθούμε δικαίωση. Μια δικαίωση όμως που δεν καταφέρνει να διώξει την πίκρα από το στόμα μας.

Αγάπη vs χρήματος:

Αγγελικό πρόσωπο, ειλικρινής ματιά, γνήσιο χαμόγελο. Τα φυσικά αυτά χαρακτηριστικά  « αναγκάζουν» την de Havilland να αναλαμβάνει αθώους ρόλους. Με φυσική ευκολία αποτυπώνει στο ακέραιο το εύθραυστο του χαρακτήρα τους. Τέτοιος ρόλος είναι και στο « Η Κληρονόμος» η Catherine Sloper. Άχρωμη και άχαρη νεανίδα βρίσκεται υπό τη φροντίδα του δεσποτικού πατέρα της.  Κορίτσι χωρίς ιδιαίτερη φυσική ομορφιά, πάσχει στις κοινωνικές συναναστροφές. Αισθάνεται πιο καλά στο δωμάτιό της κάνοντας πιθανές συζητήσεις με τον εαυτό της, παρά όταν είναι σε συνύπαρξη με άλλους. Δυσκολεύεται, κομπλάρει κάνοντας τους άντρες είτε να την αποφεύγουν είτε απλά να μην την προσέχουν. Υστερεί, δυστυχώς όμως, και στα αναγκαία χαρίσματα των κοριτσιών της εποχής. Τι κι αν ο πατέρας της την πήγε σε σχολές χορού και μουσικής; Να χορέψει καλά δεν μπορεί, να παίξει πιάνο αδυνατεί.

Χωρίς να έχει γνωρίσει το φλερτ, ξαφνιάζεται από το ερωτικό ενδιαφέρον του επίδοξου μνηστήρα Clift. Αφήνεται χωρίς δεύτερη σκέψη και επιτρέπει στα συναισθήματά της να κυριαρχήσουν. Γι’ αυτόν τον άντρα είναι διατεθειμένη να πάει κόντρα στον πατέρα της, το άτομο που αποτελεί τη μόνη ουσιαστική επαφή που έχει με το άλλο φύλο, που μεταξύ μας δεν λογίζεται ως η καλύτερη.

 

Η Κληρονόμος- Βραδιά Όσκαρ
Η Olivia de Havilland νικήτρια της 23ης απονομής των Όσκαρ

Μια αληθινή σύμμαχο έχει, τη Miriam Hopkins. Είναι η καλοκάγαθη πενθούσα θεία που κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της, για να κρατήσει το ζευγάρι μαζί. Την αλήθεια τη νιώθει, αλλά προτιμά να έχει η ανιψιά της ένα γάμο χωρίς αγάπη παρά μια ζωή μοναχική. Προκειμένου να το πετύχει αυτό, επιλέγει να ξαναφέρει στο δρόμο της de Havilland τον παλιό αγαπημένο της άθελά της οδηγώντας την στον οριστικό αποχαιρετισμό.

Η αποπνέουσα καλοσύνη της de Havilland τής επέτρεψε να αγκαλιάσει το ρόλο με στοργή. Το ταλέντο της όμως ήταν αυτό που τον απογείωσε. Χρειάζεται μια μεγάλη ηθοποιό και καθόλου προσπάθεια για να εξελιχθεί φυσικά η πλήρης μεταστροφή στο χαρακτήρα. Τέτοια είναι η de Havilland. Ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι το έργο το αγάπησε αμέσως ∙ ίσως στο ότι αντιλήφθηκε την ψυχοσύνθεση του ρόλου μονομιάς. « Η Κληρονόμος» είναι η ταινία που της προσφέρει όσα θέλει∙ αδιαμφισβήτητη καταξίωση, δεύτερο βραβείο Όσκαρ∙ μόνο ένα δεν της προσέφερε… να έχει για συμπρωταγωνιστή της το συχνό παρτενέρ της Errol Flynn( « Οι περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών», « Μοντέρνος Καζανόβας», “ Dodge City” κ.ά.).

Ο Montgomery Clift, ο ηθοποιός με τα λεπτά χαρακτηριστικά και την προσεγμένη φιγούρα, υποδύεται τον πρωταγωνιστικό ανδρικό ρόλο. Ένα ρόλο που αντιπαθεί, με μια συμπρωταγωνίστρια που δεν εγκρίνει, υποκριτικά τουλάχιστον. Ως γνήσιος επαγγελματίας παραμερίζει όσο μπορεί την εμφανή δυσαρέσκειά του και αφήνει το νατουραλιστικό υποκριτικό του στυλ να μιλήσει γι’ αυτόν. Τεχνικά είναι άριστος, αισθηματικά κάποιες φορές μονότονος. Το όμορφο του πρόσωπο  « φωνάζει» ειλικρίνεια. Νιώθουμε ότι την αγαπά, θέλουμε να την αγαπά, και γι’ αυτό άλλωστε η απογοήτευσή μας μεγαλώνει όταν, ενώ η ώρα περνά, συνειδητοποιούμε ότι δε θα επιστρέψει. Η προίκα ήταν ο σκοπός, στην προίκα στόχευε, ενώ έλεγε τα ωραιοποιημένα λόγια αγάπης.

 

Η Κληρονόμος- Σκηνή ταινίας
Πατέρας και κόρη συζητάνε

Ο  Sir Ralph Richardson στον πρώτο του χολυγουντιανό ρόλο κλέβει τις εντυπώσεις. Είναι ο σκληρός και  απόμακρος πατέρας. Είναι το εμπόδιο στην «ευτυχία» της κόρης του. Όχι γιατί προσπαθεί  να προστατεύσει την ίδια, αλλά τα λεφτά του. Την κόρη ίσως δεν την αγάπησε ποτέ. Δε μπορούσε ίσως να της συγχωρήσει ότι δεν κατόρθωνε να φτάσει την εξιδανικευμένη εικόνα της νεκρής γυναίκας του. Είναι τόσο αδιανόητα αδιάφορος που δε διστάζει να ξεστομίσει την αλήθεια του για το πώς πραγματικά την βλέπει. Εμφανισιακά υποδεέστερη, πνευματικά ανεπαρκή, κοινωνικά «ανάπηρη», πρόθυμο θύμα. Ένα μόνο χάρισμα της αναγνωρίζει… το κέντημα!

« Η Κληρονόμος» προτάθηκε για οκτώ βραβεία Όσκαρ( α΄ γυναικείου ρόλου, πρωτότυπης μουσικής επένδυσης, καλλιτεχνικής διεύθυνσης- σκηνικών σε ασπρόμαυρη ταινία, ενδυματολογίας σε ασπρόμαυρη ταινία, ταινίας, σκηνοθεσίας, β΄ ανδρικού ρόλου, διεύθυνσης φωτογραφίας σε ασπρόμαυρη ταινία) καταφέρνοντας τελικώς να κερδίσει στις τέσσερις πρώτες κατηγορίες.

Trailer ταινίας:

« Η Κληρονόμος»: Πληροφορίες ταινίας:
  •  Σκηνοθεσία: William Wyler
  • Σενάριο: Ruth Goetz, Augustus Goetz
  • Πρωταγωνιστές:  Olivia de Havilland, Montgomery Clift, Sir Ralph Richardson, Miriam Hopkins
  • Έτος παραγωγής: 1949
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Στούντιο παραγωγής: Paramount Pictures
  • Μουσική: Aaron Copland
  • Διάρκεια: 115’
  • imdb
  • filmsite
  • tcm

Σκηνή της ταινίας
Η απειλητική φιγούρα του Mitchum κάνει την εμφάνισή της οδηγώντας τα παιδιά ξανά στη φυγή

Ο «Θανατοποινίτης με το σημάδι», γνωστή με τα χρόνια και την ακριβή μετάφραση του τίτλου « Η νύχτα το κυνηγού», είναι κυρίαρχα μία ταινία τρόμου που προβλήθηκε το 1955 με έντονα στοιχεία ασπρόμαυρων αντιθέσεων που υποβοηθούν στο να χαρακτηριστεί και ως φιλμ νουάρ. Κυνισμός, μισανθρωπισμός, ιδιοτέλεια, απληστία, διαφθορά, κεκαλυμμένη θρησκευτική πίστη και ένας από τους πιο χαραγμένους στη μνήμη κακούς χαρακτήρες της μεγάλης οθόνης .

