Κ.Θ.Β.Ε. Alexander the Great, Rock Opera. Αντιμέτωποι με το Rock του… «παρελθόντος...

Κ.Θ.Β.Ε. Alexander the Great, Rock Opera. Αντιμέτωποι με το Rock του… «παρελθόντος μας».

Οι συζητήσεις, σε θεωρητικό – και κατά προέκταση σε «ιδεολογικό» – επίπεδο για την αναγκαιότητα της προβολής, ή ακόμη και της υπενθύμισης του ρόλου της αλλά και της ύποπτης και βλαβερής  – εξυπακούεται κάτω από ιδιαίτερους πολιτικο-κοινωνικούς όρους – μιας – παντοίου τρόπου – «υποδαύλισης» της ιστορικότητας του υποκειμένου, καθώς και οι αμφισβητούμενες καταγεγραμμένες από σπουδαίους διανοητές απόψεις για τον ρόλο της προσωπικότητας στη ιστορία μαζί με την ανίχνευση και του… «προσωπικού της δράματος», γνωστόν – τοις πάσι – είναι πως, και πολλές υπήρξαν κατά τις παρελθούσες δεκαετίες και – σε κάποιους κύκλους – καλά κρατούν, μη δίνοντας – εννοείται – οριστικές απαντήσεις… ακόμη. Τον σημαντικό ρόλο της ίδιας της Ιστορίας, ή τις επιπτώσεις από την παραγνώριση της σημασίας της, ή, ακόμη-ακόμη, τη μέθοδο ανάγνωσής της, μηδέ του τρόπου της φιλοσοφικής της προσέγγισης εξαιρουμένης (θυμηθείτε τον μεγάλο Χέγκελ και το μνημειώδες έργο του «Η φιλοσοφία της ιστορίας») κανείς μας, ειδικά σ` αυτόν τον τόπο (που – υπό την ποδηγέτηση και προτροπή ορισμένων αδιόρατων εξουσιαστικών κύκλων – κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως είναι και Πατρίδα) δεν μπορεί – αν θέλει φυσικά να συγκαταλέγει εαυτόν στους ελεύθερα συλλογιζομένους – να αγνοεί.

Στιγμιότυπο από την παράσταση Alexander the Great, Rock Opera
Στιγμιότυπο από την παράσταση Alexander the Great, Rock Opera

Πολύ δε περισσότερο, δεν νοείται αβασανίστως να αμφισβητεί την (με αφηγηματικο-ψυχικό τρόπο) σπουδαιότητάς της στο «καθολικό επι-καθήμενο» – που καταλυτικά εντέλει διαμορφώνει τις κοινές, ερμηνευτικού τύπου και δυναμικής, αφετηρίες για την θέαση του ιστορικού παρόντος – παρά, εν αντιθέσει και πέραν, από τις όσες, νέου τύπου, απόψεις κι αν έχουν παρεισφρήσει στον νου αρκετών ιστορικών… «περί της νέας μεθόδου προσέγγισής της και της αναγκαιότητας μιας εξ` αρχής «κριτικής – κυρίως – του ύφους και της κρυμμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης της διδασκαλίας της», έτσι ώστε, βιαίως και αναγκαστικά να εξάγονται «λειτουργικά ωφέλημα» για τις νέες ανάγκες μιας αδιαφανούς και συγκεχυμένης -επιβεβλημένης άνωθεν– «πραγματικότητας», συμπεράσματα. Μπορεί δε μάλιστα, αναγκαίο να είναι, μια συντεταγμένη επανατοποθέτησή της στο συλλογικό συνειδητό μας, με τέτοιο τρόπο που να την εγκαθιστά σε ένα «εργαλειακό βάθρο», με νέους όρους, στο εθνικό μας (όσο θα υπάρχει) «διηνεκές», μήπως και απαντηθούν πολλά από τα «μυστήρια» που προτάσσει η νέα (το ξαναγράφω προς… εμπέδωση) αδιαφανής – ιστορικο-πολιτικό-κοινωνικά – εποχή μας. Αναφερόμενος, για τον οιονδήποτε λόγο, κάποιος, στην Ιστορία ως (ή και σαν) δομικό συστατικό του «Συλλογικού Είναι» και δίνοντας, ηθελημένα, ή και – γιατί όχι(;) – τυχαία, την όποια έκτασή της προς τον οποιοδήποτε χώρο (ο οποίος θα την εμπεριέχει ακόμη και μόνον ως αναφορική έννοια) αλλά κυρίως στον χώρο της τέχνης – που στο παρών κείμενο αυτός μας αφορά – κάτι παραπάνω από βέβαιον  – θεωρώ – πως, δε θα ήταν καθόλου χρήσιμο να παραλείψει να λάβει υπόψη του το γεγονός πως, αν ερωτηθούμε οι Έλληνες, ποιο είναι αυτό που πρωτοθυμόμαστε από τα όσα μάθαμε «πηγαίνοντας» στα δημόσια ή στα εκλεκτά και ξεχωριστά ιδιωτικά σχολεία κατά τα τρυφερά μας χρόνια, σίγουρα, στις πρώτες θέσεις (μπορεί και στην πρώτη και καλύτερη) θα είναι η απάντηση του πως, «… η Ελλάδα διαθέτει μεγάλη, σπουδαία και λαμπρή Ιστορία» και «… πως είμαστε ένας πολύ-πολύ ένδοξος αρχαίος λαός» (δεν κρατώ τυχαία τις διατυπώσεις του… δημοτικού σχολείου), με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη συγκρότηση της εξέλιξης που διαμόρφωσε την «κοινή εικόνα» των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της  προσωπικότητάς μας. Η ιστορία – ναι αυτή – και ο ρόλος της και το πώς – την αρχαία ελληνική κυρίως – την «αντιμετωπίσαμε»,  τόσο σε υπαρξικό – προσωπικό επίπεδο, όσο και ως κάτι έξω από εμάς – αλλά που φευ, υπάρχει, ενίοτε, και, παρά τη θέλησή μας – σκεπτόμουν εδώ και χρόνια (με αφορμή αλλονών πονήματα και στοχασμούς)  πως, ίσως, εμείς οι Έλληνες, παραγνωρίζοντας όρους και συνθήκες που επεκτείνονται σε όλα τα επίπεδα της κοινής ζωής μας, δεν την προσεγγίσαμε όσο θα έπρεπε ως κάτι το συνθετικά πολύτιμο, κάτι το ξεχωριστά μοναδικό σχεδόν σ` ολόκληρο τον κόσμο, αφού με μια περισσότερο προσεκτική ματιά στις βιβλιογραφικές αναφορές, θα δούμε ό,τι, οι περισσότερες, οι εις βάθος πολλών και διαφορετικών ειδών μελέτες από «βαρβάρους» – με την αρχαιοελληνική έννοια – δηλαδή «την… καλή» (που είθισται, πλέον να λέμε στη «μοδάτη» επιφανειακή καθημερινότητά μας,), έγιναν, προσδίδοντας στην αξία της, όχι  μια επικίνδυνη εθνικιστικής έπαρσης δυναμική, (δε τα λέμε μόνον εμείς και μάλιστα συνοπτικά) αλλά αφού με μια επιστημονική, άρα και αντικειμενική προσέγγιση καταγράφηκε και – μην το ξεχνάμε – ως αξία, με αποτέλεσμα να διδάσκεται περίπου στο σύνολο του πλανήτη. Άρα, εξ αντικειμένου αναγορεύεται ως παγκόσμια κληρονομιά. Περισσότερο εξειδικευμένα – πιστεύω – (και εδώ δεν είναι τυχαίο που δεν αναγράφεται το ρήμα «νομίζω») σχεδόν ακράδαντα πως, πολλοί θα έχουν αναπτύξει προβληματισμούς γύρω από ένα (μένει ρητορικό) ερώτημα, του για ποιον ακριβώς λόγο, οι παραστατικές τέχνες μας δεν εμπνεύστηκαν όσο θα μπορούσαν  (αναφέρομαι στο ένα από τα δύο «διαλεκτικά χαρακτηριστικά» εννοώντας σαφώς  την ποσότητα και όχι, φυσικά, την ποιότητα) δίνοντάς μας έργα με συγκλονιστικό περιεχόμενο, μιας και εκεί, στην Ιστορία μας δηλαδή, υπάρχουν όλα τα έμπλεα παθών ανθρώπινα χαρακτηριστικά και μάλιστα στις ακραίες τους εκδοχές, κάτι που σίγουρα ελκύει τη δημιουργική διαδικασία της Τέχνης. Όσοι, με πνευματικά στοχαστικό έντιμο και ανεπηρέαστο – από ιδεοληπτικά προτάγματα – τρόπους, έψαξαν την απάντηση στο ερώτημα αυτό, μήπως και κατανοήσουν την, τελικώς, πολύ-πολύ περίεργη, σχέση μας με την ιστορία  – που λες (κοιτώντας μας όμως  στα μάτια) ότι σε εκ διαμετρικά του αντιθέτου (και μετεώρου) ενός ψυχολογικού δίπολου  «απώθησης-λατρείας» (κυρίως ιδεολογικοπολιτικής -δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ στείρας αντίληψης- αιτίας), στέκεται εδώ και χρόνια – το μόνον που κατάφεραν ήταν να εισέλθουν σε τόπους μεγάλης… απορίας… Ίσως δεν είναι δύσκολο για όσους, που το αμέσως προηγούμενο διάστημα στοιχειωδώς ενημερώνονταν,  να υποθέσουν εξ αρχής πως, τις παραπάνω «σκέψεις» (καθόλου πρωτότυπες) μπορεί ίσως και να μου τις προκάλεσαν (εννοείτε όμως πως αυτοί θα αποφασίσουν το αν συνάδουν) δύο γεγονότα που συντελέσθηκαν στο βόρειο τμήμα της χώρας μας (αλλά αφορώντας – με μίαν κυριαρχική έννοια – το σύνολό της), τα οποία εμφανώς συνδέονται μεταξύ τους με παραλληλίες και αναγωγές (θεμιτές, αθέμιτες ή και αυθαίρετες). Το πρώτο γεγονός, φυσικά και είναι «η ιστορία» με την «τούμπα» του λόφου Καστά στην Αμφίπολη και με τα όσα διεμείφθησαν μεταξύ των ειδικών και μη, και το πώς, ευθέως ανήχθη, στο ιστορικο-φαντασιακό των ελλήνων, συνδεόμενο μάλιστα απολύτως πετυχημένα, με μια πλήρη ψυχική λειτουργική αντιστοίχιση με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε – ολίγον παραφραστικά είναι η αλήθεια – «Εθνικό Κοσμοείδωλο».