Σύνοψη:

Ο Harry Powell (Robert Mitchum) είναι ένας αυτόκλητος ιεροκήρυκας με χαραγμένες με δερματοστιξία στις αρθρώσεις των δακτύλων του τις λέξεις « Αγάπη» και « Μίσος». Προσεγγίζει χήρες με αποκλειστικό σκοπό το οικονομικό όφελος χωρίς να διστάζει να τις σκοτώσει. Παράλληλα ο Ben Harper( Peter Graves) κατά τη διάρκεια ληστείας τραπέζης σκοτώνει δύο άτομα και προσπαθεί να διαφύγει με τα λάφυρα. Πριν συλληφθεί, ορκίζει τα παιδιά του  να μην αποκαλύψουν πού έκρυψε τις 10.000 δολάρια, ούτε καν στην ίδια τη μητέρα τους και ζητά από τον γιο John( Billy Chapin) να προστατεύει την μικρότερη αδελφή του Pearl( Sally Jane Bruce).  Τυχαία και για άλλο παράπτωμα τώρα ο Harry Powell κλείνεται προσωρινά σε σωφρονιστικό ίδρυμα και βρίσκεται συγκρατούμενος με τον Ben Harper που έχει πλέον καταδικαστεί σε θάνατο διά απαγχονισμού. Με την έξοδό του από τη φυλακή ξεκινά ο ιεροκήρυκας το κυνήγι του καταφθάνοντας στην πόλη κερδίζοντας αμέσως τους πάντες, όπως και την εύπιστη χήρα του Ben, Willa(Shelley Winters). Μόνο ένας είναι καχύποπτος ο John που στέκεται εμπόδιο ανάμεσα στον φανατικό ιερέα και τα χρήματα.

 

Ο Θανατοποινίτης με το σημάδι- σκηνή ταινίας
Η Winters λίγο πριν το θάνατό της από το χέρι του ιερέα-συζύγου της Mitchum
Ο Σκηνοθέτης:

Επηρεασμένος σημαντικά από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσα στις αντιθέσεις ο διάσημος ηθοποιός- καρατερίστας  Charles Laughton ξεδίπλωσε στον« Θανατοποινίτη με το σημάδι»  με απλότητα το ανατριχιαστικό ταξίδι στον αμερικανικό Νότο δύο νεαρών παιδιών- αδελφών και την «αιώνια» πάλη του καλού με το κακό μέσα από την σκηνοθετική του αφήγηση. Διατηρώντας και προάγοντας την αμεροληψία στην σκηνοθεσία του αφιερώνει κινηματογραφικό χρόνο στην παρουσίαση των χαρακτήρων του. Δε μετράει εάν είναι μικροί οι ρόλοι ή όχι , ο σκηνοθέτης Laughton τούς συμπεριφέρεται ισάξια.  Ερχόμενος σε σύγκρουση με την γενικευμένη κοινωνική ηθική επιλέγει και προωθεί τον σατανικό Robert Mitchum. Είναι ο πρωταγωνιστής, είναι ο κακός, είναι η μία πλευρά στη ζυγαριά της ισορροπίας. Πρέπει να τον γνωρίσουμε, ακόμη και αν τον μισούμε από το πρώτο λεπτό της ταινίας. Πρόκειται για την πρώτη και τελευταία σκηνοθετική απόπειρα του Charles Laughton.

Ο σκηνοθέτης Laughton λυρικά και ξεκάθαρα πέτυχε τον σκοπό του∙ ανασηκωμένοι στις θέσεις μας παρακολουθούμε με αγωνία ένα μακάβριο αλλά συνάμα φανταχτερό εφιάλτη. Βασικό στοιχείο του « Θανατοποινίτη με το σημάδι» είναι η αιώνια πάλη του καλού με το κακό, που αποτυπώνεται καθόλη τη διάρκεια της ταινίας αλλά εντείνεται κυρίως στο τέλος όταν ο διαβολικός Mitchum συγκρούεται με την αγγελική Gish, που υποδύεται μια περασμένης ηλικίας γυναίκα που βάζει «κάτω από τις φτερούγες» της τα κατατρεγμένα παιδιά. Με θράσος και σιγουριά ο ιεροκήρυκας καιροφυλακτεί έξω από το σπίτι- καταφύγιο πλέον των παιδιών- περιμένοντας τη σωστή στιγμή της επίθεσης σαν αρπακτικό βυθισμένο στις σκιές της νύχτας. Αντίθετα, λουσμένη με φως η φοβισμένη Gish ψύχραιμα με το δάχτυλο στη σκανδάλη αναμένει τον αντίπαλο∙είναι αποφασισμένη να σώσει τα παιδιά με όποιο κόστος. Ανατριχιαστική είναι η στιγμή που τραγουδούν από κοινού οι δύο αντίπαλοι, ο ένας δυνατά και φαρισαϊκά,  η άλλη σιγά και ήρεμα τον ύμνο του 19ου αι. “Leaning on the everlasting arms”, αντικατοπτρίζοντας τους διαφορετικούς στόχους και θρησκευτικές προσεγγίσεις του καθενός. Ο ένας θεωρεί ότι εκπροσωπεί έναν θεό τιμωρό, η άλλη έναν Θεό φιλεύσπλαχνο και αγαθό.

 

Ο θανατοποινίτης με το σημάδι- Γυρίσματα ταινίας
Ο σκηνοθέτης Laughton «στα πατώματα» για μια καλύτερη λήψη

Η καλύτερη στιγμή στο σκηνοθετικό δημιούργημα του Laughton ο « Θανατοποινίτης με το σημάδι»είναι φυσικά η προσπάθεια των παιδιών και η φυγή τους με όπλο μια βάρκα κατά μήκος του ποταμού. Όλη η πανίδα τούς συντροφεύει στο ταξίδι τους και κατά έναν τρόπο  αντιπροσωπεύει τους ίδιους τους θεατές, που παρακολουθούν αποσβολωμένοι την απέλπιδα προσπάθεια των νέων προς τη σωτηρία. Περίεργα τοπία, τρεμάμενη ανά περιστάσεις κάμερα, συνεχές κοντράστ σκότους- φωτός εμπλουτίζουν το αγωνιώδες τους ταξίδι.

Με ιδιαίτερες λήψεις, μας κάνει να νιώθουμε από κοινού την κούραση των παιδιών και να γέρνουμε ασυναίσθητα κατάκοποι και εμείς για να ξεκουραστούμε μαζί τους. Παρατηρούμε στο στάβλο τα κορμάκια τους παραδομένα στην αγκαλιά του Μορφέα  με το φεγγάρι σε διάφορες θέσεις συντροφιά. Για λίγο, όμως, για πολύ λίγο∙ μία φιγούρα τραγουδώντας στο βάθος πλησιάζει με σιγουριά.

Οι Ηθοποιοί:

Ο Robert Mitchum με χαρακτηριστικό τη λοξή του ματιά με τα κατεβασμένα βλέφαρα(  παλαιός τραυματισμός στο μποξ) σημαδεύει την κινηματογραφική ιστορία με την εν λόγω ερμηνεία του.  Στον « Θανατοποινίτης με το σημάδι» μαγεύει την οθόνη ως ο ψυχωτικός ψευτοιερέας, κυριευμένος από φθόνο και ανίερη πίστη, και γίνεται ζωντανός εφιάλτης επί της οθόνης. Μισεί τις γυναίκες, απεχθάνεται το γεγονός ότι έλκεται και απωθείται ταυτόχρονα από αυτές  θεωρώντας όνειδος κάποια στενότερη επαφή μαζί τους. Με την απειλητική του φιγούρα και την άυπνη αλλά σταθερή του παρουσία μόνο συνεχίζει∙ δεν σταματά ποτέ. Δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς, δεν έχει συναίσθημα, δεν αφήνει τον εαυτό του να νιώσει, άλλωστε δεν μπορεί.

Η Shelley Winters επηρεασμένη από τις υποκριτικές συμβουλές του παλαιού της δάσκαλου- νυν σκηνοθέτη της Charles Laughton χωρίς φαμφάρες και υπερβολές μάς παρουσιάζει στο « Θανατοποινίτης με το σημάδι»το ρόλο της εύπιστης και ελεγχόμενης μητέρας των τέκνων. Υποδύεται ξεκάθαρα έναν άβουλο χαρακτήρα, το ξέρει, αλλά αφήνει σε εμάς την ελευθερία να κρίνουμε το ποιόν αυτού του ρόλου. Ακολουθεί τον νέο της σύζυγο τυφλά, δέχεται ενοχικά ό,τι της πει, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τα ίδια της τα παιδιά αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Δέχεται απλά τον επικείμενο θάνατό της, πιστεύοντας ότι έτσι αγγίζει την τέλεια γυναικεία εικόνα για τον άντρα της.