Ο «Μέγας Αλέξανδρος» επί σκηνής
Ο «Μέγας Αλέξανδρος» επί σκηνής

Το δεύτερο -που μόνον αυτό, εδώ, μας αφορά ουσιαστικά και στο όποιο βάθος του – είναι η παράσταση “ALEXANDER THE GREAT. ROCK OPERA” που ανέβασε στα τέλη Οκτωβρίου το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (κ.θ.β.ε). Συνέβη μάλιστα αυτό δηλαδή, σε μια χρονική στιγμή «ευτυχούς συμπτώσεως;» με τις ανασκαφικές εργασίες στην Αμφίπολη που απλώς με επιστημονικό τρόπο οι αρχαιολόγοι έψαχναν  (και όχι φυσικά με το πολιτικό-αρχαιο-προγονοπληκτικό events που μας παρουσίασαν τα αλήστου ελαφρότητας μέσα ενημέρωσής μας). Η παράσταση (το έργο έχει ξαναπαρουσιαστεί υπό την αποκλειστική ευθύνη του κ. Κώστα Αθερύδη) «παραδόθηκε» στο κοινό, με μια νέου τύπου προσέγγιση εξ αιτίας του εμπλουτισμού της από τη ματιά του καλλιτεχνικού διευθυντή του θεάτρου, κ. Γ. Βούρου, ο οποίος, την συνυπογράφει ως συν-σκηνοθέτης. (το έργο είναι εντελώς διαφορετικό από την αρχική εκδοχή – εξαιρουμένης της μουσικής- του συνθέτη και ουσιαστικά -στην κυριολεξία της έννοιας- δημιουργού του, κ. Κώστα Αθυρίδη) … Χρήσιμο είναι (αφού… ιστορικά μιλάμε) να γνωρίζει – «επί της αρχής» – κάποιος πως η ιστορία της παράστασης της ροκ όπερας που μας «μιλά», μ` έναν άλλον τρόπο, για τον Μεγάλο μας (φυσικά όχι ολονών) Αλέξανδρο, είναι μια αποκλειστικά «ιδιωτική» υπόθεση του Κώστα. Αθυρίδη, που, ενδεχομένως, ψάχνοντας στα σκοτάδια της «σύγχρονης» έκφρασης, ή μπορεί και μιας στιγμιαίας έκλαμψής του, οδηγήθηκε σε εσωτερικό τοπίο πρωταρχικής (και μάλλον αγωνιώδους) σύλληψης μίας ιδέας που, δεν ήταν άλλη από τον Στρατηλάτη – Βασιλέα – της – Μακεδονίας, να «οπερο-ροκάρει» (sic), με εμφανείς στοχεύσεις αλλά και «μεγάλες» φιλοδοξίες… Νομίζω πως αξίζει, επίσης, να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη, η συνθήκη του πλαισίου της συνάντησης-παρουσίασης της ιδέας της συγκεκριμένης ροκ όπερας με την μοναδικά σύνθετη και πολύπλοκη κατάσταση μιας χώρας και ενός κοινού, τα οποία, και τα δύο, δρώντας, εδώ και λίγα χρόνια, σαν ανεξάρτητες και ετερόκλητες «οντότητες», εμφορούνται, και, από χαρακτηριστικά αμηχανίας – λόγω των σύνθετων πολιτικο-κοινωνικο – ψευδο-ιδεολογικών ζυμώσεων που επέφερε το καθεστώς μιας «πολυεθνικής επιτήρησης», στην οποία, χωρίς να ερωτηθούμε ουσιαστικά και πριν καταλάβουμε τις συνέπειές της, οδηγηθήκαμε– όπου, στην ταραγμένη υποκειμενική ιστορικότητά τους, δεν στερούνται και του, σε λανθάνουσα κατάσταση, αντιθετικού «πάθους» σε τέτοιου είδους «θέματα» όπως το «περιεχόμενο» του έργου. Αναμενόμενο επίσης ήταν (και θα είναι) πως, το «χρονο-τοπο-περιφερόμενο», εντός αλλά και εκτός του συνθέτη – σε διάφορες εκδοχές – μιας καλλιτεχνικής ιδέας-πράξης, που η αιτία ύπαρξής της θα υποστηριζόταν από ένα τόσο σημαντικό ιστορικό θέμα, όπως αυτό της ζωής του Μ. Αλεξάνδρου, κάτι παραπάνω από πολλαπλών ειδών αντιδράσεις, ούτως ή άλλως, θα επέφερε. Πόσο μάλλον τώρα που, η δημιουργία του εκ θεσσαλονίκης ορμώμενου  συνθέτη και σκηνοθέτη Κώστα Αθυρίδη, υιοθετήθηκε, με προσωπική πρωτοβουλία και ρίσκο, από τον έτερο σκηνοθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή του κ.θ.β.ε κ. Γιάννη Βούρο ( εξυπακούεται και με τη συνδρομή και αγαστή συνεργασία-υποστήριξη ολόκληρου του Δ/Σ του θεάτρου με προεξάρχουσα την πολύ αξιόλογη πρόεδρό του, κα Μένη Λυσαρίδου), με αποτέλεσμα να τύχει της μεγάλης παραγωγής μιας κρατικής σκηνής.

Ο ένα εκ των δύο σκηνοθέτων, Κώστας Αθυρίδης
Ο ένας εκ των δύο σκηνοθέτων, Κώστας Αθυρίδης