 

Στιγμιότυπο της ταινίας
Η Gish στο φως και ο Mitchum στο σκοτάδι πριν την τελική σύγκρουση

Η Lillian Gish, μολονότι σημαντική σταρ του βωβού κινηματογράφου, κατάφερε και έζησε μία δεύτερη περίοδο δόξας με τους ομιλούντες ρόλους της, συμπεριλαμβανομένου και αυτού στον « Θανατοποινίτης με το σημάδι» . Είναι χαρισματική ηθοποιός και ο λόγος την βοηθάει και της ταιριάζει. Η εμφάνισή της είναι εύθραυστη  αλλά καθοριστική∙ η ερμηνεία της υπερβατική. Είναι η καλοκάγαθη Rachel Cooper που περιμάζεψε τα παιδιά και αποφάσισε να τα προστατεύσει από τον κακό. Άλλωστε είναι η μόνη ενήλικη που δεν εντυπωσιάζεται από τα γεμάτα λόγια του και αμέσως σχεδόν καταλαβαίνει την ψεύτικη ιδιότητα του ιεροκήρυκα και το προσεκτικά βαλμένο προσωπείο.

Στον « Θανατοποινίτη με το σημάδι» την παράσταση κλέβουν όμως και τα δύο μικρά παιδιά που πλαισιώνουν τους πρωταγωνιστές. Ο Billy Chapin, με αέρα ενηλίκου προστατεύει και φυλάει την μικρή αδελφή του τιμώντας τον όρκο που έδωσε στον εκλιπόντα πατέρα του. Με αυξημένη αντίληψη και ανεπτυγμένο το ένστικτο, αντιλαμβάνεται αστραπιαία τον επικείμενο κίνδυνο κάνοντας ό,τι μπορεί, για να γλυτώσει. Δεν εφησυχάζει, δε στέκεται, πρέπει να βρίσκεται πάντα ένα βήμα πιο μπροστά από τον εχθρό που τους ακολουθεί μανιωδώς για να βρει τα κρυμμένα στην κούκλα χρήματα .

Ο Θανατοποινίτης με το σημάδι- Κατακλείδα:

Το σενάριο της ταινίας το επιμελήθηκε ο έμπειρος James Agee με τη βοήθεια του ίδιου του Laughton παρότι δεν αναφέρεται στους τίτλους. Είναι βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 1953 που έγραψε ο Davis Grubb. Η ιστορία εμπνέεται από πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στη Δυτική Βιρτζίνια και ανθρώπους, τον περιβόητο Harry Powers που συνελήφθη και εκτελέστηκε για τον φόνο δύο χηρών και τριών παιδιών.

Άλλος ένας που δεν περιελήφθη στους τίτλους για την εργασία που παρέσχε στον« Θανατοποινίτης με το σημάδι» ήταν και ο ίδιος ο Mitchum. Σκηνοθέτησε αρκετές από τις σκηνές που περιλαμβάνουν τα παιδιά. Ο λόγος για αυτή την συνδρομή είναι απλός∙ ο Laughton αντιπαθούσε σφόδρα γενικά τα παιδιά και δεν άντεχε να βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί τους. Ο Mitchum που ήταν πεπειραμένος πατέρας δέχθηκε να βοηθήσει ώστε να βγει η ταινία από το πρόσκομμα.

Έκπληξη απετέλεσε για κάποιους, και για τον ίδιο τον σκηνοθέτη ακόμη, το ότι η ίδια η σύζυγος του Elsa Lanchester -που θεωρείτο ότι θα ερμήνευε τον ρόλο που υποδύθηκε τελικώς η Gish- για λόγους ανεξήγητους αποχώρησε από την ταινία.

 

Στα παρασκήνια της ταινίας ο Θανατοποινίτης με το σημάδι
Ο σκηνοθέτης Laughton με τον πρωταγωνιστή Mitchum «τα λένε» στα γυρίσματα

Πολλοί ήταν οι ηθοποιοί που θεωρούσε ταιριαστούς για τον πρωταγωνιστικό ρόλο ο σκηνοθέτης, με πρώτο και καλύτερο τον Gary Cooper( παρότι ο ηθοποιός είχε αμφιβολίες). Η τελική επιλογή του όμως καθορίστηκε κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής συνομιλίας: ο Laughton αναφερόμενος στο θέμα της ταινίας, χαρακτήρισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο ως ένα ασυγχώρητο, απόλυτο σκ@τό. Τότε αυθόρμητα ο Mitchum ανταπάντησε « Παρών!».

Ο Mitchum ξαφνιάστηκε με την επιλογή της Winters. Όταν λοιπόν ρώτησε πώς και κατέληξε σε αυτήν την επιλογή, ο Laughton  εξήγησε αποστομωτικά ότι ήταν η μόνη που μπορούσαν να « κλείσουν» με 25.000 δολάρια!!

Τέλος, η ταινία επικρίθηκε έντονα, όταν βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, τόσο από κριτικούς όσο και από το κοινό. Λόγω αυτής της αποδοκιμασίας, ο Laughton δεν σκηνοθέτησε ποτέ άλλη ταινία, απλά αρκέστηκε στο να ξεδιπλώνει το σκηνοθετικό του ταλέντο στο θέατρο. Πλέον όμως ο « Θανατοποινίτης με το σημάδι» έχει αναγνωριστεί και επάξια θεωρείται μία από τις ταινίες που κάθε άνθρωπος πρέπει να δει έστω μία φορά στη ζωή του.

Αν αρκεί μία απόπειρα για να χαρακτηριστεί κάποιος σκηνοθέτης, τότε ο Charles Laughton αξίζει αδιαμφισβήτητα τον τίτλο.

Trailer Ταινίας:

 

 

Πληροφορίες ταινίας:
  • Σκηνοθεσία: Charles Laughton, Robert Mitchum
  • Σενάριο: James Agee, Charles Laughton
  • Πρωταγωνιστές: Robert Mitchum, Shelley Winters, Lillian Gish
  • Έτος παραγωγής: 1955
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Στούντιο παραγωγής: United Artists
  • Μουσική: Walter Schumann
  • Διάρκεια: 92’
  • imdb
  • roger ebert
  • telegraph uk

 

Συνέβη μια νύχτα- Σκηνή του ωτοστόπ
C.Gable και C.Colbert με το δάκτυλο τεντωμένο ελπίζουν να σταματήσει έστω ένας οδηγός

Το « Συνέβη μια νύχτα» ( στην Ελλάδα αρχικώς προβλήθηκε με τον τίτλο « Νέα Υόρκη- Μαϊάμι») είναι μια φαρσοκωμωδία του 1934 που φέρει την υπογραφή του μεγάλου σκηνοθέτη Frank Capra. Γέλιο, χιούμορ, γρήγοροι διάλογοι και μια αξιοθαύμαστη χημεία των δύο πρωταγωνιστών Clarke Gable και Claudette Colbert.

Σύνοψη:

Η Ellen Andrews ( Claudette Colbert) είναι μια κακομαθημένη πλούσια νέα, που στην προσπάθειά της να επαναστατήσει παντρεύεται τον King Westley ( Jameson Thomas), έναν άντρα ενάντια στη θέληση του πατέρα της. Ενώ προσπαθεί ανεπιτυχώς να καταφέρει τον πατέρα της να δεχθεί τον νέο της σύζυγο, το σκάει μακριά. Στη φυγή της αυτή βρίσκει έναν απρόσμενο σύμμαχο τον Peter Warne ( Clarke Gable), έναν μαχόμενο δημοσιογράφο. Ο ίδιος έχοντας αντιληφθεί το λαυράκι που του έχει σκάσει στην αγκαλιά του, δέχεται να βοηθήσει την Ellen να σμίξει με το σύζυγό της με ένα  αντάλλαγμα όμως…την αποκλειστικότητα! Το ταξίδι τους αποδεικνύεται περιπετειώδες και συναρπαστικό. Χρήματα κλέβονται, λεωφορεία χάνονται, αυθόρμητες παραστάσεις δίνονται, για να ξεφύγουν από ντετέκτιβ. Όλα αυτά βέβαια οδηγούν σε ένα σίγουρο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα…τον έρωτα.

Ταινία:

Αριστούργημα της εποχής του το « Συνέβη μια νύχτα»  είναι μια ρομαντική κωμωδία καταστάσεων που βασίζεται κυρίως στους ιδιαίτερους χαρακτήρες τους. Ανήκει στην κατηγορία της φαρσοκωμωδίας( screwball)- είδος που κυριάρχησε έντονα στις δεκαετίες ’30 και ’40- και μάλιστα θεωρείται μία από τις πρωτοπόρες. Το σενάριο της ταινίας, που επιμελήθηκε ο Robert Riskin, βασίζει την ιδέα του σε μια σύντομη ιστορία του Samuel Hopkins Adams με τίτλο “ Night Bus” που δημοσιεύθηκε στο Cosmopolitan. Ο Riskin περίτεχνα δημιούργησε ένα ευφάνταστο σενάριο, γρήγορο με πνευματώδεις και δηκτικούς – ανά περιπτώσεις- διαλόγους, που απογειώνουν την ταινία μέχρι τους τίτλους τέλους.

Ο σκηνοθέτης Frank Capra, γέννημα του βωβού κινηματογράφου, διατηρώντας έναν εμφανή σεβασμό για τα πεπερασμένα, μεταπήδησε με ορμή στον ομιλούντα εξελιγμένος προφανώς τεχνικά. Κύρια μέριμνά του είναι να ανάγει τους πρωταγωνιστές τους ( εδώ τον Gable) σε αμερικανικά πρότυπα ανδρός. Ο αμερικανός Gable είναι ο ήρωας, αυτός που βοηθάει την « ανυπεράσπιστη» γυναίκα∙ δεν μας νοιάζει που έχει αρχικά ως απώτερο σκοπό την προώθηση της καριέρας του. Είναι ο μόνος που δεν υπολογίζει τον  βρετανό « αντίπαλο» του Thomas και που δεν εντυπωσιάζεται από τη φήμη του. Άλλωστε μέσα από τη ματιά του Capra ο ένας φαντάζει αρρενωπός και ο άλλος( μέσα στον ελάχιστο χρόνο που του αφιερώνεται) αφανής και άχρωμος.

Συνέβη μια νύχτα- Πίσω από τις κάμερες
Ο σκηνοθέτης F. Capra δημιουργεί πίσω από την κάμερα

Προάγει προσεκτικά τις διαπροσωπικές σχέσεις τυλίγοντάς τες σε πέπλο ανθρωπιάς∙ μπορεί και είναι διακριτή η διαφορά στην κοινωνική υπόσταση των πρωταγωνιστών. Όσο προχωράει όμως το « Συνέβη μια νύχτα», η διαφορά αυτή αρχίζει και φθίνει χάνοντας τη σημασία της και μάλιστα κλιμακωτά προβάλλει το αλλόφρον ως το ιδανικό του ερωτικού προτύπου. Τι και αν η Colbert είναι η καλομεγαλωμένη πλούσια κληρονόμος, ο Gable είναι ο μαχόμενος μεν άγνωστος δε επαγγελματίας δημοσιογράφος. Στο λεωφορείο που διασχίζει νυχτερινά τους δρόμους, όλες οι φιγούρες είναι ίδιες και όλες οι φωνές που τραγουδούν δεν ξεχωρίζονται, απλά ενώνονται σε μία. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως μας παρουσιάζει μια αλλιώτικη ιστορία Σταχτοπούτας από την ανάποδη.

Πάνω και πρώτα από όλα, όμως, πρόκειται για μια ταινία « δρόμου». Τα πάντα στηρίζονται στο ταξίδι. Εκεί γίνεται η γνωριμία, εκεί γίνεται το δέσιμο, εκεί γεννιέται ο έρωτας. Δεν χρειαζόμαστε καλοφτιαγμένα σκηνικά και εμβληματικές επαύλεις για να εντυπωσιαστούμε. Δεν χρειαζόμαστε ούτε καν αλλαγή γκαρνταρόμπας των ηθοποιών∙ φορούν τα ίδια για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Ο Capra δεν υποχωρεί∙ ο εξαιρετικός ρυθμός του υπερκεράζει την απουσία των περιττών. Με τη σωστή δόση χιούμορ και με σωστές λήψεις, που επικεντρώνονται κυρίως στους πρωταγωνιστές, μάς δίνει την ταινία που αποτελεί σημείο αναφοράς για όλες τις μεταγενέστερες του είδους.

Μολονότι θεωρείται ως ο σκηνοθέτης που υπερασπιζόταν τον καθωσπρεπισμό, μέσα από το « Συνέβη μια νύχτα» «ταρακούνησε τα νερά»  της επικρατούσας κοινωνικής ηθικής δύο φορές: πρώτα επέτρεψε να φανεί στην οθόνη γυμνόστηθος ο Gable, μετά από ένα άκρως περιγραφικό και λεπτομερέστατο στριπτίζ, κι ύστερα μας έδειξε το καλλίγραμμο πόδι της Colbert πάνω από το γόνατο στην αλήστου μνήμης σκηνή του ωτοστόπ.

Συνέβη μια νύχτα- Σκηνή ταινίας
Έκπληκτος ο Gable παρακολουθεί την Colbert να κάνει ωτοστόπ με τον δικό της τρόπο
Αρχικώς έτυχε, τελικώς πέτυχε:

Όλως περιέργως το πρωταγωνιστικό ζευγάρι  Gable- Colbert δεν αποτελούσε την πρώτη επιλογή του σκηνοθέτη. Ο ίδιος επιθυμούσε τους Robert Montgomery- Myrna Loy να ενσαρκώσουν τους κύριους χαρακτήρες. Οι ηθοποιοί όμως με την άρνηση τους στους ρόλους ανάγκασαν τον Capra να καταφύγει σε άλλη λύση.

Την Colbert την πρότεινε « κεφάλι» της Columbia Pictures. Η ίδια ήταν στην αρχή αρνητική λόγω της κακής της εμπειρίας στο παρελθόν με τον σκηνοθέτη. Είχαν συνεργαστεί στην πρώτη ταινία της ηθοποιού “ For the love of Mike”( 1927) που απετέλεσε παταγώδη αποτυχία κάνοντας έτσι την ηθοποιό να υποσχεθεί πως εκείνη ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που βρέθηκε με τον Capra. Χρησιμοποιώντας όμως αρκετή πειθώ το στούντιο τελικώς την έκλεισε για το « Συνέβη μια νύχτα», αφού πρώτα της διπλασίασε την αμοιβή και δεσμεύθηκε η παραγωγή να μην διαρκέσει παραπάνω από τέσσερεις εβδομάδες ούτως ώστε να μη διαταραχθεί το πρόγραμμα των διακοπών της Colbert.

Ο Gable από την άλλη, ο ηθοποιός που στα πρώτα βήματα της καριέρας του επικεφαλής της Warner Bros τον είχε χαρακτηρίσει « πίθηκο με αυτιά σαν ταξί με ανοικτές τις πόρτες»,  βρέθηκε στην ταινία από τιμωρία. Η MGM, η εταιρεία που είχε συμβόλαιο, δέχθηκε να τον « δανείσει» ως αντίποινα στην άρνησή του να συμπρωταγωνιστήσει σε ταινία με την σταρ του στούντιο Joan Crawford.

Έτσι  λοιπόν προέκυψε ένα από τα πιο ταιριαστά κινηματογραφικά ζευγάρια στην ιστορία της μεγάλης οθόνης.

Συνέβη μια νύχτα- Παρασκήνια ταινίας
Ο σκηνοθέτης και οι πρωταγωνιστές του πίσω από τις κάμερες σε διάλειμμα της ταινίας

Η Colbert με τρομερή ευκολία υποδύεται την κακομαθημένη κληρονόμο που « παίρνει τους δρόμους» για να ξανασμίξει με τον αγαπημένο της. Λίγο η κορμοστασιά της, λίγο το απαξιωτικό της βλέμμα, λίγο η αναίδεια προς τους τρίτους, μάς μαρτυρά την πλούσια καταγωγή της. Αντιμετωπίζει τον κόσμο σαν να υπάρχει, για να την υπηρετεί. Αυτό γνωρίζει άλλωστε.

Ο Gable τώρα με το βαρύ ανδρικό του παρουσιαστικό και με το χαρακτηριστικό πονηρό του χαμόγελο μάς μαρτυρά ότι η συμβίωση αυτή μόνο ρόδινη δε θα είναι. Αυτός γνωρίζει τον κόσμο- αυτή είναι στον δικό της κόσμο. Από την πρώτη συνάντηση το φυτίλι ανάβει κάνοντάς μας να περιμένουμε την έκρηξη. Και συμβαίνει∙ και είναι μαγική.

Βασικό συστατικό της μεταξύ τους χημείας είναι η έλξη και ο αισθησιασμός. Με εξαιρετική άνεση μεταξύ τους αφήνουν αβίαστα να ξεχυθεί η ερωτική επιθυμία τους με χάρη, παρότι δεν ανταλλάζουν στην οθόνη ούτε ένα φιλί! Επιθυμία που διακρίνεται έντονα έπειτα του αυτοσχέδιου καυγά τους ( στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τους ντετέκτιβ) δίνοντάς μας ίσως και μια γεύση του πώς θα είναι η μετέπειτα έγγαμη συμβίωσή τους. Αυτό το εντοπίζουμε στο σημείο που ο Gable σκύβοντας στα πόδια της Colbert κουμπώνει το πουκάμισό της χωρίς να προσπαθήσει να ρίξει μια άκομψη ματιά στο εκτεθειμένο ντεκολτέ της. Ο πόθος ναι μεν υπάρχει, αλλά προηγείται ο σεβασμός στη γυναικεία φύση. Πρέπει πρώτα να πέσουν «τα τείχη της Ιεριχούς»!!( η περίφημη κουβέρτα που βάζει ως διαχωριστικό ανάμεσα στα κρεββάτια).