Μοιραία λοιπόν να στρέψει περισσότερα βλέμματα αλλά και το ενδιαφέρον για το τι είναι αυτή η παράσταση που, ασφαλώς θα συνοδευτεί και μελλοντικά νομίζω με την «άνθηση» – κυρίως επί της αρχής -, ετερόκλητων (φανερών τε και κρυφίων) κριτικών και μη απόψεων-διατυπώσεων. Ήδη, το μουσικό έργο του Αθυρίδη, υιοθετημένο πλέον (όπως προείπα) από έναν ιστορικό και μεγάλο κρατικό καλλιτεχνικό φορέα, υποστηριζόμενο ανα-διατακτικά από έναν συν-σκηνοθέτη με σαφώς μεγαλύτερη και περισσότερη εξειδικευμένη εμπειρία από τον αρχικό και πρωτογενή δημιουργό του, υπηρετούμενο πιστά (εμένα μου φάνηκε έως και φανατικά) από περίπου 80 συντελεστές – μουσικούς (είναι οι αφανείς ήρωες), ηθοποιούς, τραγουδιστές και χορευτές – «επί σκηνής», μετρώντας – υπό το καθεστώς σημειωτέον του «sold aout» – όλες τις μέρες της ζωής του στο Βασιλικό θέατρο του κ.θ.β.ε, έχοντας εντωμεταξύ «κλείσει τις βαλίτσες του», πριν καν από την πρεμιέρα του, για τρεις εμφανίσεις στο Μέγαρο Μουσικής των Αθηνών στις 27, 28 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου, δικαίως νομίζω – και απολύτως συγκριτικά με τα διαδραματιζόμενα στον θεατρικό χώρο – έχει χαρακτηριστεί σαν ένα ξεχωριστό και «μεγάλο» εγχείρημα (τηρουμένων των αναλογιών, κι αυτό, σαν τον Μ. Αλέξανδρο, πριν την «έναρξη» της εκστρατείας του) που θέλει να ξεπεράσει τα όρια του εθνικού μας γεωγραφικού χώρου… με ό,τι κι αν σημαίνει ένας τόσο «βαρύς» χαρακτηρισμός και κυρίως, μια τέτοια «στόχευση». Λίγο υποψιασμένος και ενημερωμένος σαφώς, αν είναι κάποιος, πάλι εύκολα καταλαβαίνει και τα όσα, αυτοματοποιημένα, ανασύρθηκαν έως τώρα, και θα ανασυρθούν υποθέτω μετά τις παραστάσεις στον Ο.Μ.Μ.Α, «μπροστά» στο «εγχείρημα» του κ.θ.β.ε από τις «προκάτ φαρέτρες» των οικείων – του «χώρου» – ως αντιδράσεις, όπως, ας πούμε, ένας άμετρος και υπέρμετρος ενθουσιασμός, ένας έως και μίζερος «σκεπτικισμός» του τύπου «μήπως καλλιεργηθεί – ο πάντοτε ελλοχεύων ιδίως στις μέρες μας – παραληρητικός  εθνικισμός», μια αμηχανία που μπορεί να το «δει» ακόμη και ως «κιτς», φτάνοντας ορισμένοι ίσως έως στις παρυφές μιας εσωτερικής δίγλωσσης υστερίας που θα αναφερθούν –μόνον εντός τους ελπίζω – σε ιεροσυλία του ιστορικού κλέους μας και μουσικό-θεατρική τυμβωρυχία, τα οποία όμως, ευκρινώς διαφαίνεται στην παράσταση, οι δημιουργοί της θα ήξεραν –υποθέτω – εξ αρχής πως θα τις συναντούσαν, ούτως ή αλλέως, εξ ου και λάβανε τα προσήκοντα «αισθητικά» μέτρα τους. Για όσους απορούν, για το πώς μπορεί (κι αν πρέπει) να συνδέεται η μακρά και «θεωρητικού τύπου και κατεύθυνσης» εισαγωγή αυτού του κειμένου  (συνήθως απαξιώνεται κάτι τέτοιο μέσα στις συνθήκες του αντι-διαλεκτικού τρόπου σκέψης της πιεσμένης – από πολλά – πραγματικότητας μας), με μια παράσταση «ροκ όπερας», η οποία, σημειωτέων, στερούμενη –εκ των πραγμάτων- ενός a-priori έξωθεν χαρακτηρισμού ως «είδος καλλιτεχνικού βάθους» και άρα στην τελική-τελική «από-δόμησή» της, μπορεί κάλλιστα να ειδωθεί-ακουσθεί και μόνον ως ένα «διασκεδαστικό» θέαμα -το οποίο και το ίδιο να «θέλει» (κάτω από το πρίσμα της αυτό-θέασής του) να το κρίνουμε με τα γνωστότατα στον καθένα μας – «πρώτου επιπέδου» – κριτήρια- επιχειρώ με την επιλογή μου αυτή –πάντοτε υπενθυμίζοντας- να διατυπώσω συμπληρωματικά αλλά -νομίζω- όχι αναίτια, την παραδομένη (σε αδιαμφισβήτητα κείμενα) σκέψη του κριτικού -των τεχνών– λόγου, ο οποίος με σαφήνεια αναφέρει το πώς, για να γίνει δυνατή μια πληρέστερη περιγραφή ενός πλαισίου που, πάντοτε εντός του  -και χωρίς να το συνειδητοποιούμε πως υπάρχει- καθορίζει (εννοείται επί της αρχής), και το κάτω από ποιο καθεστώς συνισταμένων βλέπουμε ένα έργο τέχνης, καθιστώντας μας δέσμιους εν τέλει των προσωπικών αδιαφανών αναγωγών μας, οι οποίες λειτουργικά συναντώνται – εκτός πολλών άλλων- με τον ιστό μια ιστορικής και μετέπειτα «κοινωνικής οντολογίας» οι οποίες πρωτογενώς και κανοναρχικά μας διακατέχουν, κυρίως, όταν «αποτιμούμε» αυτό που «είδαμε».