Συνέβη μια νύχτα- Στιγμιότυπο ταινίας
Οι πρωταγωνιστές έτοιμοι για ύπνο με το «τείχος της Ιεριχούς» ανάμεσα τους

Υπέρμαχος της ανδρικής κυριαρχίας ο Gable έχει τον πρώτο λόγο. Σα δάσκαλος καθοδηγεί και μαθαίνει την Colbert( πώς π.χ να βουτάει σωστά τα ντόνατς στον καφέ) αλλά και την επιπλήττει, όταν χρειάζεται, με χτύπημα στα οπίσθια, περιπαικτικό πάντα και καθόλου σωβινιστικό. Δυστυχώς για τον ίδιο- και για τον ανδρικό του εγωισμό- οι προσπάθειές του δεν στέφονται συνέχεια με επιτυχία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή του ωτοστόπ. Με σιγουριά και φουσκωμένο στήθος o πρωταγωνιστής προχωρά στη διδαχή του σωστού δακτύλου, μόνο και μόνο για να μείνει με το δάκτυλο στο χέρι. Τα αυτοκίνητα δε σταματούν και τότε εμβρόντητος παρακολουθεί την  Colbert- με γνήσια γυναικεία σκέψη- απλά να σηκώνει τη φούστα της αφήνοντας να αποκαλυφθεί μέρος του μηρού της διδάσκοντας η ίδια με τη σειρά της ότι « το άκρο είναι δυνατότερο του δακτύλου». Η τόλμη της αυτή κατέταξε την πρωταγωνίστρια στις φεμινίστριες της εποχής μαζί με άλλα ηχηρά ονόματα της βιομηχανίας( B. Davis, B. Stanwyck, K. Hepburn).

Κι όμως συνέβη:

Η ταινία προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ( α’ ανδρικού ρόλου, α’ γυναικείου ρόλου, καλύτερης ταινίας, καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερου σεναρίου). Τα βραβεία αυτά θεωρούνται τα σημαντικότερα στην κινηματογραφική βιομηχανία και το « Συνέβη μια νύχτα» ήταν η πρώτη ταινία όχι μόνο που προτάθηκε για αυτά, αλλά και που τα κέρδισε κιόλας.

Χρειάστηκε να περάσουν 41 ολόκληρα χρόνια για να επαναληφθεί αυτή η επιτυχία των πέντε βασικών βραβείων, που επετεύχθη με τη γνωστή αριστουργηματική ταινία του 1975 « Στη φωλιά του κούκου».Εκτός από τις δύο προαναφερθείσες ταινίες, μία ακόμη μέχρι και σήμερα έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο: Η ταινία του 1991 « Η σιωπή των αμνών».

Συνέβη μια νύχτα- Βραδιά Όσκαρ
Πρωταγωνιστές και σκηνοθέτης μεγάλοι νικητές των βραβείων Όσκαρ

Η Colbert, σίγουρη καθώς ήταν για την αποτυχία της, δεν εμφανίστηκε στην απονομή. Όταν τελικώς ανακοινώθηκε το όνομά της ως νικήτρια της κατηγορίας, άνθρωπος του στούντιο πήγε και την παρέλαβε από τον σιδηροδρομικό σταθμό οδηγώντας την με ρούχα ταξιδιωτικά στην αίθουσα, προκειμένου να δεχθεί το βραβείο της.

Ο σκιτσογράφος και δημιουργός μέρους χαρακτήρων των Looney Tunes Friz Freleng έχει παραδεχθεί ότι το « Συνέβη μια νύχτα», ταινία που αγαπούσε πολύ, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία κάποιων από τους πιο γνωστούς και πρωταγωνιστικούς του ήρωες, με πρώτο και καλύτερο τον Bugs Bunny. Οι άλλοι χαρακτήρες που βρήκαν ζωή χάρη στην ταινία είναι οι Yosemite Sam και Pepe LePew.

Η βιομηχανία παρασκευής ανδρικών εσωρούχων στράφηκε κατά του « Συνέβη μια νύχτα», ισχυριζόμενη ότι οι πωλήσεις της μειώθηκαν αισθητά λόγω της σκηνής του στριπτίζ του Gable, όπου δείχνει ότι κάτω από το πουκάμισό του δεν φορά καν -άκουσον άκουσον!- φανελάκι!

Trailer ταινίας

« Συνέβη μια νύχτα»: Πληροφορίες ταινίας

  • Σκηνοθεσία: Frank Capra
  • Σενάριο: Robert Riskin, Samuel Hopkins Adams
  • Πρωταγωνιστές: Clarke Gable, Claudette Colbert, Walter Connolly
  • Έτος παραγωγής: 1934
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρη
  • Στούντιο παραγωγής: Columbia Pictures
  • Διάρκεια: 105′
  • imdb
  • filmsite

Στιγμιότυπο της τανίας Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην
"Είσαι Blanche, είσαι στην καρέκλα!", χαρακτηριστική ατάκα της ταινίας

Το «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην» είναι μία επιτυχημένη εμπορικά ταινία του 1962 που περιέχει τα πάντα… Αγωνία, βιτριολικό χιούμορ, άρρωστες καταστάσεις και δύο από τις πιο γνωστές πρωταγωνίστριες του παλιού καλού Χόλυγουντ. Το σενάριο της ταινίας επιμελήθηκε ο Lucas Heller και είναι βασισμένο στο ομότιτλο λογοτεχνικό μυθιστόρημα του Henry Farrell που εξεδόθη δύο χρόνια νωρίτερα. Τη σκηνοθεσία και την παραγωγή της ταινίας ανέλαβε ο Robert Aldrich, γνωστός περισσότερο για ταινίες δράσης.

Υπόθεση της ταινίας

Η “Baby” Jane Hudson είναι ένα παιδί- θαύμα της θεατρικής σκηνής του βαριετέ κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ενώ η αδελφή της Blanche Hudson βρίσκεται πάντα στα παρασκήνια, παραμελημένη από τον πατέρα τους και ζώντας στη σκιά της διάσημης αδελφής της. Κατά το πέρασμα των ετών όμως η Jane χάνει την λάμψη της και περνάει στα «μαύρα» κατάστιχα της κινηματογραφικής βιομηχανίας παίρνοντας ρόλους δευτερεύοντες και αδιάφορους. Αντίθετα η Blanche, που ως παιδάκι ήταν στην αφάνεια, μεγαλώνοντας έγινε μία από τις πιο γνωστές και επιτυχημένες ηθοποιούς. Στην επιστροφή από ένα πάρτυ προς τιμήν της Blanche, ένα τραγικό αυτοκινητιστικό ατύχημα λαμβάνει χώρα αφήνοντας την Blanche καθηλωμένη σε αναπηρική καρέκλα. Τα χρόνια περνούν και βρίσκουμε τις δύο αδελφές να διαμένουν σε μία έπαυλη της Blanche στο Χόλυγουντ με την παρηγοριά των αναμνήσεών τους. Απομονωμένη στον επάνω όροφο η Blanche έχει συντροφιά τις ταινίες της και την έμπιστη υπηρέτρια της, Elvira. Η Elvira όμως παρατηρώντας την Jane διαπιστώνει ότι παρουσιάζει σημάδια πνευματικής αστάθειας κάνοντάς την να ανησυχεί για την ακεραιότητα της αγαπημένης της Blanche, παρότι η ίδια η  Blanche υποστηρίζει σθεναρά την αδελφή της. Σε μία συζήτηση μεταξύ των αδελφών για το μέλλον του σπιτιού,  όπου διαμένουν, η Jane εμφανίζει τα πραγματικά της χρώματα και το μαρτύριο της  Blanche ξεκινά.

Τι απέγινε η Μπειμπι Τζέην- Αφίσα της ταινίας του 1962
Τι απέγινε η Μπειμπι Τζέην- Αφίσα της ταινίας του 1962- «Αδελφή, αδελφή, τόσο καλή, γιατί υπάρχει αίμα στα μαλλιά σου;»
Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην…Η ταινία:

Πρόκειται για ένα έντονο ψυχολογικό θρίλερ, πρωτοπόρο μάλιστα καθώς δημιούργησε καινούρια κατηγορία στο είδος, το λεγόμενο “phycho- biddy”, δηλαδή θρίλερ που επικεντρώνεται σε γυναίκες περασμένης ηλικίας με την παλιά τους λάμψη σκονισμένη και σημάδια πνευματικής και ψυχολογικής τρέλας που τείνουν να βασανίζουν τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Οι άσσοι της ταινίας είναι οι πρωταγωνίστριες της, Bette Davis και Joan Crawford, δύο σταρ πιο πληθωρικές από την μεγάλη οθόνη. Εξαιρετικές ηθοποιοί και οι δύο, δίνουν μαθήματα στους νεώτερους μέσα από τις ιδιαίτερες και απαιτητικές ερμηνείες τους.

Γρήγορα και περιεκτικά στο «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην» μεταφερόμαστε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σε τρεις διαφορετικές εποχές. Στο 1917, την εποχή της ακμής και υπέρμετρης αναγνώρισης της “Baby” Jane που μεσουρανούσε στις σκηνές του βαριετέ. Ύστερα μεταπηδά στο 1935, όπου η ζυγαριά έχει αλλάξει, και πλέον στα ουράνια βρίσκεται η άλλη αδελφή, η Blanche, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούμε την κατακόρυφη πτώση της Jane με τους σκηνοθέτες και παραγωγούς να δυσανασχετούν με τις ερμηνείες της. Πάλι όμως και αυτήν την περίοδο  ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος την προσπερνούν επιδερμικά, παρότι πρόκειται για την κρίσιμη εποχή του ατυχήματος.

Έτσι λοιπόν προσγειωνόμαστε στο χθες – όχι στο σήμερα- της ταινίας, μόνο και μόνο για να γίνουμε παρατηρητές της παρακμής δύο λαμπερών ηθοποιών.

Καθεμία είναι κυρίαρχη στο χώρο της, παραμένει όμως σε άρρηκτη εξάρτηση από την άλλη, η μεν Bette Davis για τη διαβίωση, η δε Joan Crawford για την εξυπηρέτηση. Δίνεται η αίσθηση μιας περίεργης ισορροπίας ανάμεσά τους μέχρι φυσικά τη στιγμή της ρήξης.

Η Joan Crawford, βρισκόμενη σε ώριμη υποκριτική περίοδο, νωχελικά και χωρίς υπερβολή αποτυπώνει το θύμα που ταλαιπωρείται ακόμη και στα απλά από την άσπλαχνη αδελφή της προκαλώντας το αίσθημα της συμπόνιας και γεννώντας την ανάγκη της  δικαιοσύνης. Χωρίς φωνές και υστερίες, με κύριο όπλο το βλέμμα μάς μαρτυρά τον πόνο της. Ακόμη και στο τέλος της ταινίας «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην» , ενώ πλέον ξέρουμε, η συμπάθεια εξακολουθεί να την συντροφεύει.

 

Τί απέγινε η Μπέιμπι Τζέην- Σκηνή ταινίας
Η Jane «πιάνει στα πράσα» την τρομοκρατημένη Blanche

Από την άλλη η Bette Davis δυνατά και επιδεικτικά δηλώνει την παρουσία της σε όλη την ταινία. Υποδύεται έναν χαρακτήρα ανισόρροπο, νευρωτικό, γεμάτο πικρία. Με το εκκεντρικό παίξιμό της καταφέρνει να μας κάνει να γευόμαστε μαζί της το αλκοόλ που υπερκαταναλώνει, να τραγουδάμε συνοδεία το « γράμμα που έγραψε στον μπαμπά» και τελικά να την πονάμε. Ναι, είναι τρελή∙ ναι, είναι άρρωστη∙ Αλλά, ίσως κάπου θα μπορούσε να σωθεί. Άλλωστε το μόνο που ήθελε ήταν να συνεχίσει την καριέρα της, προσκολλημένη καθώς ήταν στην παιδική της ηλικία. Δεν είχε φίλους, δεν είχε συντροφιά και τελικά δεν της άξιζε τέτοια τύχη.

Ο Robert Aldrich με το «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην» το προσπάθησε και το πέτυχε∙ μας έδωσε με αρκετές δόσεις μαύρου χιούμορ μια ταινία πραγματική εμπειρία. Είναι ακραία και αρρωστημένη η σχέση των αδελφών, αλλά μας κατάφερε  ώστε να δικαιολογήσουμε και τις δύο. Μέσα από το «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην»  προβάλλει έντονα το θέμα της παιδικής αναγνωρισιμότητας και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει σε μια ανθρώπινη ψυχή( τα παραδείγματα σήμερα πολλά). Φροντίζει καλλιτεχνικά να καλύψει με τον ήχο του εσωτερικού κώδωνα του σπιτιού τους τις βρισιές που εκείνη την εποχή ήταν πολιτικώς προτιμώμενο να μην ακούγονται στην μεγάλη οθόνη. Αξίζει να αναφέρουμε, επίσης, ότι θέτει τις βάσεις στην κινηματογραφική μανιέρα της « υπερδύναμης» των κακών: η Jane έμπαινε στο αμάξι, διέσχιζε το μισό Λος Άντζελες, έκανε ένα κάρο δουλειές και παρόλα αυτά έφτανε πάνω στην ώρα για να πετύχει πρώτον την Blanche να την μαρτυρά τηλεφωνικά στο γιατρό, και δεύτερον την Elvira όταν η τελευταία προσπάθησε να σώσει την αγαπημένη της κυρία.

Ο ίδιος έγινε μάρτυρας της χιουμοριστικής πλευράς της Bette Davis όταν την ρώτησαν εάν υπήρχαν ταινίες της νιότης της, στις οποίες δεν ήταν ευχαριστημένη με την ερμηνεία της. Και αυτό γιατί ήθελαν  να αλιεύσουν κάποιο έστω δείγμα της «αταλαντοσύνης» της Jane. Η ίδια ακομπλεξάριστα τους έδωσε το ελεύθερο να διαλέξουν όποια θέλουν∙ ποτέ δεν ήταν πλήρως ικανοποιημένη με τις ερμηνείες της. Τελικώς το  «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην» εμπλουτίζεται με στιγμιότυπα των  “Parachute jumper” και “ Ex- Lady”( 1933 και οι δύο).

Τις πρωταγωνίστριες του «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην» πλαισιώνουν η Maidie Norman ( Elvira) . Υποδύεται την πιστή υπηρέτρια της Blanche, η οποία είναι η πρώτη που επισημαίνει τη λανθάνουσα –ακόμη- ψυχική ασθένεια της Jane. Ο Victor Buono( Edwin) ερμηνεύει τον τυχοδιώκτη -προικοθήρα πιανίστα που τριγυρίζει την Jane,την κρίσιμη όμως στιγμή, παρά τη μικρή χρονοκαθυστέρηση αντιλαμβάνεται τις συνθήκες και σπεύδει για βοήθεια. Επίσης συμμετέχουν η Anna Lee ως η περίεργη  γειτόνισσα κα. Bates και η B.D. Merrill ως η κόρη της κα. Bates και η οποία δεν είναι άλλη από την αληθινή κόρη της Bette Davis.

Η ταινία προτάθηκε για πέντε Όσκαρ: Α’ γυναικείου ρόλου (Bette Davis), Β’ ανδρικού ρόλου (Victor Buono), Καλύτερης μίξης ήχου, Καλύτερης διεύθυνσης φωτογραφίας και καλύτερης ενδυματολογίας σε ασπρόμαυρη ταινία, κερδίζοντας μόνο το τελευταίο.

 

Τί απέγινε η Μπέιμπι Τζέην- Στιγμιότυπο ταινίας
Η Baby Jane ξαναζεί τις παλιές της δόξες
Τιτανομαχία:

Η σχέση των Davis – Crawford έχει περιγραφεί ως ο πραγματικός «Πόλεμος των άστρων». Όλα ξεκίνησαν, σύμφωνα με φήμες, όταν η Crawford παντρεύτηκε τον Franchot Tone, συμπρωταγωνιστή της Davis στο « Μια επικίνδυνη γυναίκα» του 1935 και θεωρούμενο μεγάλο της έρωτα. Λέγεται ότι η Davis δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει εύκολα και η μόνη δύναμη της ήταν να στρέφει τα βέλη της στην αντίζηλό της. Ως ηθοποιό άλλωστε δεν την αναγνώριζε ιδιαίτερα, καθώς θεωρούσε ότι πέτυχε όσα πέτυχε μόνο με το σεξ-απίλ της. Σχετικώς είχε δηλώσει ότι « τον μόνο αρσενικό σταρ στην MGM- όπου και είχε συμβόλαιο η Crawford- με τον οποίο δεν είχε κοιμηθεί ήταν η Λάσυ!».

Υποψήφιο για 5 OSCAR – κέρδισε OSCAR κοστουμιών. Το cult ψυχολογικό θρίλερ που έφερε μαζί για πρώτη και μοναδική φορά τις δυο αντίπαλες θρύλους του παλαιού Χόλιγουντ, Μπέτι Ντέιβς και Τζόαν Κρόφορντ.