Άλλο ένα στιγμιότυπο από την παράσταση
Άλλο ένα στιγμιότυπο από την παράσταση

Εάν κάποιος κάνει την επιλογή να λάβει υπόψη του -θεωρώντας πως μας αφορούν- την ουσία της συνισταμένης των προλεχθέντων  εμφαντικά  θα σημειώσει το πως, ακόμη και στον αυστηρότερο και αντικειμενικότερο «επαγγελματία – έγκριτο» κριτικό (πόσο μάλλον σε έναν θεατή ο οποίος «βλέπει» 10-15 παραστάσεις τον χρόνο και που δεν έχει κανέναν λόγο, άρα, μήτε του εαυτού του δεν οφείλει «στο κάτω-κάτω της γραφής» να προβληματιστεί «για τις απαρχές της δημιουργίας μιας εντύπωσης»), υπάρχει ο «αυτό-εγκλωβισμός του υποκειμένου» στα όσα μέχρι τώρα γνωρίζει, έχει δει, νομίζει ως πρότυπα κάνοντάς τον να «λειτουργεί» υπό το σταθερό πλαίσιο μιας πρωθύστερης αισθητικής – καλλιτεχνικής άποψης, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, χωρίς όμως απαραίτητα να σημαίνει πως είναι «αμελητέα» και η όποια έντιμη προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί από αυτήν. Γι αυτό η δική μου άποψη είναι (φάνηκε νομίζω τώρα) πως το έργο του Αθυρίδη και των υπολοίπων δημιουργικών συντελεστών που ακολουθώντας συν-διαμόρφωσαν το «όραμα» του πρώτου, δεν μπορεί να ειδωθεί-κριθεί έξω από την αενάως ιστορικότητα. τόσο του θέματός του, όσο και – της όποιας ποιότητας – της ίδιας της σχέσης του θεατή με αυτό. Κοντολογίς το έργο αυτό είναι ένα είδος πρόκλησης για τους ειδικούς, αλλά και έναυσμα να προσδιοριστούν εναργώς τα αφετηριακά κριτήρια των θεατών. Αυτό φυσικά δεν εμποδίζει κάποιον να το δει στην προσχηματικότητά του μη εμβαθύνοντας καθόλου στην κρίση της κρίσης του. Προσπερνώντας τα όσα έχουν ήδη γραφεί, αλλά πάντοτε υπό τη σκιά τους, η με «σύνθετο τρόπο» και οπωσδήποτε συγκινησιακά διαφορετικά από ό,τι συνήθως -εξαιτίας και του θέματος μα και του είδους της- στην πρώτη εισαγωγική αποτυπωτική σύνοψή της, η παράσταση σου έδινε την εντύπωση πως ξεφεύγει από μια προβλεπτή πεπατημένη από τον ίδιο της τον εαυτόν πορεία. Συνέβη δε αυτό κυρίως λόγω της ενυπάρχουσας εκτατικής διαδραστικής λειτουργικότητάς της, που στην τελική όσμωση των βασικών συνδυαστικών διαφορετικών μερών της και απολύτως συνολικά, πραγματεύτηκε το θέμα με ευκρινές εκφραστικά ενιαίο αισθητικό ύφος κάνοντάς το τόσο κυρίαρχο που μοιραία το ανήγαγε μορφολογικά στην αυτοαναφορική αισθητική ενός συλλογικού ακραία συγκινησιακού αισθήματος που ναι μεν – γνωστόν – δυσκολεύει την ανάγνωση–αποτίμηση όταν προσεγγίζεται απλώς και μόνον ως ένα απογυμνωμένο καλλιτεχνικό εγχείρημα, αλλά ταυτόχρονα και εξαιτίας της ύπαρξής του και ιδικού του φορτίου, εισχωρεί σε άρρηκτους ψυχο-εννοιολογικούς ατραπούς οδηγώντας τους θεατές – κατ` αρχάς – στην αμηχανία από την ειδική ένταση του ίδιου του είδους του θεάματος, μιας και στη χώρα μας. η γνώση του, άρα και η εξοικείωση με αυτό, από μηδαμινή έως παντελώς ανύπαρκτη μετριέται, και κατόπιν τους οδηγεί (τους θεατές) στην άνευ όρων ενσωμάτωσή τους στην φαντασιακή -δική της- μυθολογία. Σαν έτοιμος από καιρό σε μια προσωπική εσωτερικού ενοραματικού τύπου πορεία, ο ένας από τους δύο συν-σκηνοθέτες της παράστασης -που αυτός θα πρέπει λογικά να είχε την καθαρά «θεατρική ευθύνη» της- κος Γιάννης Βούρος, και μολονότι μετρούσε μία μόνον σκηνοθεσία συγγενούς είδους στο βιογραφικό του, ξεδίπλωσε μια γκάμα αδιαλείπτων συμβολοποιημένων σκηνοθετικών απόψεων για να καταφέρει να οπτικοποιήσει σε μια υφολογικά ενιαία διάταξη (έτοιμη προς επικοινω-νικοποίηση), κίνηση, έκφραση εκφοράς του υπονενοημένου, μουσικού στίγματος και φωνητικών προσώπων (και όχι μόνον «τραγουδι-στιστών στιγμάτων»), δημιουργώντας εν τέλει μια ευ-πλαστικοποίηση της σκηνοθεσίας που την παρέθεσε αριστοτεχνικά σ` ολόκληρο τον χώρο της σκηνής με σοφή οικονομία και έναν καταπληκτικό εμπλουτισμό της από αμιγώς στοιχεία καθαρής θεατρικής πράξης. Ξεδιπλώνοντας αφηγηματικά το ίδιο το λιμπρέτο και πάντοτε με την ουσιαστική συμβολή του Κώστα Αθυρίδη, το αποτέλεσμα της σκηνοθετικής γραμμής της παράστασης, ήταν εξ αρχής  να δώσει μιαν άριστη και σε βάθος δυνατότητα στον θεατή, να απολαύσει εννοιολογικά – αλλά πρωτίστως σε επίπεδο φόρμας – μια θεατρικοποιημένη σωματική αφήγηση πολύ ιδιαίτερων και ευάφανταστων μουσικών ήχων τοποθετημένων σε καθαρά ερμηνευτικό μουσικό βάθρο, στημένο φυσικά μαζί και από τα όσα οι υπόλοιποι συντελεστές δημιούργησαν.