Η μοίρα όμως τα έφερε έτσι και οι δύο τους βρέθηκαν συμπρωταγωνίστριες στην ίδια ταινία, «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην».  Ευθύς εξαρχής για να ενοχλήσει την Joan Crawford που μετέπειτα  υπήρξε παντρεμένη με τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Pepsi,η Bette Davis τοποθέτησε αυτόματο μηχάνημα της Coca- Cola στο καμαρίνι της. Ως ανταπάντηση η   Crawford τοποθέτησε πέτρες στις τσέπες του  φορέματός της, για να δυσκολέψει την Davis στις σκηνές που έπρεπε να την σέρνει.

Η Crawford λέγεται ότι είχε ενοχληθεί πολύ από τη στάση της Davis όταν την ρώτησε πώς της φάνηκε η ταινία δεχόμενη ως απάντηση  « Μου άρεσε. Ήμουν πολύ καλή», και σε συνδυασμό με την υποψηφιότητα μόνο  της Bette Davis για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου αποφάσισε να αποσυρθεί από την προώθηση της ταινίας. Δεν αρκέστηκε μόνο εκεί, αλλά ξεκίνησε και εκστρατεία κατά της υποψηφιότητας της συμπρωταγωνίστριας της ( θα γινόταν τότε η πρώτη γυναίκα με τρία Όσκαρ Α’ ρόλου) ζητώντας από της υπόλοιπες υποψήφιες να παραλάβει το αγαλματίδιο εκ μέρους τους σε περίπτωση ενδεχόμενης απουσίας τους.

 

Στα παρασκήνια της ταινίας Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην
Στα παρασκήνια οι συμπρωταγωνίστριες- αντίζηλοι χαμογελούν στον φακό

Πράγματι, το αγαλματίδιο χάθηκε για την Davis για την ερμηνεία της στο «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην» . Μετά την ανακοίνωση του ονόματος της νικήτριας είδε την αντίζηλό της να σηκώνεται και να το παραλαμβάνει εκ μέρους της Ann Bancroft.

Όταν τελικώς η Joan Crawford « έφυγε» από τη ζωή, η Bette Davis χαρακτηριστικά δήλωσε: « δεν πρέπει ποτέ να λες κακά πράγματα για τους νεκρούς, μόνο καλά. Η Joan Crawford πέθανε. Καλά».

Παρότι η σχέση αυτή ήταν γεμάτη δηλητήριο, εντούτοις είχαν τόσα κοινά μεταξύ τους: τις εγκατέλειψαν οι πατέρες τους, απέκτησαν φήμη, δόξα και πλούτη. Έπεσαν θύματα χρηματικής αφαίμαξης από τις οικογένειές τους, έκαναν αρκετούς γάμους και τέλος οι κόρες τους έγραψαν βιβλία εξιστορώντας τη μητρική τους ανικανότητα.

Trailer Ταινίας

Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην: Πληροφορίες ταινίας
  • Σκηνοθεσία: Robert Aldrich
  • Σενάριο: Lucas Heller
  •  Πρωταγωνιστές: Bette Davis, Joan Crawford, Victor Buono, Maidie Norman
  • Έτος παραγωγής: 1962
  • Χρώμα: Ασπρόμαυρο
  • Στούντιο Παραγωγής: Warner Bros. Pictures
  • Μουσική: Frank De Vol
  • Διάρκεια: 134’
  • imdb
  • out

 

Δεσμώτης του ιλίγγου( Vertigo) 1958- Αφίσα της ταινίας
Δεσμώτης του ιλίγγου( Vertigo) 1958- Αφίσα της ταινίας του Alfred Hitchcock με τους James Stewart και Kim Novak

Ο Δεσμώτης του ιλίγγου από τους τίτλους αρχής κιόλας αποκαλύπτει τι θα επακολουθήσει…Μυστήριο, σασπένς, υποβόσκων ερωτισμός, ανησυχητική ατμόσφαιρα.  Ήρθε η ώρα λοιπόν  να μιλήσουμε  για το αριστούργημα του Alfred Hitchcock  Δεσμώτη του ιλίγγου.

Σύνοψη:

Ο John “Scottie” Ferguson είναι αστυνομικός που κατά τη διάρκεια μιας καταδίωξης ανακαλύπτει ότι πάσχει από υψοφοβία και ιλίγγους. Η πάθησή του αυτή τον εμποδίζει να σώσει τον συνάδελφό του και ο John παραιτείται. Μετά την αποχώρησή του από το σώμα επιστρέφει στη ζωή του ένας παλιός συμφοιτητής που του ζητάει βοήθεια και τις ερευνητικές του ικανότητες, για να ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει στη σύζυγό του. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του ο John τελικώς αποδέχεται την πρόταση και ξεκινά να παρακολουθεί τη μυστηριώδη γυναίκα. Σιγά- σιγά ο John συνειδητοποιεί ότι την έχει ερωτευτεί. Ο έρωτας του όμως δεν αρκεί για να τη σώσει, καθώς η μελαγχολική Madeleine πέφτει στο κενό. Ο John καταλαμβάνεται από τύψεις, παθαίνει κλονισμό και καταλήγει σε ίδρυμα. Αφού βγαίνει τυχαία συναντά μία γυναίκα, τη Judy, που είναι ίδια με την αδικοχαμένη Madeleine και παθαίνει ψύχωση μαζί της, καθώς προσπαθεί να την εξομοιώσει με την αγαπημένη του. Η Judy όμως θα είναι το κλειδί στην ψυχική απελευθέρωση του John.

 

Δεσμώτης του ιλίγγου-οι πρωταγωνιστές της ταινίας
Δεσμώτης του ιλίγγου-ο J.Stewart ανάμεσα στις δύο εκδοχές της K.Novak
Δεσμώτης του ιλίγγου – Πριν τα γυρίσματα:

Βασισμένο στο μυθιστόρημα των Boileau- Narcejac “ D’ entre les morts” που κυκλοφόρησε το 1954, ο  Δεσμώτης του Ιλίγγου είναι ένα έντονο ψυχολογικό θρίλερ του μαίτρ του είδους Alfred Hitchcock. Θαυμαστής της δουλειάς του γαλλικού συγγραφικού ντουέτου από καιρό, ο Hitchcock καταφέρνει να αγοράσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος και αποφασίζει να μεταφέρει το έργο στη μεγάλη οθόνη. Απογοητεύεται όμως σύντομα, καθώς το να βρει τον κατάλληλο σεναριογράφο αποδεικνύεται ένα έργο ιδιαίτερο δύσκολο. Απορρίπτοντας αρκετούς εξ αυτών εντοπίζει τελικά στη δουλειά του Samuel A. Taylor το ιδανικό σενάριο.  Τελικώς όμως η συγγραφή του σεναρίου αποδίδεται και σε έναν ακόμη, τον Alec Coppel, έναν από τους απολυθέντες σεναριογράφους, έπειτα από διαμαρτυρία του στην Ένωση σεναριογράφων.

Στην επιλογή του άνδρα πρωταγωνιστή, εκπλήξεις δεν υπάρχουν . Ο ρόλος δίνεται απλόχερα στον χαρισματικό James Stewart, συχνό συνεργάτη μέχρι τότε του Χίτσκοκ, ο οποίος αποδίδει με ακρίβεια τον ηθικά αποφασιστικό και συνάμα ψυχικά τραυματισμένο John.

Όσον αφορά τον γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο, μετά από κάποιες «ατυχίες», ο ρόλος τελικώς δίνεται στο σύμβολο του σεξ Kim Novak. Η επιλογή αυτή στέφεται με απόλυτη επιτυχία δικαιώνοντας τον σκηνοθέτη, καθώς η Kim Novak στον διπλό της  ρόλο που ξεδιπλώνεται στον Δεσμώτη του ιλίγγου, ανάγεται σε εξαιρετική χιτσκοκική ηρωίδα.

 

Δεσμώτης του ιλίγγου - σκηνή ταινίας
Δεσμώτης του ιλίγγου – Η περίφημη σκάλα του dolby zoom
Αναφορικά με τον Δεσμώτη του ιλίγγου:

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σοβαρής και ώριμης περιόδου του Hitchcock , ο Δεσμώτης του Ιλίγγου αποτελεί ένα αναμφισβήτητο αριστούργημα του σκηνοθέτη. Διηγούμενος  μια πρωτότυπη ερωτική ιστορία ο σκηνοθέτης αναμιγνύει με μαεστρία το πραγματικό με το φανταστικό δημιουργώντας στους θεατές καθ’ όλη τη διάρκεια μια ανασφαλή και μπερδεμένη ατμόσφαιρα με έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις με κύρια βάση το θέμα του ιλίγγου. Ιδιαίτερη πινελιά αποτελεί η πρωτοποριακή χρήση του οπτικού εφέ dolly zoom( χρήση του ζουμ της κάμερας) όπου με την τεχνική αυτή αισθανόμαστε την ίδια έντονη σύγχυση και έλλειψη σιγουριάς με  τον πρωταγωνιστή.

Ο Δεσμώτης του ιλίγγου εξιστορείται στη πόλη του Σαν Φρανσίσκο, την  ηλιόλουστη κατά τ’ άλλα , μα εξαιρετικά ομιχλώδη στα μάτια των πρωταγωνιστών λόγω του σκοτεινού ψυχισμού τους∙ μια γκρίζα πόλη και στα δικά μας μάτια, που κολλάνε πάνω στα ιδιόρρυθμα γοτθικά κτίρια  που θυμίζουν περισσότερο παραμυθική  πόλη παρά κέντρο πολιτισμού, που μας ταξιδεύουν μπροστά στο χρόνο σε σκηνοθετικές Tim Burton εποχές  .   Η επιβλητική μουσική του Bernard Hermann καλύπτει την έλλειψη διαλόγου κατά τη σκηνή της παρακολούθησης,  στην οποία διαπιστώνουμε με κάθε πλάνο την ψύχωση του John( James Stewart) προς τη Madeleine( Kim Novak).

Ο Hitchcock υπερβάλλει εαυτόν στη σκηνή του εφιάλτη του Stewart, ο οποίος κυριευμένος από τις τύψεις εισέρχεται σε δίνη ενοχών. Ξεκινά με την καρτουνίστικη σε σχέδια και χρώματα αποσύνθεση των λουλουδιών, εντυπωσιάζει με τη συνεχόμενη εναλλαγή του φυσικού με το κόκκινο σαν αίμα φόντο προς ενίσχυση της ενοχής του Stewart , προβάλλει σαν σε πίνακα του Andy Warhol το αποκομμένο πρόσωπο του James Stewart που έρχεται με φόρα προς το μέρος των θεατών.

Ο James Stewart στον Δεσμώτη του ιλίγγου χαρίζει μια εξαιρετική ερμηνεία, άξιας προσδοκιών, παρουσιάζοντάς μας με ακρίβεια τον ασταθή χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Το άλλοτε καλό παιδί του Χόλυγουντ  τολμά να τσαλακώσει την προσωπική του εικόνα ως ήρωα του Β Παγκοσμίου Πολέμου επιλέγοντας έναν ρόλο διαφορετικό από αυτούς που έχει συνηθίσει στο κοινό του και  καταφέρνει να αποδώσει την ταλαιπωρημένη ψυχή του πρωταγωνιστή που κλυδωνίζεται από την αίσθηση καθήκοντος και από τις σεξουαλικές του ψυχώσεις. Κάποιος μάλιστα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι φανερώνουν και μία λανθάνουσα νεκροφιλία( sic), άποψη την οποία έχει εκφέρει και ο ίδιος ο Hitchcock σε μία σειρά συνεντεύξεων που κάνει με τον φίλο και συνάδελφό του Francois Truffaut.

Η Kim Novak, γνήσια femme fatale, κόβει την ανάσα από την πρώτη εμφάνισή της στο εστιατόριο, που ενόσω δειπνεί με το σύζυγο αφήνει ταυτόχρονα με συστολή αλλά και  προκλητικά την πλάτη της ακάλυπτη. Η αισθησιακή της παρουσία γεμίζει το κενό της σιωπής  της για το πρώτο τρίτο της ταινίας, αφήνοντας τους θεατές να την ακολουθούν από κοινού με τον Stewart αποσβολωμένοι από το μουσείο και τα νεκροταφεία μέχρι την γέφυρα- σημείο αναφοράς του Σαν Φρανσίσκο- Γκόλντεν Γκέιτ. Αποτυπώνει με τελειότητα το διπλό της ρόλο, τόσο την ενοχική Judy όσο και την αινιγματική και μυστηριώδη Madeleine, στην οποία προσδίδει ημίτρελη -χωρίς υπερβολή -πινελιά.

Η Barbara Bel Geddes συμπληρώνει ως ήρεμη δύναμη το καστ μέσα από τον ρόλο της πρώην αρραβωνιαστικιάς – νυν έμπιστης φίλης του Stewart  Midge.  Ο ρόλος αποτελεί δημιούργημα του σεναριογράφου Samuel A. Taylor, ενσωματώνεται όμως αυτόματα στην ταινία βρίσκοντας τη θέση, που της αναλογεί.

 

Δεσμώτης του ιλίγγου - τελευταία σκηνή
Δεσμώτης του ιλίγγου – Η τελευταία σκηνή του καμπαναριού
Αλήθειες για τον Δεσμώτη του ιλίγγου:

Έπειτα από εξαντλητικά γυρίσματα τριών περίπου μηνών, ο Δεσμώτης του ιλίγγου βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες διχάζοντας κοινό και κριτικούς. Ενώ όλοι επαίνεσαν το σκηνοθετικό ταλέντο του Hitchcock , οι μεν πρώτοι απογοητεύτηκαν από την πρόωρη λύση του μυστηρίου στα δύο τρίτα της ταινίας, οι δε δεύτεροι θεώρησαν το σενάριο ανούσια μεγάλο.

Ο Hitchcock χρέωσε στον Stewart  την εμπορική αποτυχία της ταινίας λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας που είχε με την συμπρωταγωνίστριά του Kim Novak( 50 ετών εκείνος, 25 μόλις ετών εκείνη). Διέρρηξε τις μεταξύ τους σχέσεις, δε συνεργάστηκαν ποτέ ξανά και ενώ μάλιστα ο πρωταγωνιστικός ρόλος στην ταινία «Στην σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» προοριζόταν για αυτόν τελικά δόθηκε στον Cary Grant.

Η Vera Miles είχε αρχικώς επιλεγεί για να ενσαρκώσει τον σκοτεινό ρόλο της Madeleine/Judy. Λόγω όμως ιδιαίτερης καθυστέρησης στην παραγωγή και μιας απροσδόκητης εγκυμοσύνης της ίδιας αναγκάστηκε να αποχωρήσει αφήνοντας ανοικτό τον δρόμο για την Kim Novak να αναλάβει ίσως τον μεγαλύτερο ρόλο της καριέρας της.

 

Δεσμώτης του ιλίγγου- Γυρίσματα ταινίας
Δεσμώτης του ιλίγγου- Ο A.Hitchcock στο «κρεββάτι» με την K.Novak

Η ταινία έλαβε τελικώς την αναγνώριση που της αξίζει και θεωρείται σήμερα μία από τις καλύτερες όλων των εποχών με αποκορύφωμα το 2012, όπου σε δημοσκόπηση κριτικών που έγινε στο Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου Sight and Sound η ταινία εκτόπισε από την κορυφή τον Πολίτη Κέιν του Orson Welles ως η καλύτερη ταινία που έγινε ποτέ.

Ενώ στο βιβλίο η ιστορία εκτυλίσσεται στο φωτεινό Παρίσι ήταν προσωπική επιλογή του σκηνοθέτη να τοποθετηθεί η υπόθεση του Δεσμώτη του ιλίγγου στο Σαν Φρανσίσκο καθώς το θεώρησε ως την ιδανική πόλη λόγω τοποθεσίας και ρυμοτομίας.

Στο Σαν Χουάν της Καλιφόρνια βρίσκεται η εκκλησία που χρησιμοποιήθηκε για την πτώση της Madeleine. Επειδή μέρος της είχε ήδη καταστραφεί πριν από χρόνια σε φωτιά, ο σκηνοθέτης με την χρήση σκηνικών και με την κατάλληλη φωτογραφία προσέθεσε το καμπαναριό.

Ο Δεσμώτης του ιλίγγου έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για αρκετές ταινίες- ορόσημα στο πέρασμα των ετών. Μερικά από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα ταινιών που θεωρούνται ότι έχουν στηρίξει τη βάση τους στον Δεσμώτη του ιλίγγου είναι το «Βασικό Ένστικτο», οι «12 Πίθηκοι’, το ‘Mulholland Drive’.

Μόνο δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ (Καλύτερης Σκηνογραφίας και Καλύτερης Μίξης Ήχου) απέσπασε ο Δεσμώτης του ιλίγγου χωρίς όμως να κατορθώσει να κερδίσει κανένα χρυσό αγαλματίδιο.

Δεσμώτης του ιλίγγου : πληροφορίες

  • Σκηνοθεσία: Alfred Hitchcock
  • Σενάριο: Samuel A. Taylor, Alec Coppel
  • Πρωταγωνιστές: James Stewart, Kim Novak, Barbara Bel Geddes
  • Έτος παραγωγής: 1958
  • Χρώμα: Έγχρωμο
  • Στούντιο Παραγωγής: Paramount Pictures
  • Μουσική: Bernard Herrmann
  • Διάρκεια: 128’
  • imdb
  • hitchcocktv
  • theguardian
Trailer Vertigo