Ο δεύτερος σκηνοθέτης, Γιάννης Βούρος
Ο σκηνοθέτης, Γιάννης Βούρος

Τα όσα επί μέρους «κρυφά» σκηνοθετικά έπραξε ο κ. Γ. Βούρος μαζί με τον κ. Κώστα Αθυρίδη, με τις έντονα διαφορετικές και τις από μόνες τους πλούσιες φόρμες της παράστασης, συναντήθηκαν – σε μια ιδιοφυή ένωση – όλα τα αδιόρατη και με μια προσωπική συνταγή – που μάλλον ως μετρ επινόησαν – χαρακτηριστικά της όπερας, καταφέρνοντας να εξοβελίσουν από σκηνής τις φανερές παγίδες ενός δύσκολου είδους όπως αυτό της ροκ όπερας, μιας και μη διαφεύγοντάς μας η γνώση των χαρακτηριστικών του, θα θυμηθούμε πως από τη φύση του κινείται σε τροχιές αφέλειας έως συναισθηματικής υπερβολής. Δύο χαρακτηριστικά που δρουν ανεξέλεγκτα, δυσκολεύοντας τα μάλα την όποια προσπάθεια ομογενοποίησης της μουσικής αφήγησης στο θεατρικό της επίπεδο. Η σκηνοθεσία της παράστασης, σίγουρα, ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια μιας υπαγορευμένης  αισθητικής της φόρμας, έκανε τους θεατές (κι είναι αξιοσημείωτο αυτό) συγκινησιακά φορτία μιας ιστορικής βαριάς μνήμης, αγγίζοντας τα όποια προσωπικά συστατικά του εξιδανικευμένου εθνικού κλέους που δεν μπορεί να χρίζει μόνον μιας κοινότοπης προσέγγισης με κύρια χαρακτηριστικά του τύπου «συγκρατημένης ψυχαγωγικής ματιάς», αφού  – η ίδια η παράσταση –  έχει εγκολπώσει – ίσως και παρά τη θέλησή της αλλά σίγουρα από τον σχεδιασμό της αρχικής της σύλληψης και της δυναμικής της που εξαπλώθηκε –  σε συμβολικό χώρο απολύτως την απελευθέρωση του προσωπικού ιστορικού θρύλου που – ας μη γελιόμαστε – κατοικεί στο εσωτερικό του φαντασιακού των περισσοτέρων κατοίκων αυτού του τόπου και όχι μόνον. Πάνω σε έναν έμπλεου ιστορικότητας  θεατρικό-ποιημένο – με εξαίρετο και πρωτογενή μουσικό τρόπο – διαδοχικά αφηγηματικό καμβά, οι δημιουργοί της παράστασης, στα σημεία της σύζευξής τους, καταφέρνουν και αποφεύγουν τις ελλοχεύουσες διολισθήσεις των συνήθων φορμαλιστών παγίδων, δίνοντας μια απελευθερωτική ώθηση κυρίως στο εγκιβωτισμένο συναίσθημα ενός υψηλού επιπέδου λιμπρέτου, που από μόνο του ξέρει να καθοδηγήσει τις ερμηνευτικές δεξιότητες των βασικών πρωταγωνιστών, εννοείται πατώντας στέρεα στην εξαιρετική και απολύτως συμαβατή, με το θέμα του έργου, μουσική που έγραψε ο Κώστας Αθυρίδης. Το εμφανώς διάφανο συναίσθημα της ίδιας της ιστορίας της παράστασης, μεταφερόμενο εξ ολοκλήρου μέσα στην ομογενοποιημένη φόρμα της μουσικής του Κ. Αθυρίδη, προσλαμβάνεται από τους θεατές δια μέσω εξαιρετικών φωνητικών ερμηνειών από το σύνολο των τραγουδιστών, που ακολουθώντας τους δρόμους της εκρηκτικής rock φόρμας, στο σύνολό τους αλλά και μεμονωμένα, συμβάλουν στη γέννηση μιας αυτονομούμενης μουσικής δημιουργίας που ξεπερνά τα όρια της σχέσης της με το βαρύ θέμα του λιμπρέτου της rock όπερας. Η μουσική του Κώστα Αθυρίδη, τοποθετημένη σε μια πνευματική χωρία της αφήγησης και χρησιμοποιώντας όλες τις φόρμες του ήχου του rock, εμπλουτίζεται ισορροπημένα από χαρακτηριστικά τοπικών και εθνικών χρωμάτων σε μια σύνθεση -ακόμη- και ετερόκλητων αντιφατικών στοιχείων, για να υπάρξει και αυτόνομα, αλλά κυρίως για να υποστηρίξει, με πολύ πετυχημένο τρόπο, την ουσία της μεταφοράς της ιστορίας πάνω σε μια θεατρική σκηνή. Πέρα από τους πραγματικά χαρισματικούς δρόμους που ακολούθησε στη σύνθεσή του ο Κώστας Αθυρίδης -και που καθιστούν το σύνολο του έργου μια απολύτως πρωτότυπη ματιά στο είδος- υπάρχουν μεμονωμένες στιγμές που ενθουσιάζουν, με όποιο τρόπο κι αν τις προσεγγίσει κανείς. Οι συνολικά άρτιες ερμηνείες όλων των καλλιτεχνών που ανεβαίνουν στη σκηνή, μην αφήνοντας «ο «τρόπος τους»κανέναν ενδοιασμό για το ταλέντο τους, αλλά και του «τρόπου» διδασκαλίας τους, λογικό είναι να μην μπορούν να εμποδίσουν τη λάμψη των πρωταγωνιστών που στην κυριολεξία κινούνται στο υψηλότερο επίπεδο της αριστοτεχνίας. Οι ηθοποιοί, που γίνονται χορός και η κίνησή τους ανταγωνίζεται τους χορευτές, οι οποίοι χορεύουν εκφραζόμενοι ως ηθοποιοί και όλοι συμμετέχουν σ` ένα μουσικό σύνθετο γίγνεσθαι, πλαισιώνουν τους τραγουδιστές της παράστασης με τρόπο που το παραθετικό αποτέλεσμα να γίνεται ο τέλειος γρίφος για το τι πρέπει κάποιος πρώτα να κατατάξει στην κλίμακα της αξιολόγησής του. Δομικά ξεχωρίζουν, ο πρωταγωνιστής της όπερας Δημήτρης Τικτόπουλος για την καθαρά rock ερμηνεία του ρόλου του και τις συνολικά υψηλού καλλιτεχνικού πάθους στιγμές του, ο Θωμάς Βλιαγκόφτης για την εξαιρετική επίσης δυναμική rock φωνή του, η Γεωργία Βεληβασάκη, η οποία διαθέτοντας την τέλεια μουσικότητα στην ερμηνεία της, είναι ο απόλυτος ορισμός της άψογης -σε όλα τα επίπεδα- καλλιτέχνιδας που μπορεί να σαγηνέψει και τον αυστηρότερο κριτή της, και φυσικά, ο Θοδωρής Βουτσικάκης, που κι αυτός έχοντας συμπυκνωμένο και πάντα σε άρτια ετοιμότητα ένα ζηλευτό μουσικό ταπεραμέντο, ιδιαίτερα διακριτό, δίνει ένα προσωπικό ύφος-τόνο στις τέλειες ερμηνείες του. Άρτια, επίσης, με εξαιρετική στο σύνολο της ερμηνεία και η Ρούλα Μανισσάνου. Οι ηθοποιοί Αστέρης Πελτέκης και Δημήτρης Τσιλινίκος μαζί με τις Χαρίκλεια Χατζησσαβίδου και Βανέσσα Φωτακίδου, είναι επίσης τα πρόσωπα του έργου που ανέβασαν την ερμηνευτική διάστασή του σε πολύ υψηλά επίπεδα. Εξυπακούεται πως, η αναφορά μόνον στα παραπάνω ονόματα –πέρα από το δυσχερές του περιορισμού της έκτασης ενός κειμένου που ούτως ή άλλως ενυπάρχει- ουδόλως υπονοεί πως οι υπόλοιποι συντελεστές υστερούσαν, αφού το έργο ως δουλειά συνόλου «εισπράττεται» πρωτίστως. Δεν είναι λίγες εκείνες οι στιγμές που κάποιος ανιχνεύει όλα εκείνα τα πρωτογενή μουσικά σχόλια σε καλοστημένες νοηματικές ενότητες που αναπαράγοντας σταδιακά τη ζωή του Μ Αλεξάνδρου, φορτίζουν ηλεκτρικά την παράσταση, φτάνοντάς την σε εκπληκτικά μεστές κορυφώσεις, εξυπηρετώντας – εκεί όπου πρέπει – άρτια το σημείο ένωσης της μουσικής φόρμας με το δραματουργικό νόημα για να μπορέσει να κυλήσει απρόσκοπτα η αφήγηση χωρίς να κυριαρχεί του καθαρού συνολικού αισθητικού αποτελέσματος. Η παράσταση καταφέρνει τα ισορροπήσει όλα τα ξεχωριστά μέρη της σε ένα Tableau vivant  που υποβάλει την κίνηση των ηθοποιών αλλά και την μουσική ερμηνεία των ίδιων των τραγουδιών, φτάνοντας εν συνόλω σε μια αρμονική συνθετικού τύπου δημιουργία με τη χορογραφική κίνηση όλων των συντελεστών της, που πραγματικά ιδρώνοντας, δίνουν στιγμές εξαιρετικής ερμηνείας, υπερκεράζοντας τις πολύ ιδιαίτερες δυσκολίες της απόδοσης, ακόμη και μόνον σε τεχνικό επίπεδο, των ρόλων τους. Συντονισμένοι απολύτως όλοι οι ερμηνευτές από τους βασικούς οδηγούς, τους δύο σκηνοθέτες, ομογενοποιούν τον αφηγηματικό χαρακτήρα των ρόλων τους δίνοντας μια εντύπωση εναρμονισμένου σώματος που πιστεύει στην επίτευξη του τελικού στόχου τους, που μπορεί να είναι η αισθητική μετουσίωση της ιστορίας αλλά ίσως – και χωρίς την θέλησή τους – να αγγίζει και το μυστικό της επιτυχίας του ονείρου των μακεδόνων… που ήταν η κατάκτηση του κόσμου. Σε δυνατούς εκφραστικούς ρυθμούς, το όλο σώμα της όπερας, μετατοπίζεται σε  διαφορετικές εκφραστικές κλίμακες και εντάσεις του μουσικού έργου του Αθυρίδη μέσα  σε μια πειθαρχία που είναι απαραίτητη στο είδος για να απελευθερωθούν από την κοπιώδη προσπάθειά τους και να την μετατρέψουν σε ένα μουσικο-ερμηνευτικο-θεατρικό, απόλυτα εσωτερικεύμενο,  κρεσέντο που κατευθύνει τους θεατές από την αρχική αμηχανία, από αυτό που αρχικά βλέπουν, σε καταστάσεις αισθητικής παραμυθίας, όπου ο προσωπικός μύθος και η ιστορία, συναντούν και τις δικές τους αισθητικές προβολές. Οι ξεχωστές ερμηνείες, διακριτά ταξιδεύουν στον ιστορικό χώρο με διαφορετικά εκφραστικά μέσα, συνιστώντας έναν δικό τους κυκεώνα ιδιαιτέρων εκφραστικών λεπτομερειών που συνθετικά αναβιώνουν από σκηνή σε σκηνή μια πολύ γνωστή. σε όλους μας ιστορία. που όμως, στο όλο έργο μπορεί και καθιστά  τους θεατές μάρτυρες ενός καινούργιου μουσικού ιστορικού στόρυ, με την έννοια της διαφορετικής αφήγησης, αφού δημιουργεί την συνθήκη της περιέργειας και της αγωνίας για του τι θα ακολουθήσει παρακάτω. Η παράσταση σαν σε αφήγηση από κάποιον τρίτο ξετυλίγει τα ιστορικά γεγονότα επικεντρώνοντας την προσοχή του θεατή στον μόνο υπεύθυνο αυτού του ιστορικού παράδοξου για την εποχή του, που δεν είναι άλλος από τον Μ. Αλέξανδρο και μάλιστα στη ανθρώπινη καθημερινή διάσταση του, παρουσιάζοντάς τον μας σαν έναν ακατάτακτο και εντέλει άγνωστο άνθρωπο. Ο τρόπος της σύζευξης της μουσικής με το λιμπρέτο, της χορογραφίας με την κινησιολογία με φόντο ένα τολμηρά επιθετικό αισθητικά στη σύλληψή του σκηνικό,  δένει τους θεατές με τους όρους της ροκ όπερας εξ αρχής, κεντρίζοντας στον μέγιστο βαθμό το ενδιαφέρον τους για το καθαρά δημιουργικό και αισθητικό μέρος της παράστασης. Παράλληλα, οι ίδιοι όροι τους καθιστά ευμενείς στο να δεχθούν την ιστορία μέσα στην ουσιαστική συνθήκη του ροκ. Το εάν ο Αλέξανδρος ήταν και αυτός ροκ τους αφήνει να το απαντήσουν οι ίδιοι, όσοι δηλαδή το σκεφθούν αυτό, στο τέλος της παράστασης. Οι επί σκηνής ηθοποιοί χορευτές τραγουδιστές που όλοι είναι από όλα, μαζί με τους αφανείς μουσικούς που κι αυτοί δίνουν μια εξαιρετική σε ηχόχρωμα ερμηνεία του έργου του Αθυρίδη,  προσεγγίζοντας τις επιδώσεις τους ακόμη και με τα αυστηρότερα κριτήρια, βέβαιον είναι πως κερδίζουν τον θαυμασμό για το πάθος τους την πίστη τους σ αυτό που κάνουν επί σκηνής. Προσφέροντας αβίαστα τον καλλίτερο εαυτόν τους δημιουργούν την ευκαιρία, ο καθένας χωριστά αλλά και όλοι μαζί, να ξεχωρίσουν εντός ενός απόλυτα ενιαίου εκφραστικού ύφους, που νομίζω, πως θα πρέπει να είναι κατάκτηση του Γιάννη Βούρου, χωρίς φυσικά να υποβαθμίζεται η όποια πολύ σημαντική συμβολή και του έτερου συν-σκηνοθέτη και βασικού δημιουργού της. Είναι θέμα μιας απορίας το πώς, ενώ οι εκφραστικές δυνατότητες και τα προσόντα των ερμηνευτών δεν μπορεί παρά να είναι διαφορετικά μεταξύ τους, η παράσταση καταφέρνει να τα ενώσει σε ένα διακριτά ξεχωριστό βεβαίως επίπεδο συλλογικής ερμηνείας, δημιουργώντας εσωτερικές μουσικές σχέσεις όλων των ρόλων τους οποίους τους καταλήγει στην ενιαία και με ίσους όρους συμμετοχή μιας -με δύσκολο τρόπο- εξιστόρησης, αφού από το ύφος του είδους αυτής της όπερας, δεσμεύεσαι, στη μη εξήγηση με άλλα εκφραστικά μέσα του συγκινησιακού της μέρους, μιας και στο ροκ όλα συντελούνται σε παρόντα χρόνο και όλα, μιαν άλλη φορά, μπορεί να είναι τελείως διαφορετικά. Υπό αυτήν την έννοια, η ροκ όπερα του Αθυρίδη παρουσιάζει πολλά προβλήματα, όχι όμως σε ότι αφορά στο ύφος, στο στυλ, στις επιλογές και τον μουσικό της δρόμο που ακολουθήθηκε για να φτάσει σε ένα άλλο παραπάνω επίπεδο από την τελευταία του εκδοχή που παρουσιάστηκε πέρσι στο μέγαρο μουσικής της Θεσσαλονίκης, αλλά στα μεθοδολογικά εργαλεία της όποιας απόπειρας προσέγγισης για την καλλιτεχνική της δομή και φυσικά για την κριτική της. Το ίδιο το είδος της -εκ της γενέσεώς της- δυσκόλεψε πάρα πολύ τους ειδικούς κι αυτό για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και το νέο του χαρακτήρα του, δεδομένου του ότι, η σύνδεση του λιμπρέτου -που μοιάζει πολύ με το τραγούδι- στερούμενο της κλασσικής δομής της λόγιας μουσικής και σε συνδυασμό με το ίδιο εκρηκτικό χαρακτήρα του ροκ που φέρει «ιδεολογία και στάση ζωής», το έκανε εξ αρχής ακατάτακτο σε προηγούμενους κανόνες. Πολύ νωρίς κατάλαβαν οι κριτικοί πως εδώ, σ` αυτό το είδος, την μεγαλύτερη σημασία την έχει, μια ενότητα πραγμάτων που αφορούν τα ίδια (συναισθηματικής υφής) εκφραστικά εργαλεία των δημιουργών της ροκ όπερας που, ακολουθώντας το είδος της συγκίνησης που προκαλεί η μουσική του, έχει και πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά και διαφορετικά συναισθήματα γεννά στους θεατές, αφού προκαλεί εκφραστική έκρηξη ολόκληρου του είναι του ακροατή, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην δική του απελευθέρωση μέσω μιας συνεργετικής αλληλεπίδρασης με τον έντονο ηλεκτρικό ήχο. Όπως όμως γνωστόν είναι πως, τα μεθοδολογικά προβλήματα  στον εννοιολογικό λόγο  που πραγματεύεται γενικώς τα ζητήματα έκφρασης και συγκρότησής της σε τέχνη δημιουργήθηκαν με τρόπο τέτοιο για να μπορεί κάποιος να τα προσπεράσει, αφήνοντας εν ανάγκη, πολλά από αυτά που βλέπει προς αυστηρή κρίση στην άκρη, έτσι κι εδώ, εστιάζοντας κανείς στην ουσιαστική οικονομία της όπερας Μ. Αλέξανδρος, που με πάσα βεβαιότητα δεν είναι πρωτίστως άλλη από το ίδιο το κυριαρχικό θέμα της ιστορίας των Μακεδόνων που στην πορεία των χρόνων και με πολλούς τρόπους -μηδέ του θρύλου εξαιρουμένου- συμπυκνώνεται μ` ένα απολύτως συμβολικό τρόπο στο πρόσωπο του Μ Αλεξάνδρου, αναγκαίο νομίζω πως είναι να θυμηθούμε -και να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας- το ότι, μπορεί μεν τους Έλληνες να συγκινεί και μόνον η αναφορά του ονόματός του, παράλληλα όμως πρέπει να λάβουμε επίσης υπόψη μας πως πρόκειται για πρόσωπο που ενδιαφέρει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αποκτά και μιαν άλλη διάσταση όμως το πρόσωπο του Μ Αλεξάνδρου όταν αυτό προσεγγίζεται με το στυλ  μιας ακατάτακτης ροκ όπερας, γιατί έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε νομίζω το τι μέγα θέμα εγείρει για να μπορέσει να ειδωθεί με μια ψυχρή αντικειμενική κριτική ματιά ένα τέτοιο δημιούργημα σαν αυτό που το κ.θ.β.ε επιχειρεί σε μια χώρα που ελάχιστη παράδοση έχει η παραστατική τέχνη σ` αυτό το είδος. Τίποτα περισσότερο δε θέλω να πω από το ότι αυτή η παράσταση μπορεί να είναι μια υπόθεση ναι μεν καλλιτεχνική, που όμως φέρει βαρέως ένα απίστευτα σύνθετο συναισθηματικό φορτίο που ο ενθουσιασμός που εμφανίζεται και μόνον από τη  σύλληψη της ιδέας της και η πραγματικά μεγάλη συμβολή όλων των συντελεστών, φάνηκε πως δεν ήταν αρκετά για να τους λυγίσει… αρκούμενοι στα «σ` αυτά», με τελικό αποτέλεσμα να μας παραδώσουν ένα αμιγώς καλλιτεχνικό έργο σαν όλα τα άλλα καλά προσεγμένα και σπουδαία έργα που παίζονται στις αίθουσες των θεάτρων, χωρίς ένα τόσο ειδικό βάρος. Στην κατ` αρχήν συμπυκνωμένη καταγραφή της κρίσης καλοπροαίρετων ματιών, σίγουρα όσο τίποτα άλλο. το Alexander The Great του Κώστα Αθυρίδη, είναι μια παράσταση πολύ ενδιαφέρουσα, ιδιαίτερα δυναμική, αρκετά πρωτότυπη, απολύτως έντιμη στη στόχευσή της, με πολλές αρετές, και επιμέρους θαυμαστές λεπτομέρειες που και στο σύνολό της γίνεται ένα πλήρες μουσικοθεατρικό θέαμα που όλοι οι έλληνες αξίζει (για να μην πω πρέπει) να δουν για πάρα πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Σαν Υ.Γ.: Υπό μία ευρεία και ετερόδοξη έννοια, ένα κριτικό κείμενο μπορεί να είναι μόνον το έναυσμα για να καταστήσει τους αναγνώστες του… κριτές μιας παράστασης… Το άρθρο αυτό, όπως ίσως και η παράσταση, δε θα μπορούσε να αφιερωθεί πουθενά αλλού, εκτός από την ιστορική μνήμη του καθενός μας και το πώς τη διαχειριζόμαστε, είτε ως σκέψη, είτε ως θέση, αλλά πρωτίστως ως καθημερινή υπαρκτική στάση ζωής.   Πληροφορίες για την παράσταση http://alexanderrockopera.gr/

Τηλεοπτικό σποτ

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=dZErsxrwpyI]

NO COMMENTS

Σημείωση: Το σχόλιο σας θα αναρτηθεί μετά από έγκριση του διαχειριστή

Leave a Reply